Ματέο… ματαιότης τα πάντα ματαιότης;

Ματέο… ματαιότης τα πάντα ματαιότης;

O Ματέο Ρέντσι έπαιξε κι έχασε ίσως γιατί δεν αξιολόγησε σοβαρά τα ευρήματα που προέκυψαν μετά το δημοψήφισμα του Αλέξη Τσίπρα

Μια πρώτη απλοϊκή διαπίστωση σε σχέση με το δημοψήφισμα- φιάσκο(εκ του αποτελέσματος) στην Ιταλία, είναι ότι δεν αρκεί κανείς να είναι νέος και ωραίος για να πετύχει να… αλλάξει την Ευρώπη. Εν προκειμένω ο Ματέο Ρέντσι, πολλά υποσχόμενος κατά τα άλλα, έπαιξε κι έχασε-όπως ομολόγησε ο κεντροδεξιός αντιπρόεδρος Αλφάνο- ίσως γιατί δεν αξιολόγησε σοβαρά τα ευρήματα που προέκυψαν μετά το δημοψήφισμα του Αλέξη Τσίπρα.

Το γιατί έχασε ο ιταλός πρωθυπουργός έχει πολλές απαντήσεις. Μερικές από αυτές είναι ότι επέδειξε αλαζονική συμπεριφορά, θεωρώντας άνευ σημασίας το αυτονόητο να θέσει σε δημόσια διαβούλευση τις αλλαγές στο Σύνταγμα, δεσμεύθηκε πριν από μήνες ότι θα παραιτηθεί εφόσον οι Ιταλοί ψηφίσουν ενάντια στις μεταρρυθμίσεις του, ενώ καθ’ όλη της διάρκεια της διετούς θητείας του επέδειξε αμφιθυμία έναντι των Βρυξελλών.

Στο τελευταίο δίμηνο μάλιστα εμφανίστηκε να συμπλέει με όλους εκείνους στην Ιταλία που θεωρούν ότι οι ευθύνες για όσα συμβαίνουν στη χώρα του βαρύνουν την Ευρώπη. Προφανώς για πολλά από αυτά ευθύνεται η πολιτική που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ο ιταλός πρωθυπουργός το ανακάλυψε αργότερα από τον Γκρίλο και τον Σαλβίνι οι οποίοι φρόντισαν να μετατρέψουν το δημοψήφισμα σε ψήφο αποδοκιμασίας για τον Ρέντσι.

Να, κάτι ακόμα στο οποίο ο ιταλός πρωθυπουργός δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία, αντλώντας χρήσιμα διδάγματα από το παράδειγμα του Αλέξη Τσίπρα. Για τους Ιταλούς-όπως και για τους Έλληνες- ψηφοφόρους, το αυθεντικό είναι προτιμότερο από το fake. Οι Ιταλοί αντέδρασαν(αδιάβαστοι κι αυτοί), όπως οι Έλληνες. Νομίζουν ότι η ΕΕ θα “φοβηθεί” την απειλή Γκρίλο περισσότερο από έναν “διαμαρτυρόμενο” Ρέντσι. Κάπως έτσι δεν έφυγε ο Σαμαράς για να έρθει ο Τσίπρας;

Σε κάθε περίπτωση το ιταλικό “ΟΧΙ” έχει άλλη βαρύτητα σε σχέση με το ελληνικό, το οποίο συν τοις άλλοις έγινε εν συνεχεία ένα μεγαλοπρεπέστατο “ΝΑΙ μετά από την απίθανη κυβίστηση του Αλέξη Τσίπρα. Σ’ αυτή τη βάση ασφαλώς τα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης των αποφάσεων οφείλουν να προβληματισθούν για το γενικότερο κλίμα που επικρατεί μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών. Και επιπλέον να αρχίσουν πλέον να ανησυχούν όχι γιατί έχασε ο Ρέντσι, αλλά γιατί η ακροδεξιά ρητορεία βρήκε το άλλοθι το οποίο θα επικαλείται πλέον διαρκώς. Και υπό μια έννοια ευλόγως, αφού η πολιτική της ΕΕ στρέφει επί της ουσίας τους λαούς εναντίον της. Εκτός κι αν υπάρχουν- μετά μάλιστα από μια πρωτοφανή για την “εποχή του καναπέ” συμμετοχή-ευρωπαίοι ηγέτες που πιστεύουν ότι το ηχηρό “ΟΧΙ” το είπαν οι Ιταλοί στον Ρέντσι και ως εκ τούτου δεν τους αφορά.

Το σωστό στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι πράγματι δεν τους αφορά-τουλάχιστον όλους- αφού είναι πασίδηλο ότι η Γερμανία είναι εκείνη που οφείλει να κατανοήσει ότι με την πολιτική που επιβάλλει σε όλους τους ευρωπαίους, προκαλεί τους πολίτες και είναι εκείνη που αλείφει με βούτυρο το ψωμί των λαϊκιστών. Ας είμαστε ρεαλιστές, αφού το έργο εμείς στην Ελλάδα… το είδαμε πολύ πριν από τους Ιταλούς. Η Ευρώπη δεν αλλάζει με χορούς και τραγούδια στην πλατεία Συντάγματος και στην piazza Colonna στη Ρώμη.

Κυρίως δεν αλλάζει με κυβερνήσεις που δεν αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και αντιμετωπίζουν τις αγορές ως εχθρούς. Και αυτή η κυριαρχούσα λογική δεν αφορά μόνο κυβερνήσεις της Αριστεράς, οι οποίες έχουν το “ελαφρυντικό” της παρωχημένης “αντί”- καπιταλιστικής λογικής, αλλά και τις κυβερνήσεις της Δεξιάς. Εφόσον η Αριστερά και η Δεξιά στην Ευρώπη- πολλώ δε μάλλον και στην Ελλάδα- δεν ξεφύγουν από τα στερεότυπα του 20ου αιώνα που αφορούν το μέγεθος και το ρόλο του κράτους, δεν πρόκειται να πετύχουν κάτι περισσότερο από κάποιες διευθετήσεις στα δημοσιονομικά μεγέθη.

Οπότε προκειμένου η Ευρώπη να σταματήσει τον επελαύνοντα λαϊκισμό και να ανακτήσει τον κοινωνικό χαρακτήρα της, κάθε άλλο παρά χρειάζεται πολιτικές δυνάμεις που θα δαιμονοποιούν τις αγορές και θα αναλίσκονται σε ατέρμονες συζητήσεις περί “μικρού” ή “μεγάλου” κράτους. Εν γένει μύθους που συμβάλουν στην άνοδο του λαϊκισμού και δυσχεραίνουν τις προσπάθειες για την επαναφορά του καπιταλιστικού συστήματος σε δημοκρατικό πλαίσιο. Το πρόβλημα θα διαιωνίζεται από την δημοσιονομική λιτότητα, που με τη σειρά της θα συνεχίσει να λειτουργεί υπέρ ενός καπιταλισμού για τους λίγους και όχι για τους πολλούς.

Συνεπώς το κρίσιμο δεν είναι να… καταργηθεί ο καπιταλισμός-όπως πιστεύουν οι δικοί μας “επαναστάτες”- αλλά να υπάρξουν πρωτοβουλίες που δεν θα εστιάζουν στο μέγεθος του κράτους αλλά υπέρ ποιων θα λειτουργεί. Συγκεκριμένες πολιτικές που αντί να επικεντρώνονται στον έλεγχο των αγορών, θα οργανώσουν τις λειτουργίες τους ώστε να δημιουργηθεί ευημερία για τους πολλούς. Αυτή την ώρα η Ευρώπη και η Δημοκρατία κινδυνεύει περισσότερο από εκείνους που αποφασίζουν για το μέλλον της, παρά από τους άλλους που θέλουν να επιστρέψουν στο παρελθόν. Και οι μεν και οι δε συντονισμένα, αν και από διαφορετική ιδεολογική αφετηρία και προσέγγιση των πολιτικοοικονομικών εξελίξεων, λειτουργούν σε βάρος των λαών της Ευρώπης.

*Ο Χάρης Παυλίδης είναι δημοσιογράφος

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα