Κουμπαριές και ζεϊμπέκικα

Ο Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας(δ), συνομιλεί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν(α), κατα την συνάντηση τους στο Μέγαρο Μαξίμου.την Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017.
(EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ)
Ο Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας(δ), συνομιλεί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν(α), κατα την συνάντηση τους στο Μέγαρο Μαξίμου.την Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017. (EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ) EUROKINISSI

Θα έπρεπε κανείς να μην έχει παρακολουθήσει άλλη συνέντευξη Τύπου ηγετών, που οι χώρες τους έχουν ανοιχτά θέματα, για να ισχυρίζεται πως οριακά γλιτώσαμε την κήρυξη πολέμου στο προεδρικό μέγαρο

Αν κάποιος παρακολουθήσει την κριτική της αντιπολίτευσης για την επίσκεψη Ερντογάν και διαβάσει τα μισά περίπου πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, βγάζει το συμπέρασμα πως η κυβέρνηση επέλεξε να καλέσει τον Τούρκο πρόεδρο σε λάθος τάιμινγκ, δεν προετοιμάστηκε για αυτή τη συνάντηση και υπέστη μια βαριά διπλωματική ήττα, καθώς μπήκαν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης για πρώτη φορά συγκεκριμένες διεκδικήσεις από την Τουρκική πλευρά. Η αντιπολιτευτική αυτή γραμμή θα ήταν απλώς για γέλια, αν δεν κουβαλούσε όλη την στρατηγική της ελληνικής διπλωματίας των τελευταίων δύο δεκαετιών, που προκαλεί μόνο κλάματα.

Η κυβέρνηση επέλεξε να καλέσει στην Ελλάδα τον Ερντογάν, τη στιγμή που ο Τούρκος πρόεδρος έχει ανοιχτά μέτωπα στη Μέση Ανατολή, απέναντι του το σύνολο των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και μια κρίση διαρκείας στο εσωτερικό της Τουρκίας. Τα ζητήματα με την Ελλάδα δεν αποτελούν προτεραιότητα, αντίθετα η χώρα μας, όπως σωστά επεσήμανε ο ΠτΔ, είναι η πόρτα για να μπει η Τουρκία στην ΕΕ. Το σκεπτικό που λέει ότι τον καλώ, τη στιγμή που η διαπραγματευτική του ισχύ είναι μειωμένη, ακούγεται πειστικό. Άλλωστε τα ζητήματα με την Τουρκία δεν θα λυθούν και άρα κατάλληλη στιγμή με αυτή τη λογική, δεν θα υπάρξει ποτέ.

Ας ξεπεράσουμε την καταλληλότητα του χρόνου επίσκεψης, για να δούμε τα θέματα που άνοιξε ο Τούρκος πρόεδρος «σε μια συνάντηση που δεν προετοιμάστηκε καλά». Όποιος ισχυριστεί πως τα ζητήματα αυτά μπαίνουν τώρα στο τραπέζι, είναι απλώς ψεύτης. Πολύ πρόχειρα θυμάμαι αναφορά του Ερντογάν στη συνθήκη της Λωζάνης τον Σεπτέμβρη του 2016, με τον Τούρκο πρόεδρο να δηλώνει πως «δώσαμε [στους Έλληνες] τα νησιά, που αν φωνάξεις από τις ακτές του Αιγαίου, θα ακουστείς απέναντι» και πως «εμφάνισαν την υπογραφή αυτή σαν νίκη».

Ανάλογες ήταν στο παρελθόν και οι αναφορές του στη μειονότητα της Θράκης. «Η Τουρκία ελπίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα δείξει τώρα ενδιαφέρον για την κατάσταση της τουρκικής μειονότητας σε χώρες της Ευρώπης», δήλωνε το 2013 ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών Λεβέντ Γκιουμρουκτσού, ενώ την ίδια χρονιά ο Ερντογάν μετέφερε το θέμα των ιμάμηδων στον Αντώνη Σαμαρά, λαμβάνοντας διαβεβαιώσεις για επανεξέταση του. Άρα καμία έκπληξη και ως προς την ατζέντα, εκτός και αν φυτρώσαμε στον κόσμο αυτό, πριν από καμιά εβδομάδα.

Θα μπορούσαν να ειπωθούν πίσω από κρυφές πόρτες όλα αυτά, αλλά όχι δημόσια αντιτείνουν τα τζιμάνια της διπλωματίας. Ο Ερντογάν τοποθετήθηκε δημόσια, πήρε απαντήσεις σε όλα τα θέματα από τον Έλληνα Πρωθυπουργό και προκάλεσαν οι δηλώσεις του τις έντονες –δημόσιες επίσης- αντιδράσεις της Κομισιόν και των Αμερικάνων. Διπλωματικό Βατερλό δεν το λες, αυτό που συνέβη.

Άλλωστε ότι ο Ερντογάν δεν τηρεί τα πρωτόκολλα εμπιστευτικότητας των διπλωματικών συναντήσεων , στην Ελλάδα το μάθαμε από πρώτο χέρι το 2010, όταν μας αποκάλυψε ξεσηκώνοντας θύελλα –και καρφώνοντας τον Κώστα Καραμανλή-, πως στη συνάντηση κορυφής που έγινε το 2004 στην Ελβετία, η ελληνική και η ελληνοκυπριακή πλευρά ζήτησαν να αναβληθεί το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν και άρα το περιβόητο όχι ήταν προσχηματικό.

Αλλαγή του μοντέλου διπλωματίας

Αυτό που πράγματι έχει αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν, είναι η απόρριψη ενός ξεπεσμένου και ντροπιαστικού μοντέλου διπλωματίας, που περιλαμβάνει κουμπαριές, ζεϊμπέκικα και συμφωνίες πίσω από κλειστές πόρτες που δεν μαθαίνουμε ποτέ. Τα ζητήματα παρέμεναν για χρόνια ανοιχτά, με το πολιτικό προσωπικό των δύο χωρών, να στήνει ένα επικοινωνιακό γαϊτανάκι και να τροφοδοτεί τα media με τίτλους για «καλές προθέσεις» και «φιλικούς γείτονες».

Εκτός όμως από το μοντέλο διπλωματίας της χώρας, άλλαξε και αυτό του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Πρωθυπουργός έχει υιοθετήσει ένα μοντέλο ουδετερότητας, που γεννά πολιτικά ερωτήματα και σίγουρα δεν έχει πολύ σχέση με την Αριστερά. Στη συνάντηση με τον Τραμπ έγινε ορατό, μετά την επίσκεψη Ερντογάν είναι κυρίαρχο. Με ομπρέλα τον θεσμικό ρόλο, κάνουμε στην άκρη την πολιτική.

Την ώρα της συνάντησης Τσίπρα-Ερντογάν, ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς, συμπροεδρεύων του HDP, δικαζόταν ως επικεφαλής τρομοκρατικής οργάνωσης. Ο Ντεμιρτάζ, μερικούς μήνες πριν, μιλούσε στους Έλληνες συντρόφους του ,από το βήμα του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, εξηγώντας γιατί το καθεστώς Ερντογάν είναι απολυταρχικό. Μια αναφορά στην προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, αν θέλει η Τουρκία να ακολουθήσει τον Ευρωπαϊκό δρόμο, με τόσα που ειπώθηκαν δεν θα ήταν κάτι φοβερό.

Άλλωστε η χθεσινή συνάντηση και το κλίμα της έχει επαναληφθεί πολλές φορές στο παρελθόν και θα επαναληφθεί και στο μέλλον.

«Κατ’ αρχάς εξιπάσθην, ογλήγορα όμως εφιλιωθήκαμεν και ελπίζω να του κοστίση η φιλία μου. Είπαμε πολλά, εκείνος με την ιδέαν ότι έχει ραγιάδες τους Έλληνας και εγώ με την ιδέαν ότι είμεθα ελεύθεροι» έγραφε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης σε επιστολή του προς τον Κολοκοτρώνη, έπειτα από μια απροετοίμαστη, όπως φαίνεται, συνάντηση που είχε με τον Κιουταχή.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Επίσκεψη Ερντογάν, Ερντογάν, Μέση Ανατολή

ADVERTISING

SHARE: