Νέα υπόθεση υπερκοστολόγησης ιατρικού υλικού

Νέα υπόθεση υπερκοστολόγησης ιατρικού υλικού

Ασκήθηκαν ποινικές διώξεις για απάτη σε εκπροσώπους δύο εταιριών ιατρικού υλικού

Ποινική δίωξη στους εκπροσώπους δύο εταιριών άσκησε η Εισαγγελία Διαφθοράς σε υπόθεση υποκοστολόγησης ιατρικού υλικού, το οποίο έφτασε σε δημόσια νοσοκομεία προκαλώντας ζημίας εκατομμυρίων ευρώ.

Οι δύο νόμιμοι εκπρόσωποι κατηγορούνται για το κακούργημα της απάτης κατ' εξακολούθηση σε συνδυασμό με τις επιβαρυντικές διατάξεις του νόμου περί καταχραστών του δημοσίου (νόμος 1608/50), καθώς φέρονται να προμήθευσαν σε νοσοκομεία ιατρικό υλικό μέσα από τριγωνικές συναλλαγές, παραπλανώντας μάλιστα τις διοικήσεις των νοσοκομείων.

Συγκεκριμένα, κατά την προκαταρκτική εξέταση προέκυψε ότι τα έτη 2005 έως 2009 δύο ελληνικές εταιρίες – προμηθεύτριες ιατρικού υλικού σε δημόσια νοσοκομεία - πραγματοποίησαν αγορές εμπορευμάτων από συνδεδεμένες αλλοδαπές εταιρίες με έδρα την Κύπρο, δημιουργώντας αποκλειστικά και μόνο για την αύξηση του κόστους αγορών, σε τίμημα αδικαιολόγητα ανώτερο από εκείνο που θα επιτύγχαναν αν αγόραζαν τα ίδια εμπορεύματα, από τρίτα ανεξάρτητα πρόσωπα ή επιχειρήσεις.

Οι συναλλαγές φέρονται να ήταν τριγωνικές και συγκεκριμένα τα εμπορεύματα έφταναν κατευθείαν από τους κατασκευαστές στις εγκαταστάσεις των ελληνικών εταιριών με δελτία αποστολής και στη συνέχεια τιμολογούνταν από την συνδεδεμένη κυπριακή εταιρία. Το τίμημα οριζόταν αδικαιολόγητα σε ποσό ανώτερο από εκείνο που θα οριζόταν, αν οι αγορές πραγματοποιούνταν από άλλο πρόσωπο με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά το χρόνο της κάθε αγοράς. Ειδικότερα, το μικτό κέρδος της ενδιάμεσης κυπριακής εταιρίας είναι πολύ μεγαλύτερο από το μικτό κέρδος της ελληνικής εταιρίας, γεγονός που -κατά την κατηγορία- δύσκολα συναντάται σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού.

Στη συνέχεια, οι ελληνικές εταιρίες εμφανίζονται να παραπλανούσαν τις διοικήσεις και τους αρμόδιους υπαλλήλους δημοσίων νοσοκομείων ότι τα ιατρικά είδη που συμφωνούσαν να προμηθευθούν από την ελληνική εταιρία είχαν αγοραστεί, στις τιμές που αναγράφονταν στα σχετικά τιμολόγια και ότι κατά συνέπεια η τιμή πώλησής τους προς τα νοσοκομεία έπρεπε να ενσωματώνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό κέρδους.

Στην πραγματικότητα όμως, προέκυψε ότι καμία από τις εταιρίες δεν είχε αγοράσει τα πωλούμενα ιατρικά είδη από την συνδεδεμένη εταιρία, αλλά απευθείας από την κατασκευάστρια εταιρία σε τιμές υποπολλαπλάσια χαμηλότερες εκείνων που αναγράφονταν στα τιμολόγια. Έτσι, οι συμβάσεις πώλησης με τα νοσοκομεία έγιναν σε τίμημα κατά πολύ υψηλότερο από εκείνο που θα επιτυγχανόταν αν ήταν γνωστή η πραγματική τιμή αγοράς των ιατρικών ειδών απευθείας από την κατασκευάστρια εταιρία, καθόσον η διαπραγμάτευση της τιμής πώλησης προς τα δημόσια νοσοκομεία θα είχε ως βάση αυτήν την τιμή εκείνη και όχι αυτή που αναγραφόταν στα εικονικά τιμολόγια.

Η υπόθεση ανατέθηκε σε ανακριτή.

ADVERTISING

SHARE: