Δικαστήριο της Ρουμανίας αποφάσισε ότι ζωντανός άντρας, είναι νεκρός

Ο Constantin Reliu κηρύχθηκε νεκρός, από δικαστήριο της Ρουμανίας, το 2013
Ο Constantin Reliu κηρύχθηκε νεκρός, από δικαστήριο της Ρουμανίας, το 2013 AP

Ο Constantin Reliu κηρύχθηκε νεκρός, από δικαστήριο της Ρουμανίας, το 2013. Τον Γενάρη του 2018 εμφανίστηκε και διεκδίκησε την.... ανάσταση του. Την απέρριψαν.

Ο Constantin Reliu αγνοείτο από το 1992. Από τότε δεν είχε την παραμικρή επαφή με την οικογένεια του. Δεν είχε μιλήσει, δεν τους είχε δει και δεν είχε στείλει ένα σεντ. Οι συγγενείς του, στη Ρουμανία είχαν κάνει μια προσπάθεια να τον εντοπίσουν, όταν αγνοήθηκαν τα ίχνη του (το 1999), έπειτα από την επιστροφή του στην Τουρκία, όπου εργαζόταν. Είχε προκύψει ο σεισμός της τάξεως των 7.6 ρίχτερ στη γείτονα (τον Αύγουστο του 1999), που στοίχισε τη ζωή σε 17.000 ανθρώπους. Όλοι πίστεψαν πως ήταν μεταξύ των θυμάτων.

Κάπου το 2013 η σύζυγος του, η οποία δεν είχε έλθει σε επαφή με τον άνδρα της για 14 χρόνια, προσέλαβε δικηγόρο και του ανέθεσε την αποστολή να εκδώσει πιστοποιητικό θανάτου για τον Constantin. Υπήρξαν πολλοί συγγενείς και φίλοι που είχαν καταθέσει ότι προσπάθησαν να τον βρουν, αλλά είχαν αποτύχει. Επιπροσθέτως, το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας είχε ενημερώσει πως δεν είχε καταχωρημένο κάποιον πολίτη με το όνομα Constantin Reliu, στα αρχεία της.

Κηρύχθηκε επίσημα νεκρός, για το ρουμανικό κράτος, τον Μάιο του 2016, οπότε πέρασαν στη σύζυγο του όλα τα περιουσιακά του στοιχεία. Ως ημερομηνία θανάτου αναφέρθηκε αυτή της λήξης του διαβατηρίου του, το 2003. Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα: ζούσε, όπως αποδείχθηκε τον περασμένο Γενάρη, όταν επέστρεψε στο σπίτι του.

Είχε προηγηθεί η απέλαση του από την Τουρκία. Οι αρχές τον είχαν εντοπίσει και τον ενημέρωσαν ότι είχε λήξει η ισχύ όλων των εγγράφων που είχε εξασφαλίσει αρχικά. Για αυτό και έπρεπε να εγκαταλείψει άμεσα τη χώρα. Όταν έφτασε στη Ρουμανία, διαπίστωσε ποιος ήταν ο λόγος που δεν μπορούσε να πάρει νέα έγγραφα και που είχε χάσει το δικαίωμα επιστροφής στην Τουρκία. Ήταν νεκρός -και δεν το ήξερε.

Η ρουμανική πρεσβεία του έδωσε προσωρινά χαρτιά, για να μπορεί να “πετάξει” για τη Ρουμανία. Μόλις προσγειώθηκε στο Βουκουρέστι, τον περικύκλωσαν αστυνομικοί. Του είπαν “είσαι νεκρός”. Εκείνος δεν κατάλαβε τι εννοούσαν. “Νόμισα πως κάνουν πλάκα. Τελικά, αποδείχθηκε πως μόνο εγώ δεν ήξερα τι λένε”. Τον συνόδευσαν έως το αστυνομικό τμήμα, όπου έμεινε για έξι ώρες ανάκρισης. Χρειάστηκε να πει όσα τον αφορούσαν. Πού γεννήθηκε, πού μεγάλωσε, πού δούλεψε, λεπτομέρειες για την οικογένεια του. Όταν ολοκλήρωσε την ιστορία του, τον άφησαν να φύγει. Η περιπέτεια του φυσικά, μόλις είχε αρχίσει.

Βρήκε δικηγόρο και κατέθεσε έφεση, για να ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση, για το θάνατο του. Έπειτα από πολλούς μήνες αναμονής, το δικαστήριο την απέρριψε, στις 14/3. Βγαίνοντας από τη δικαστική αίθουσα, στο Vaslui, βορειοανατολικά της Ρουμανίας, ο 63χρονος ενημέρωσε ότι είχε χάσει την υπόθεση του, διότι -όπως του είπαν- είχε καταθέσει εκπρόθεσμα την έφεση και άρα η πρώτη απόφαση ήταν και η οριστική.

“Είμαι επίσημα νεκρός, μολονότι ζω. Δεν έχω εισοδήματα, γιατί έχω καταχωρηθεί ως νεκρός. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορώ να κάνω το παραμικρό”, εξήγησε, “έχω περάσει ουκ ολίγες ημέρες πηγαίνοντας από τη μια κυβερνητική αρχή στην άλλη, στο αστυνομικό τμήμα και τα δικαστήρια, για να βρω το δίκιο μου. Έχω διαβήτη και χωρίς χαρτιά δεν μπορώ έστω να κάνω checkup”.

Η επιστροφή στην πατρίδα είχε και πολλές άλλες συνέπειες. Για παράδειγμα, όταν τον είδε η μητέρα του έπαθε τέτοιο σοκ που χρειάστηκε να νοσηλευτεί για τρεις ημέρες. Μια παλιά του φίλη, λιποθύμησε όταν τον είδε στο δρόμο. Η κόρη του, Luiza, η οποία βρίσκεται κοντά στην τέταρτη δεκαετία της ζωής της, επικοινώνησε μαζί του. Ήθελε να μάθει γιατί την είχε εγκαταλείψει. “Ξέρεις τι έχω περάσει;” του είπε “ξέρεις πως έχω τρία παιδιά;”. Δεν ήξερε τίποτα.

Στην Τουρκία εργάστηκε -παράνομα- ως οικοδόμος και μετά ως μάγειρας. Στην αρχή, επέστρεφε συχνά πυκνά στη χώρα του και έστελνε χρήματα στη γυναίκα και τη νεαρή κόρη του. Από το 1999 όμως, δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Εξήγησε πως αποφάσισε να εξαφανιστεί, για να γλιτώσει από το μίζερο γάμο του. “Υπήρξαμε και οι δύο -η σύζυγος μου και εγώ- άπιστοι. Αποφάσισα να μην επιστρέψω ποτέ, όταν στο τελευταίο μου ταξίδι στην πόλη μου, ένας άγνωστος άνδρας χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μας, τα μεσάνυχτα και του άνοιξε η μεθυσμένη γυναίκα μου. Τότε έκοψα όλους τους δεσμούς. Δεν ήθελα να με μπορεί να με βρει κάποιος. Ξέρω πως όλο αυτό ήταν δύσκολο για την κόρη μου, αλλά είχα νιώσει πως η απόφαση μου ήταν ό,τι καλύτερο για εκείνη”.

Ο Constantin ζει σαν φάντασμα. Όσα χρήματα έφερε μαζί του από την Τουρκία έχουν κάνει φτερά. Ζει με ό,τι του δίνουν οι συγγενείς του. Από τότε που δημοσιεύτηκε η ιστορία του, δέχεται αιτήματα για συνεντεύξεις. Απορρίπτει πολλά “γιατί όπως αποδεικνύεται δεν υπάρχει κάποιο όφελος”, όπως είπε στους New York Times. Σε ό,τι αφορά το status του, περιμένει πως τελικά, θα ακυρωθεί η απόφαση για το θάνατο του. “Η απόρριψη της έφεσης δεν είχε να κάνει με “τι λέει ο ένας και τι λέει ο άλλος”, αλλά με διαδικαστικά ζητήματα”, εξηγεί ο τελευταίος του δικηγόρος (“η αλήθεια είναι πως στάθηκα άτυχος και με τους νομικούς μου συμβούλους”, λέει), ο οποίος έχει κάνει έφεση σε άλλο δικαστήριο από εκείνο που κήρυξε τον πελάτη του νεκρό. Ο Constantin δεν έχει κάποιο πλάνο, για τη ζωή του μετά... την ανάσταση. “Το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να θαφτώ στην Τουρκία, γιατί εκεί είναι η ζωή μου”, λέει.

Photo Credit: Simona Voicu/Adevarul via AP

ADVERTISING

SHARE: