Ποιος θα μεταρρυθμίσει την Ευρώπη;

Α. Μέρκελ και Ε. Μακρόν
Α. Μέρκελ και Ε. Μακρόν AP

Οι αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις συνολικά πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να μην αναλαμβάνουν απλά ρόλο διαχειριστών μέσα σε ένα σύστημα το οποίο αντιπαλεύουν. Όσο αυτές οι δυνάμεις παραμένουν δέσμιες μια ασαφούς ρητορικής και υψηλών υποσχέσεων χωρίς πρακτικό αντίκρισμα, τόσο θα προχωρά η εκχώρηση των εκλογικών δυνάμεών τους προς τα δεξιά.

Τα περιθώρια για την αναθεωρητική διαδικασία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος στενεύουν σημαντικά. Με βάση το υπάρχον χρονοδιάγραμμα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να καταλήξουν στο σύνολο των προτάσεων μέχρι τον Ιούνιο, προκειμένου να προχωρήσει και η αντίστοιχη διαδικασία επεξεργασίας και σταδιακής ενσωμάτωσης και εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων.

Με βάση τους ισχύοντες συσχετισμούς, φαίνεται ότι η μεταρρυθμιστική διαδικασία δεν θα προχωρήσει ή εάν προχωρήσει θα είναι ελλιπής. Τα σχέδια του Μακρόν δεν σκοντάφτουν μόνο στην αδυναμία της Μέρκελ να παρακάμψει τις συντηρητικές φωνές που επιμένουν στις (αποτυχημένες) συνταγές της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ο ίδιος ο Γάλλος Πρόεδρος, όσο περνά ο χρόνος από την ημέρα εκλογής του, κάνει ό,τι μπορεί για να επαληθεύσει τους ισχυρισμούς ότι αποτελεί απλώς ένα αποϊδεολογικοποιημένο ανάχωμα απέναντι στην ακροδεξιά, συνεχίζοντας να κινείται στις γραμμές της λιτότητας, με μια λίγο πιο ήπια προσέγγιση. Μέχρι τώρα έχει αποδείξει ότι δεν εμπνέει το εκλογικό σώμα στη χώρα του, δεν προβάλλει ένα βιώσιμο και εναλλακτικό όραμα για την Ευρώπη, επιχειρώντας μόνο να διατηρήσει μια μίνιμουμ δυναμική στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, χωρίς όμως δεσμευτικές πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση.

Από την άλλη πλευρά, η Μέρκελ δείχνει δέσμια των εσωτερικών ισορροπιών στο κόμμα της, προσπαθώντας περισσότερο να συμβιβάσει καταστάσεις, παρά να ακολουθήσει έστω τις βασικές γραμμές που συμφώνησε το χριστιανοδημοκρατικό με το σοσιαλιστικό κόμμα πριν τον σχηματισμό κυβέρνησης στη Γερμανία. Εάν οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες δεν πιέσουν προς την κατεύθυνση της σταδιακής αλλαγής του οικονομικού μοντέλου στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, είναι βέβαιο δεν θα πρέπει να περιμένουμε κάτι πολύ διαφορετικό από όσα έχουμε δει μέχρι σήμερα. Ίσως μια ελαστικοποίηση των πολιτικών λιτότητας για να αποσοβηθεί μια νέα οικονομική κρίση στην ΕΕ, αλλά επί της ουσίας θα δεν μπορούμε να μιλάμε για μια προοδευτική «στροφή» στο ασκούμενο μοντέλο. Ούτε ο Μακρόν, ούτε η Μέρκελ είναι διατεθειμένοι να μεταρρυθμίσουν την ΕΕ. Και δεν πρόκειται να πιεστούν για το αντίθετο, όσο δεν υπάρχει μια ισχυρή εναλλακτική πρόταση που να μπορεί να διαμορφώσει νέους πολιτικούς συσχετισμούς και να δημιουργήσει πλατιές κοινωνικές συμμαχίες.

Υπάρχουν θετικές πρωτοβουλίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και σε κάποια κράτη-μέλη για την προώθηση ενός εναλλακτικού σεναρίου για την ΕΕ. Υπάρχει η «Προοδευτική Συμμαχία» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υπάρχει η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, υπάρχει ακόμα το Catalunya En Comu στη Βαρκελώνη, υπάρχει το Σιν Φέιν στην Ιρλανδία. Δεν αρκούν όμως από μόνες τους οι δυνάμεις αυτές για να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς.

Χρειάζεται συνολικά οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη να αναλάβουν στρατηγικές πρωτοβουλίες, να προχωρήσουν σε ιστορικούς συμβιβασμούς, και κυρίως χρειάζεται ναι καταλάβουν ότι εάν ένα σημαντικό τμήμα του ευρωπαϊκού εκλογικού σώματος έχει στραφεί προς τα δεξιότερα του πολιτικού φάσματος, αυτό συμβαίνει γιατί οι κεντροαριστεροί και αριστεροί πολιτικοί σχηματισμοί αδυνατούν να αφουγκραστούν την κομματική τους βάση.

Οι αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις συνολικά πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να μην αναλαμβάνουν απλά ρόλο διαχειριστών μέσα σε ένα σύστημα το οποίο αντιπαλεύουν. Όσο αυτές οι δυνάμεις παραμένουν δέσμιες μια ασαφούς ρητορικής και υψηλών υποσχέσεων χωρίς πρακτικό αντίκρισμα, τόσο θα προχωρά η εκχώρηση των εκλογικών δυνάμεών τους προς τα δεξιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Σαλβίνι στην Ιταλία, ο Ορμπάν στην Ουγγαρία, ο Κουρτζ στην Αυστρία, και πολλοί άλλοι ακροδεξιοί ή υπερσυντηρητικοί λαϊκιστές που ενδυναμώνουν την πολιτική τους θέση, όσο η κεντροαριστερά και η αριστερά βυθίζονται εκλογικά.

Όσο πλησιάζουμε προς τις ευρωεκλογές του 2019, οι προκλήσεις για το μέλλον της Ευρώπης θα είναι ακόμη πιο διακριτές και η στρατηγική των προοδευτικών δυνάμεων αναγκαστικά θα λάβει πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Υπάρχει χρόνος για την εντατικοποίηση της προσπάθειας, αλλά χρειάζεται να γίνει αντιληπτό ότι απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό και στην άνοδο της ακροδεξιάς, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για εσωστρέφεια και μικροκομματικές στρατηγικές.

* Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος, συντονιστής του Ευρωπαϊκού Προοδευτικού Φόρουμ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Ευρωπαϊκή Ένωση

ADVERTISING

SHARE: