Οι δραματικές εκκλήσεις Στουρνάρα για το μέλλον της χώρας στην πιο κρίσιμη καμπή της διαπραγμάτευσης

Στιγμιότυπο από το κτήριο του Χρηματιστηρίου στην οδό Σοφοκλέους την Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015.
(EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)
Στιγμιότυπο από το κτήριο του Χρηματιστηρίου στην οδό Σοφοκλέους την Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015. (EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ) EUROKINISSI

Ιστορική επιταγή η συμφωνία για να αποφευχθεί η φτωχοποίηση της Ελλάδας, η χρεοκοπία, η έξοδος από το ευρώ. Κίνδυνος επιστροφής στην ύφεση. Τι προβλέπει για οικονομία, τράπεζες, ακίνητα, ανεργία, μισθούς, παραγωγικότητα

Δραματική έκκληση για την επίτευξη συμφωνίας - την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει ιστορική επιταγή - προκειμένου να ολοκληρωθούν επιτυχώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και δανειστών και να αποφευχθούν εφιαλτικά σενάρια όπως η χρεοκοπία και η έξοδος από το ευρώ, απηύθυνε ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γ. Στουρνάρας, μέσω της έκθεσης νομισματικής πολιτικής της ΤτΕ που κατέθεσε στη Βουλή.

Όπως τονίζεται στην έκθεση, από όλες τις ενδείξεις που υπάρχουν μέχρι σήμερα φαίνεται ότι υπάρχει σοβαρή προσέγγιση στους όρους και η απόσταση που απομένει να διανυθεί για την ολοκλήρωση της συμφωνίας είναι μικρή.

Η σύναψη μιας νέας συμφωνίας με τους εταίρους είναι απαραίτητη προκειμένου να αποσοβηθούν οι άμεσοι κίνδυνοι που υπάρχουν σήμερα για την οικονομία, να περιοριστεί η αβεβαιότητα και να δοθεί μια διατηρήσιμη αναπτυξιακή προοπτική στη χώρα.

Αντίθετα, προειδοποιεί η Τράπεζα της Ελλάδας, ενδεχόμενη αποτυχία στις διαπραγματεύσεις θα είναι η αρχή μιας επώδυνης πορείας που θα οδηγήσει αρχικά σε χρεοκοπία και τελικά στην έξοδο της χώρας από το ευρώ και - πιθανότατα - από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αποκαλύπτοντας ότι το διάστημα Οκτωβρίου 2014 - Απριλίου 2015 έφυγαν από τις ελληνικές τράπεζες 30 δισ. ευρώ, ο Γ. Στουρνάρας προειδοποίησε επίσης πως μια ελεγχόμενη κρίση χρέους, όπως αυτή που διαχειριζόμαστε σήμερα με τη βοήθεια των εταίρων, θα μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη κρίση, με μεγάλους κινδύνους για το τραπεζικό σύστημα και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η έξοδος από το ευρώ θα προσθέσει στο ήδη βεβαρημένο περιβάλλον μια νέα οξύτατη συναλλαγματική κρίση που θα εκτινάξει τον πληθωρισμό.

Η Ελλάδα, από ισότιµο µέλος στον πυρήνα των ευρωπαϊκών χωρών, θα µετατραπεί σε µια φτωχή χώρα της Νότιας Ευρώπης.

Γι’ αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος υποστηρίζει ακράδαντα ότι η συµφωνία µε τους εταίρους είναι ιστορική επιταγή που δεν µπορεί να αγνοηθεί...

Χρειαζόµαστε σήµερα µια βιώσιµη συµφωνία που θα στηριχθεί σε βιώσιµο χρέος, απαλλάσσοντας τις επόµενες γενιές από τα βάρη που δεν δικαιούµαστε να τους κληροδοτήσουµε, διαμηνύει επίσης ο διοικητής της ΤτΕ.

Κίνδυνος επιστροφής στην ύφεση

Στα τέλη του 2014 υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι η ελληνική οικονοµία, έχοντας υπερβεί την ύφεση, εισέρχεται σε φάση ανάπτυξης. Η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως και όλοι οι διεθνείς οργανισµοί, προέβλεπαν τότε άνοδο του ΑΕΠ το 2015 και επιτάχυνση της ανόδου το 2016. Σήµερα οι προβλέψεις αυτές έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω, καθώς τα πρόσφατα στοιχεία για το ΑΕΠ δείχνουν σηµαντική επιβράδυνση του ετήσιου ρυθµού ανάπτυξης και συρρίκνωση του ΑΕΠ σε τριµηνιαία βάση για δύο συνεχόµενα τρίµηνα. Η επιδείνωση των δεικτών οικονοµικού κλίµατος και των συνθηκών χρηµατοδότησης του ιδιωτικού τοµέα υποδηλώνουν ότι η επιβράδυνση του ρυθµού ανάπτυξης της οικονοµίας θα γίνει εντονότερη το β’ τρίµηνο του 2015, µε κίνδυνο η οικονοµία να µπει σε µια νέα φάση ύφεσης.

Οι προβλέψεις για την πορεία της οικονοµίας παραµένουν ιδιαίτερα επισφαλείς. Με δεδοµένο ότι τα µεγαλύτερα προβλήµατα που αντιµετωπίζει σήµερα η ελληνική οικονοµία οφείλονται στην αβεβαιότητα και την απώλεια εµπιστοσύνης, είναι βάσιµο να προβλεφθεί ότι, αν βελτιωθεί το κλίµα, η οικονοµία µπορεί να επανέλθει σχετικά σύντοµα σε ανοδική τροχιά. Βασική, απόλυτα καθοριστική προϋπόθεση για να συµβεί αυτό είναι να αποκλειστεί το ενδεχόµενο πιστωτικού γεγονότος και να διασφαλιστεί η παραµονή της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Και αυτό µπορεί να γίνει µόνο εάν, σε πρώτη φάση, επιτευχθεί σύντοµα ρεαλιστική συµφωνία και, στη συνέχεια, εάν εφαρµοστούν µε συνέπεια και χωρίς καθυστερήσεις οι όροι της µέσα σε συνθήκες πολιτικής σταθερότητας.

Οι θετικές προοπτικές που θα αποφέρει η συμφωνία

Μία συµφωνία θα δηµιουργούσε θετικές προοπτικές και θα µπορούσε να καλύψει το έδαφος που χάθηκε κατά το πρώτο εξάµηνο του 2015.

Ειδικότερα, µια συµφωνία µε τους εταίρους:

• αποτρέπει πολύ δυσµενείς εξελίξεις και διασφαλίζει ότι οι έως τώρα θυσίες των Ελλήνων πολιτών δεν θα πάνε χαµένες,

• αποκαθιστά την εµπιστοσύνη µεταξύ των ελληνικών αρχών και των εταίρων,

• εξασφαλίζει, µέσω της συνδροµής των εταίρων µας και του ∆ΝΤ, τη χρηµατοδοτική στήριξη της ελληνικής οικονοµίας,

• δηλώνει έµπρακτα τη βούληση για τη συνέχιση και επέκταση των απαιτούµενων διαρθρωτικών µεταρρυθµίσεων και τη διασφάλιση των δηµοσιονοµικών επιτευγµάτων,

• παρέχει τη δυνατότητα µιας ηπιότερης δηµοσιονοµικής προσαρµογής, η οποία βασίζεται σε χαµηλότερους και πιο ρεαλιστικούς στόχους για το πρωτογενές πλεόνασµα της Γενικής Κυβέρνησης, ενισχύοντας παράλληλα τις αναπτυξιακές προοπτικές,

• δηµιουργεί τις συνθήκες για τη µετάβαση προς µια νέα µεσοµακροπρόθεσµη συµφωνία µε τους εταίρους, η οποία θα έχει ως στόχο την οµαλή έξοδο της χώρας στις διεθνείς αγορές και θα συνοδεύεται από την υλοποίηση της δέσµευσης του Eurogroup της 27ης Νοεµβρίου 2012 για την ελάφρυνση του δηµόσιου χρέους, έτσι ώστε η ελληνική οικονοµία να εξέλθει οριστικά από την κρίση και να διασφαλιστεί η διατηρήσιµη ανάπτυξη,

• επιπλέον, η επίτευξη συµφωνίας θα επιτρέψει στην Ελλάδα να εκµεταλλευθεί το ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον και να ωφεληθεί από το πρόγραµµα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Η έξοδος από την κρίση

Σύμφωνα με τον Γ. Στουρνάρα με την άρση της αβεβαιότητας πρέπει να ξεκινήσει αµέσως η συζήτηση για τη διαµόρφωση της αναπτυξιακής πολιτικής που θα διασφαλίζει οριστική έξοδο από την κρίση και στροφή της οικονοµίας προς ένα νέο εξωστρεφές και βιώσιµο αναπτυξιακό πρότυπο.

Μια τέτοια πολιτική απαιτεί:

(α) Συνέχιση των διαρθρωτικών µεταρρυθµίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς διευκολύνουν την είσοδο νέων επιχειρήσεων, ενισχύουν τον ανταγωνισµό και ενθαρρύνουν την καινοτοµία.

(β) Ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών στην αγορά εργασίας, προκειµένου να αντιµετωπιστεί το υψηλό ποσοστό ανεργίας.

(γ) ∆ιαµόρφωση και εφαρµογή ενός συνεκτικού και στοχευµένου δικτύου κοινωνικής προστασίας, που θα εξασφαλίζει µόνιµη και όχι αποσπασµατική βοήθεια σε όσους έχουν πραγµατικά ανάγκη.

(δ) Εξορθολογισµό της λειτουργίας του κράτους, βελτίωση του θεσµικού και νοµοθετικού πλαισίου, υιοθέτηση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου και γενικότερα ενός φιλικού επιχειρηµατικού περιβάλλοντος.

(ε) ∆ιασφάλιση της δηµοσιονοµικής πειθαρχίας και επίτευξη πρωτογενών πλεονασµάτων µέσα από παρεµβάσεις κυρίως διαρθρωτικού και λιγότερο φοροεισπρακτικού χαρακτήρα. Έµφαση θα πρέπει να δοθεί στη διασφάλιση της βιωσιµότητας των ασφαλιστικών ταµείων, µέσω περιορισµού των ποικίλων εξαιρέσεων από τις γενικές διατάξεις. Επανεξέταση των διαφόρων εξαιρέσεων που υπάρχουν στους άµεσους και έµµεσους φόρους και διατήρηση µόνο αυτών που δικαιολογούνται από αναπτυξιακά και κοινωνικά κριτήρια.

(στ) Αντιµετώπιση των προκλήσεων της διαχείρισης των δανείων σε καθυστέρηση προκειµένου να ενδυναµωθεί η δυνατότητα του τραπεζικού συστήµατος να σταθεί αρωγός στην προσπάθεια ανάκαµψης της ελληνικής οικονοµίας. Παράλληλα απαιτούνται αλλαγές στο θεσµικό πλαίσιο, όπως για παράδειγµα στο (προ)πτωχευτικό δίκαιο, τον Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας και τον εξωδικαστικό συµβιβασµό, προκειµένου να υποβοηθηθεί η προσπάθεια των τραπεζών για την καλύτερη διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση.

Στοίχημα η μείωση της ανεργίας

Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, η αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,7% σε σταθερές τιμές και με βάση εποχικώς διορθωμένα στοιχεία το 2014, μετά από έξι χρόνια συνεχούς πτώσης, συνοδεύθηκε από ίση ποσοστιαία αύξηση της απασχόλησης (0,7%) και υποχώρηση της ανεργίας κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, από 27,5% το 2013 σε 26,5% το 2014.

Στην αύξηση της απασχόλησης το 2014 εκτιμάται ότι επέδρασαν κυρίως η αποκατάσταση θετικών ρυθμών ανάπτυξης, η αναδιάρθρωση της απασχόλησης προς περισσότερο ευέλικτες μορφές μετά την άρση των θεσμικών περιορισμών στην αγορά εργασίας, η βελτίωση του οικονομικού κλίματος και ο περιορισμός του κόστους εργασίας των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, οι εκτιμήσεις των επιχειρήσεων για τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές απασχόλησης αποτυπώνουν την επιφυλακτικότητα των επιχειρήσεων να προβούν σε προσλήψεις, λόγω και της παρατεταμένης αβεβαιότητας στη χώρα που συνδέεται με τη μακρά περίοδο διαπραγμάτευσης της ελληνικής κυβέρνησης με τους εταίρους και την προοπτική του εργασιακού θεσμικού πλαισίου στον ιδιωτικό τομέα.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η διατήρηση θετικών ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομικής δραστηριότητας το 2015, η συνέχιση της υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και η άρση της αβεβαιότητας θα συμβάλουν, μεταξύ άλλων, στην αποκλιμάκωση της ανεργίας – και ιδιαίτερα της ανεργίας των νέων και των μακροχρόνια ανέργων. Η απορρόφηση των ανέργων αναμένεται ότι θα είναι μια σταδιακή διαδικασία που θα απαιτήσει χρόνο, δεδομένου και του τρέχοντος βαθμού υποαπασχόλησης του εργατικού δυναμικού. Σημαντικό ρόλο στη μείωση της ανεργίας και στην αντιμετώπιση της διαρθρωτικής της διάστασης θα εξακολουθήσουν να έχουν δράσεις για την προώθηση της απασχόλησης μέσω προγραμμάτων κοινωφελούς χαρακτήρα, προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης κ.λπ.

Ωστόσο, η ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης θα πρέπει να συνδυαστεί με έλεγχο και αξιολόγηση της αποδοτικότητάς τους, καθώς και με την καταπολέμηση της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας.

Μισθοί και παραγωγικότητα

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα οι πραγματικές αποδοχές θα αυξηθούν το 2015 κατά 2,1% - 2,6% λόγω του συνεχιζόμενου αρνητικού πληθωρισμού.

Σ' αυτό το σενάριο δεν περιλαμβάνεται η υπόθεση της πλήρους εφαρμογής των αλλαγών που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση για το 2015 -16 και προπαντός η αύξηση των κατώτατων μισθών κατά... 22%.

Με την ίδια προϋπόθεση στο εσωτερικό και βάσει της εκτίμησης για υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα βελτιωθεί κατά 4,8% έναντι των 28 εταίρων της χώρας στην ΕΕ.

μόνο τέσσερις από τους εννέα κλάδους της ελληνικής οικονομίας επέδειξαν θετικά αποτελέσματα στο "μέτωπο" της παραγωγικότητας.

Για το 2015, χωρίς την "πλήρη εφαρμογή" των αλλαγών που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση (πχ σταδιακή αύξηση των κατώτατων μισθών) εκτιµάται από την ΤτΕ ότι "οι µέσες ονοµαστικές ακαθάριστες αποδοχές στο σύνολο της οικονοµίας θα αυξηθούν κατά 0,3%-0,6%, ενώ η αντίστοιχη πραγµατική αύξηση µπορεί να φθάσει το 1,6%-1,9%, λόγω του συνεχιζόµενου αρνητικού πληθωρισµού.

Εξάλλου, στον επιχειρηµατικό τοµέα η πραγµατική αύξηση των µέσων καθαρών αποδοχών (λόγω και των µεταφερόµενων επιδράσεων από τη µείωση των εργοδοτικών και των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών στα µέσα του 2014) µπορεί να φθάσει το 2,1%-2,6%.

Κατ’ ανάλογο τρόπο, εκτιµάται ότι η µεταβολή του κόστους εργασίας ανά µονάδα προϊόντος το 2015 θα κυµανθεί µεταξύ πολύ µικρής µείωσης (-0,1%) και µικρής αύξησης (της τάξεως του 0,5%) στο σύνολο της οικονοµίας, ενώ στον επιχειρηµατικό τοµέα ενδέχεται να καταγραφεί αύξηση κατά 0,5% έως 0,9%.

Εξάλλου, η έκθεση της ΤτΕ, αναφέρει ότι κατά την τριετία 2012-2014 η σωρευτική µείωση του κόστους εργασίας ανά µονάδα προϊόντος στον επιχειρηµατικό τοµέα έφθασε το 18,7%, έναντι του στόχου 15% που είχε τεθεί στο 2ο Πρόγραµµα Οικονοµικής Προσαρµογής το Φεβρουάριο του 2012.

Συνεχίζεται η πτώση των τιμών ακινήτων

Η πτωτική πορεία των τιμών στις κατοικίες θα συνεχιστεί και για το 2015, έστω με χαμηλότερους ρυθμούς.

Η ανάκαµψη της αγοράς κατοικιών αναµένεται µε σχετική καθυστέρηση, καθώς εξαρτάται κυρίως από την ενίσχυση του διαθέσιµου εισοδήµατος των νοικοκυριών, την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση των συνθηκών χρηµατοδότησης από το τραπεζικό σύστηµα.

Η προοπτική περαιτέρω σταθεροποίησης και ανάκαµψης της αγοράς ακινήτων εξαρτάται, µεταξύ άλλων, από τον περιορισµό της αβεβαιότητας και την ενίσχυση των προοπτικών ανάκαµψης της ελληνικής οικονοµίας, καθώς και από τη βελτίωση των προσδοκιών των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, τη βελτίωση των συνθηκών χρηµατοδότησης από το τραπεζικό σύστηµα και τη διαµόρφωση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου.

Στις κατοικίες, η µείωση των τιµών συνεχίστηκε µε µικρότερη ένταση το 2014 και το α’ τρίµηνο του 2015. Με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί από τα πιστωτικά ιδρύµατα, εκτιµάται ότι οι τιµές των διαµερισµάτων (σε ονοµαστικούς όρους) το α’ τρίµηνο του 2015 ήταν κατά µέσο όρο µειωµένες κατά 3,9% σε σύγκριση µε το αντίστοιχο τρίµηνο του 2014. Για το σύνολο του 2014, οι τιµές των διαµερισµάτων µειώθηκαν µε µέσο ετήσιο ρυθµό 7,5%, έναντι µείωσης κατά 10,9% το 2013.

Συνολικα, οι τιµές των διαµερισµάτων µειώθηκαν κατά 38,0% από το 2008 (µέσο επίπεδο) έως το α’ τρίµηνο του 2015, µε βάση τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα πιστωτικά ιδρύµατα, ενώ ακόµη µεγαλύτερη µείωση δείχνουν τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα κτηµατοµεσιτικά γραφεία.

Η στροφή του αγοραστικού ενδιαφέροντος των νοικοκυριών προς παλαιότερα ακίνητα, µικρότερου εµβαδού και χαµηλότερης αξίας σε µεσαίου κόστους περιοχές, που καταγράφεται από την αρχή της τρέχουσας κρίσης, συνεχίστηκε και πέρυσι.

Σήμα κινδύνου για τις τράπεζες

Η σημαντικότερη πρόκληση για τις ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα, είναι η άμεση αντιμετώπιση των επισφαλών (κόκκινων και προβληματικών) δανείων, τα οποία μάλιστα το πρώτο τρίμηνο του έτους κατέγραψαν νέα αύξηση, καθώς δημιουργήθηκε μία νέα γενιά «κόκκινων» δανείων.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων - όρος που εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά με βάση τα πρότυπα των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Τραπεζικών Αρχών και συμπεριλαμβάνει «κόκκινα» δάνεια, δάνεια εν μέρει ενήμερα αλλά και δάνεια που εμφανίζουν καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι ο δανειολήπτης πιθανόν να μην μπορέσει να τα εξυπηρετήσει- ανήλθε στο 39,9% του συνόλου των χορηγήσεων στα τέλη Δεκεμβρίου 2014 και σκαρφάλωσε στο 40,8% το πρώτο τρίμηνο του 2015, που σε ποσό ξεπερνά τα 100 δισ. ευρώ.

Αξίζει να αναφερθεί ότι το μεγαλύτερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παρουσιάζουν τα καταναλωτικά δάνεια στο 51,3%, ακολουθούν τα επιχειρηματικά στο 39,8% και τα στεγαστικά στο 35,6%. Το ποσοστό κάλυψης του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ανέρχεται, σύμφωνα με την TτΕ, στο 44%.

Στο κομμάτι των επιχειρηματικών δανείων, το 63% των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αφορά ελεύθερους επαγγελματίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Στην έκθεση υπογραμμίζεται επίσης ότι το 2014 οι ελληνικές τράπεζες προχώρησαν σε πενταπλάσια αύξηση στις διαγραφές δανείων σε σχέση με το 2013, δηλαδή διέγραψαν 1,98 δισ. ευρώ επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια έναντι 363 εκατ. ευρώ το 2013.

ADVERTISING

SHARE: