Κάννες: Γιατί όλοι κράζουν τον Λαρς Φον Τρίερ

Κάννες: Γιατί όλοι κράζουν τον Λαρς Φον Τρίερ

Τι έκανε πάλι ο Lars von Trier; Πώς είναι το καινούριο ‘Star Wars’; Γύρισε ο Bi Gan την καλύτερη ταινία του Φεστιβάλ;

Από την πρώτη στιγμή που έφτιαχνα το προσωρινό πρόγραμμά μου για τις φετινές Κάννες ήξερα ότι η Τρίτη 15 Μαϊου θα ήταν κόλαση. Είχε Trier, από μόνο του ένα event στο φεστιβαλικό πλαίσιο. Είχε το νέο ‘Star Wars’, κάτι που είναι event σε οποιοδήποτε πλαίσιο. Και είχε και την ταυτόχρονη πρεμιέρα των νέων ταινιών δύο σκηνοθετών που με είχαν ξαποστείλει με τα ντεμπούτα τους, και περίμενα τη συνέχεια με τρέλα.

4 ταινίες, όλες σημαντικές, ούτε ένα filler. Συνυπολόγισε στην πορεία ότι προστέθηκαν και συνεντεύξεις στο πρόγραμμα, επίσης καλές και όχι filler: Μια συνέντευξη με την πρωταγωνίστρια και την μοντέρ του Jafar Panahi, που μας εξήγησαν πώς γύρισαν μια απαγορευμένη ταινία στα κρυφά με τον σπουδαίο σκηνοθέτη (το ‘3 Faces’, θα τα διαβάσετε σύντομα) και μια συνέντευξη με την Alice Rohrwacher του ‘Lazzaro Felice’ που είναι αυτή τη στιγμή το φαβορί για τον Χρυσό Φοίνικα (και είναι και σούπερ άτομο, θα τα διαβάσετε κι αυτά, άμα θέλετε πάντα).

Πώς σας φαίνεται που ανοίξατε να διαβάσετε για Trier και Han Solo και μπαίνουμε τρίτη παράγραφο κι ακόμα μιλάω για το πρόγραμμά μου; Συγγνώμη, άνθρωπος είμαι κι έχω σπάσει κι εγώ, κάπου θα τα πω, τι φίλοι είμαστε. Σε μια λοιπόν ψυχοσωματική κατάσταση που λέει ύπνος 3 ώρες (για έβδομο σερί βράδυ) και κενό για φαγητό ή/και γράψιμο ποτέ για πάνω από 40’ τη φορά, ξεκίνησα σήμερα να δω όλα τα παραπάνω. Το λέω αυτό για να θυμίσω πως ισχύουν οι γνωστοί αστερίσκοι, κανονικά δεν πρέπει να βλέπουμε και να αναλύουμε ταινίες σε αυτή την κατάσταση, κλπ κλπ.

ΜΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΩ, είμαι μάλλον σε μια τέτοια κατάσταση, που… δεν μίσησα τον Trier.

Αλλά πάμε λίγο πίσω.

Ο TRIER

Κάννες: Γιατί όλοι κράζουν τον Λαρς Φον Τρίερ

Ο Trier, που ως γνωστόν πια είχε κηρυχτεί persona non grata από τις Κάννες (αλλά όχι στην πολύ πραγματικότητα) επειδή είχε πει πως καταλαβαίνει τον Χίτλερ, επέστρεψε στην αγκαλιά του Φεστιβάλ που τον ανέθρεψε φέρνοντας μαζί τη νέα σίριαλ κίλερ βιαιότητά του, "The House That Jack Built". Φυσικά προβάλλεται εκτός Διαγωνιστικού, κάτι που στην πραγματικότητα ήταν μάλλον συμβιβασμός ανάμεσα στον διευθυντή του Φεστιβάλ (που τον ήθελε πίσω διακαώς) και στο board of directors (που όχι), αλλά είχε σίγουρα λίγο να κάνει και με το γενικότερο κλίμα της περιόδου. Είναι αυτό που πάντα λέγαμε στο χωριό «read the room λιγάκι», εν προκειμένω τη χρονιά του #MeToo, της παρέλασης των 82 γυναικών στο κόκκινο χαλί, και της Ava DuVernay στην κριτική επιτροπή, δεν βάζεις στο Διαγωνιστικό μια ταινία όπου Matt Dillon πετσοκόβει κομματάκια γυναίκες επί δύο ώρες εξηγώντας μας γιατί όσες βασανίζει και σκοτώνει τις βρίσκει χαζές. (Γοητευτικός άνθρωπος.)

Αλήθεια, αυτό είναι η ταινία.

Ο Matt Dillon παίζει τον Jack, έναν σίριαλ κίλερ τον οποίο ακολουθούμε σε 5 πράξεις βίας του (μαμάδες, παιδάκια, περαστικές, από όλα έχει το μενού), οι οποίες κορυφώνονται σε έναν εκπληκτικό επίλογο που μπορεί να σε κάνει από το να μείνεις με το στόμα ανοιχτό μέχρι να μουτζώσεις επανειλημμένως την οθόνη, αλλά σίγουρα είναι *κάτι*.

Τη βραδιά της πρεμιέρας της ταινίας λοιπόν, συνέβησαν κατά σειρά τα εξής πράγματα:

*O Trier αποθεώθηκε πριν αρχίσει η ταινία

*Άρχισε η ταινία

*Αποχώρησαν 100+ άνθρωποι με το καλημέρα

*Τελείωσε η ταινία

*Ο Trier αποθεώθηκε

Τα γνωστά δηλαδή.

Στο διάστημα από την πρεμιέρα ως την δημοσιογραφική προβολή του επόμενου πρωινού το hype ήδη μιλούσε για μια δίχως προηγούμενο ακρότητα (το οποίο δεν ισχύει φυσικά) και το κλίμα ανάμεσα στα παρεάκια των δημοσιογράφων ήταν οριακά πολεμικό. Άλλοι πήγαιναν να σκίσουν την ταινία, άλλοι έτοιμοι να αμυνθούν απέναντι σε πράγματα τα οποία δεν γίνεται να υπερασπιστείς, γενικά μια φοβερή ατμόσφαιρα. Έτσι νιώθει κανείς όταν πάει να καταταγεί στο στρατό (και δεν θέλει). Είναι βέβαιο πως η ταινία -εκτός του ότι θα μαζέψει πολλά πεντάρια και πολλά κουτάκια- θα είναι #1 σε μία οπωσδήποτε λίστα των ταινιών του 2018: της ταινίας για την οποία οι περισσότεροι θα έχουν άποψη χωρίς να έχουν δει. (Το οποίο… είναι κάπως αναπόφευκτο με την περίπτωση του Trier, μη γελιόμαστε.)

Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως ο σίριαλ κίλερ σε αυτή την ταινία είναι ο Trier, δηλαδή αν πάντα υπήρχε η ιδέα πως ο δημιουργός μιλά στο κοινό του, εδώ είναι απροκάλυπτη. Ο Jack, δηλαδή ο Trier, μας μιλά ευθέως για τις ντροπιαστικές πράξεις βίας στις οποίες έχει προχωρήσει όλα αυτά τα χρόνια απορώντας μάλιστα πώς είναι δυνατόν ως τώρα να διαφεύγει της σύλληψης, μιλώντας για τη σύνδεση τέχνης και βίας (ένα κατακουρασμένο τροπάρι, τουλάχιστον στο πλαίσιο που το θέτει ο Trier), επιμένοντας εκ νέου στον παραλληλισμό με τον Χίτλερ (όχι, σοβαρά, μιλάει για τα δημιουργήματά του και στην οθόνη βλέπουμε τον Χίτλερ από κάτι επίκαιρα στιγμιότυπα) και εξερευνώντας το τι λένε για τον ίδιο του τον εαυτό όλα αυτά που του προσάπτει κόσμος όλα αυτά τα χρόνια.

Υπό αυτή την έννοια ο Trier βρίσκεται σε μια ‘Lady in the Water’ φάση της δημιουργίας του, όπου φτιάχνει ένα έργο ως ευθεία αντίδραση και αφομοίωση των κριτικών που έχουν στραφεί προς το μέρος του. Η ταινία σέρνεται για 2 ώρες, παρουσιάζοντας παραφουσκωμένες πράξεις βίας σαν ιντερλούδια σε μακρόσυρτες πράξεις-μονολόγους, όμως υπάρχει μια τραγικότητα και μια αίσθηση αδιεξόδου στο όλο εγχείρημα που με έκανε να θέλω να ακολουθήσω το επιχείρημα του σκηνοθέτη μέχρι τέλους. Γράφτηκε κάπου πως η ταινία διαβάζεται οριακά και σαν σημείωμα αυτοκτονίας του Trier- δεν ξέρω αν θα έφτανα ως εκεί, πάντως η αλήθεια είναι πως τον παρακολουθούμε καθώς αποδέχεται κάθε κατηγορία και επιμένει στην εξερεύνηση των όσων μπορεί να ελλοχεύουν και ακόμα πιο βαθιά στον προσωπική του κόλαση, εμμονικά παραδομένος στη μοίρα του.

Δεν είναι καλή ταινία, και σίγουρα δεν είναι καλός άνθρωπος, αλλά μοιάζει σαν αυτοαναφορικό ντελίριο κάποιου που πετυχαίνεις μόνο του στο μπαρ να μιλάει για τη ζωή (του) στις 5.30 το πρωί έχοντας πιει κι ένα κάτι παραπάνω.

Να πούμε κάτι πιο ανάλαφρο;

TO STAR WARS

Κάννες: Γιατί όλοι κράζουν τον Λαρς Φον Τρίερ

Ευχαριστώ. Το απόγευμα έκανε πρεμιέρα του "Solo: A Star Wars Story" του ‘Ron Howard’. Οι σταρ της ταινίας βρέθηκαν στην Κρουαζέτ, και σύντομα θα βρεθούν και στο PopCode με αποκλειστικές συνεντεύξεις. Ο Donald Glover μπήκε στο beach party της ταινίας και τα ηχεία έπαιζαν το ‘This Is America’. Ο Ron Howard αφηγείται τη νέα σεζόν ‘Arrested Development’. Η Phoebe Waller-Bridge γράφει το ‘Killing Eve’. Το μισό talent της ταινίας κάνει ενδιαφέροντα πράγματα εκτός ντισνεϊκής αγκαλιάς, το οποίο έχει αν μη τι άλλο πολύ ενδιαφέρον. Αλλά πώς στέκεται το αποτέλεσμα ετούτης της -αρκετά βασανισμένης στην πορεία παραγωγής της, θα έλεγε κανείς- ταινίας;

Το ‘Solo’ διηγείται την Πρώτη Ιστορία του Han Solo. Πρώτη με την έννοια πως μαθαίνουμε τα πάντα για αυτόν, όλα όσα είχαμε σκεφτεί (ή και δεν είχαμε καν σκεφτεί) να ρωτήσουμε. Πώς γνωρίστηκε με τον έναν, πώς απέκτησε το άλλο, πώς πέτυχε το παράλλο. Δε θέλω να μπω σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες γιατί η όλη χαρά της ταινίας είναι αυτό το γέμισμα των κενών που κάνει. Είναι fan service σε απόλυτο βαθμό, και το λέω για καλό - η ταινία ξέρει απολύτως τι είναι.

Το οποίο είναι περίεργο, επειδή υπήρχε το όλο δράμα με την αντικατάσταση των σκηνοθετών τελευταία στιγμή - οι Lord & Miller είναι γνωστοί για το meta χιούμορ που φέρνουν σε ταινίες που δεν έχουν δικαίωμα να λειτουργούν τόσο αποτελεσματικά (‘LEGO Movie’, ‘21 Jump Street’) και περιμέναμε με ενδιαφέρον να δούμε ένα εξίσου ανίερο take πάνω στην ιστορία προέλευσης του Han Solo. Αυτό που παίρνουμε εδώ, από τα πάντα σταθερά, πάντα ασφαλή, χέρια του Ron “τρία αστεράκια” Howard είναι μια αυτοτελής περιπέτεια που χωρίς άνισο τόνο (αν και σε μερικά σημεια μπορείς να δεις ηθοποιούς να αντιδρούν σε κάτι σαφώς πιο αστείο από αυτό που βλέπουμε στη οθόνη) παραδίδει ένα φαν δίωρο-δώρο για τους φανς.

Δεν είναι σπουδαία ταινία σε καμία περίπτωση, και ερχόμενη αμέσως μετά το σχεδόν ριζοσπαστικό ‘The Last Jedi’ φαίνεται σαν απλό παραμυθάκι που θα έλεγε κάποιος χαρακτήρας αυτού του κόσμου στα παιδιά του. Όμως αυτή είναι τελικά και η γοητεία του: Ούτε βαρύνουσα μυθολογία, ούτε Δύναμη, ούτε Τζεντάι, ούτε περίπλοκα politics. Είναι μια μικρού βεληνεκούς περιπέτεια για έναν χαρακτήρα του οποίου η μαγεία πάντα βασιζόταν στο πόσο έξω από ‘όλα αυτά’ έμοιαζε να είναι- και να το απολαμβάνει.

Κι εξάλλου, υπάρχει πάντα ο Donald Glover. Το να πούμε πως ο ηθοποιός / τραγουδιστής / σκηνοθέτης / σεναριογράφος / μελλοντικός νομπελίστας κλέβει την παράσταση στην ταινία δεν είναι καν απαραίτητο, την είχε ήδη κλέψει από τις πρώτες εικόνες. Την είχε κλέψει οριακά πριν ξεκινήσει να γυρίζεται. Ο Glover ως Lando περιφέρεται με χάρη και με άνεση σα να έχει διαρκώς επίγνωση του ότι βρίσκεται σε μια ανάλαφρη περιπέτεια όπου τίποτα κακό δε μπορεί να του συμβεί, αλλά χωρίς να είναι εξυπνάκιας κιόλας. Το απολαμβάνει, και το απολαμβάνουμε κι εμείς μαζί του. Σηκώνει το φρύδι αλλά όχι μετα-ειρωνικά όπως θα έκανε κάποιος αγχωμένος παραπολύκουλ σταρ, σηκώνει το φρύδι και χαμογελάει, σα να λέει στον συμπρωταγωνιστή του, «κοίτα που είμαστε, κοίτα τι μας συμβαίνει, απόλαυσέ το». Ο Glover σηκώνει πάνω του όλο το στυλιστικό (και όχι μόνο) κουλ της ταινίας, φοράει κάπα πάνω σε άλλη κάπα, έχει τρελή χημεία με ένα ρομπότ, και ζωντανεύει κάθε ίντσα κάδρου το οποίο καταλαμβάνει. Ανυπομονώ για το spin-off του.

Πιο πολύ από όλα όμως; Ανυπομονώ να ξαναδώ σε αίθουσα το «Long Day’s Journey Into Night» του Bi Gan, ένα κινέζικο 3D από τον σκηνοθέτη του αγαπημένου μου ντεμπούτου τα τελευταία χρόνια στο σινεμά.

ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΕΖΙΚΟ 3D

H δεύτερή του ταινία είναι σε μεγάλο βαθμό σαν επανεκτέλεση της πρώτης αλλά σε ένα επίπεδο πολύ πιο ευρύ και εντυπωσιακό. Η πλοκή, που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία στις λεπτομέρειές της, αφορά έναν άντρα που επιστρέφει στην πόλη που μεγάλωσε, και ξεκινά την αναζήτηση μιας γυναίκας (η Tang Wei του «Blackhat» και του «Lust, Caution») που του έχει μείνει αξέχαστη. Θυμάται μόνο ένα όνομα.

Η ταινία εξελίσσεται σαν ένας ονειρικός στοχασμός πάνω στη φύση της μνήμης που θυμίζει κάτι από Apichatpong, κάτι από Tarkovsky- αλλά ξέρετε τι δεν έκαναν ποτέ αυτοί; Δεν σκηνοθέτησαν ένα 70λεπτο 3D όνειρο, αυτό δεν έκαναν. Ο ήρωας αναζητά τη γυναίκα και χάνεται σε διαδρομές της πόλης και σε διαδρομές του μυαλό του χωρίς ποτέ να είναι απολύτως σαφές αν όσα βλέπουμε και βλέπει, είναι αναμνήσεις, είναι όνειρα ή είναι απλά προβολές και επιθυμίες του.

Κάπου κοντά στη μέση της ταινίας, ο ήρωας κάθεται σε μια κινηματογραφική αίθουσα και φορά γυαλιά για να παρακολουθήσει μια 3D ταινίες. Σε εκείνο το σημείο τα φοράμε κι εμείς- στην αρχή της προβολής μιας οθόνη μας ενημερώνει πως, «αυτή ΔΕΝ είναι μια 3D ταινία, αλλά σας προσκαλούμε να φορέσετε τα γυαλιά σας μαζί με τον πρωταγωνιστή μας». Όταν συμβαίνει αυτό τόσο εκείνος όσο και η ταινία βυθίζονται σε ένα ονειρικό trance όπου ο χρόνος και η μνήμη διαστέλλονται και συστέλλονται, με τον Bi Gan να απεικονίζει αυτό το εσωτερικό ταξίδι μέσα από ένα αδιανόητης βιρτουοζιτέ 3D μονοπλάνο 70 περίπου λεπτών.

Το ότι το φεστιβαλικό κύκλωμα μπορεί να στηρίξει τη δημιουργία μιας τέτοιας ταινίας με τη χρήση τέτοιων μέσων (το γύρισμα εμπλέκει drones και steadicams, διαδραματίζεται στο έδαφος και στον αέρα, μετατοπίζει ανάμεσα σε αντικειμενικό και υποκειμενικό πλάνο, χαρτογραφεί έναν ολόκληρο χώρο ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες, περνώντας μέσα από πόρτες, αλλάζοντας σκηνικά) είναι ένα θαύμα. Αυτή η ταινία είναι λόγος να αγαπάς το σινεμά.

*Info: Το ‘Solo’ προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού και θα παιχτεί στην Ελλάδα από την Feelgood. Το ‘The House That Jack Built’ προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού και θα παιχτεί στην Ελλάδα από τη Seven Films. Το ‘Long Day’s Journey Into Night’ προβλήθηκε στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα και θα παιχτεί στην Ελλάδα από τη Seven Films.

Πηγή: 

Popcode.gr

SHARE: