Μουσακάς: Ένα φαγητό αβέβαιης ετυμολογίας

Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου EUROKINISSI

Το παγωμένο, αυτό που έχει ζεσταθεί και το ακριβό σφουγγάρι για τουρίστες.

Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ εθνοπροδότης, δηλώνω με παρρησία πως η λέξη “μουσακάς”, που αναφέρεται σε ένα από τα εθνικά μας πιάτα, με τα οποία ταΐζουμε τους ξένους τουρίστες, είναι τουρκική, όπως αναφέρει σαφώς το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.

Όμως! Όμως, η τουρκική λέξη “musakka” παράγεται από την αραβική "musaqqa‘a" , που σημαίνει, παραδόξως, “κρύο, παγωμένο, άσπρο”. Κατά μία άλλη εκδοχή, σύμφωνα με την Βικιπαιδεία, η λέξη “μουσακάς” προέρχεται από την παλαιστινιακή λέξη “musakhan”, που σημαίνει"αυτό που έχει ζεσταθεί".

Όπως και να’ χει, το νόστιμο φαγητό με μαγειρεμένο κιμά, μελιτζάνες και πατάτες απαντάται, σε διάφορες παραλλαγές, εκτός βέβαια από την Ελλάδα και την Τουρκία, στα Βαλκάνια, αλλά και σε χώρες της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ευρώπης.

Ο μουσακάς που τρώμε σήμερα, και πουλάμε στους τουρίστες, όπως είπα, ως “greek mousaka”, ενίοτε αποψυγμένος σε φούρνο μικροκυμάτων και ελεεινός, αλλά προς 12 ή και 15 ευρώ το πιάτο, εμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, μέσα από τις συνταγές του Νικόλαου Τσελεμεντέ. Ο διάσημος αρχιμάγειρος του παλατιού αφαίρεσε τα πολλά μπαχάρια των προηγουμένων συνταγών, και αντικατέστησε την κρέμα από αλεύρι Τεργέστης με την γνωστή και αγαπημένη μπεσαμέλ, η οποία επιστέφει έκτοτε κάθε επιτυχημένο μουσακά, αφράτη-αφράτη, ζουμερή και νόστιμη.

Ας μην κολλάμε λοιπόν στην εθνικότητα του μουσακά, κι ας μείνουμε στη ψυχή του, δηλαδή στη γεύση του. Κι ας ευχηθούμε να έχει ίχνη ψυχής και γεύσης το μουσακοειδές ελαστικό σφουγγάρι που ακριβοπληρώνουν στα τουριστικά μαγαζιά οι καημένοι τουρίστες.

Από πού κρατάει η σκούφια μας

Κάθε λέξη κρύβει μια ιστορία. Η ετυμολογία της, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσής της και της αρχικής της σημασίας, μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά, τόσο στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων, όσο και στις λέξεις που περιγράφουν αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες.

ADVERTISING

SHARE: