Πάστα: Ελληνικής προέλευσης κι αυτή

Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου AP

Τα μισοβρασμένα και τα παραβρασμένα ζυμαρικά, και η αλατισμένη σάλτσα

Οι λάτρεις των μακαρονιών χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους «Ιταλούς» και τους «Έλληνες». Ο πρώτοι τρώνε τα ζυμαρικά τους «αλντέντε», που σημαίνει «στο δόντι», δηλαδή μισοβρασμένα, να κρατάνε λίγο, να τα νιώθεις στο δόντι. Βέβαια, για τους δεύτερους, αυτά τα «αλντέντε», θεωρούνται άβραστα.

Απ’ την άλλη, οι «Ιταλοί», επικρίνουν τους «Έλληνες» πως τρώνε τα ζυμαρικά τους σχεδόν λιωμένα, καθώς έχουν βράσει τόσο πολύ, ώστε έχουν λασπώσει, επιστρέφοντας στην αρχική τους πρώτη ύλη, την «πάστα». Σε όποια σχολή και αν ανήκετε πάντως, θα ήθελα να σας πληροφορήσω πως η παγκοσμίως γνωστή ιταλική λέξη «πάστα», που σημαίνει τα ζυμαρικά γενικώς, είναι ένα ακόμα αντιδάνειο!

Ναι, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, η λατινική λέξη «pasta» προέρχεται από την ελληνική «πάστη», που σημαίνει σάλτσα ανακατεμένη με αλεύρι, ζύμη, η οποία είναι ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου «παστός», που σημαίνει «αλατισμένος», «συντηρημένος σε άλμη», από το ρήμα «πάσσω», δηλαδή «πασπαλίζω, ραίνω».

Τώρα, αυτή την πληροφορία μπορείτε βέβαια να τη χρησιμοποιήσετε κατά το δοκούν στις μεταξύ σας έριδες, όσον αφορά το χρόνο που πρέπει να βράζεται η πάστα, δηλαδή τα ζυμαρικά. Που δεν πρέπει να είναι τραγανιστά, σαν κριτσίνια, αλλά ούτε και να τα αλείφεις στο ψωμί, σαν βούτυρο, κατά τη γνώμη μου.

Από πού κρατάει η σκούφια μας

Κάθε λέξη κρύβει μια ιστορία. Η ετυμολογία της, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσής της και της αρχικής της σημασίας, μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά, τόσο στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων, όσο και στις λέξεις που περιγράφουν αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες.

ADVERTISING

SHARE: