Σάτιρα -και φάρσα- σημαίνει ποικιλία, αλλά λίγοι την ανέχονται

Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου AP

Από τους Ρωμαίους μέχρι τον Σουρή, η σάτιρα ξεκινά από εμάς τους ίδιους

Η σάτιρα, αυτό το έμμετρο ή πεζό λογοτεχνικό είδος, στο οποίο με σκωπτικό τρόπο ασκείται κριτική σε πρόσωπα ή κοινωνικές καταστάσεις με σκοπό τη διόρθωσή τους, προέρχεται από το λατινικό «satira» ή «satura», που σημαίνει «κορεσμός», «ποικιλία». Η λέξη χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει το ποικίλης υποθέσεως ποιητικό έργο, που χαρακτηριζόταν από πλήθος αστεϊσμών και χλευαστικών στοιχείων, όπως λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.

Παρόμοια σημασιολογική εξέλιξη παρουσιάζει και η λέξη φάρσα, από το λατινικό ρήμα «farcio» που σημαίνει «πληρώ, γεμίζω». Τώρα το «σάτυρα», με ύψιλον, είναι λάθος, εάν χρησιμοποιείται για τον σκωπτικό, ειρωνικό λόγο. Αυτή η λέξη παράγεται από τους Σατύρους, τους ερωτύλους τραγοπόδαρους και κερασφόρους ακόλουθους του Διονύσου και πιθανώς είναι προελληνικής προέλευσης.

Τώρα, τα όρια της σάτιρας είναι ένα τεράστιο θέμα. Κάποιοι υποστηρίζουν πως η σάτιρα δεν θα έπρεπε να έχει ιερό και όσιο, και πως μόνο με τα πραγματικά σοβαρά γεγονότα στη ζωή αξίζει να αστειευτεί κανείς. Οι ίδιοι λένε πως πριν ο σατιρικός καλλιτέχνης καταπιαστεί με τους άλλους, οφείλει να αρχίσει ασφαλώς με τον εαυτό του. Για παράδειγμα ο μεγάλος ποιητής Γεώργιος Σουρής, είχε αυτοπεριγραφεί, σε ένα σχετικό ποίημά του, ως εξής: «Μπόι δυο πήχες, κόψη κακή, γένια με τρίχες εδώ κι εκεί. / Κούτελο θείο, λίγο πλατύ, τρανό σημείο του ποιητή./ Δυο μάτια μαύρα χωρίς κακία, γεμάτα λαύρα μα και βλακεία./ Μούρη αγρία καὶ ζαρωμένη, χλωμή και κρύα σαν πεθαμένη. /Δόντια φαφούτη όλο σχισμάδες, ύφος τσιφούτη γιὰ μαστραπάδες».

Από πού κρατάει η σκούφια μας

Κάθε λέξη κρύβει μια ιστορία. Η ετυμολογία της, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσής της και της αρχικής της σημασίας, μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά, τόσο στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων, όσο και στις λέξεις που περιγράφουν αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες.

ADVERTISING

SHARE: