Τσιγγάνος: Ένας παρίας από την Ινδία

Τσιγγάνος: Ένας παρίας από την Ινδία

Οι ανέγγιχτοι, οι κατσίβελοι κι ο Βοσκόπουλος

Η λέξη «τσιγγάνος» παράγεται από το “αθίγγανος”, δηλαδή ανέγγιχτος, άθικτος, παρίας, το μέλος της κατώτερης κάστας, που κανείς δεν πρέπει να αγγίζει. Όπως λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ο όρος “αθίγγανος” αποδόθηκε από τους Βυζαντινούς κατά τον 4ο-5ο αιώνα στους πιστούς μιας μανιχαϊστικής αίρεσης, τους Μελχισεδεκίτες, οι οποίοι είχαν μετοικήσει από τη Φρυγία στο Βυζάντιο, και που εσφαλμένα, το τονίζω, ο Βυζαντινοί τους ταύτισαν με τους Τσιγγάνους.

Οι ίδιοι οι Τσιγγάνοι τώρα, που έλκουν την καταγωγή τους από την Βόρειο Ινδία, αποκαλούν τον εαυτό τους “Ρομ”, στην γλώσσα τους, τα “Romany”, ένα ιδίωμα που προέρχεται από τα αρχαία ινδικά. Ρομ σημαίνει “άνδρας, σύζυγος”, ενώ όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι επί Γης, οι μη Τσιγγάνοι, είναι για τους Ρομ οι “gadje”, δηλαδή οι άξεστοι, οι χωριάτες. Οι τσιγγάνοι αποκαλούνται και “Κατσίβελοι”, από το ιταλικό “cattivelo”, υποκοριστικό του “cattivo”, από το λατινικό “captivus”, που σημαίνει “αιχμάλωτος, δούλος”. Επίσης λέγονται και “μποέμ”, που σημαίνει στα γαλλικά “Βοημός”, δηλαδή οι πρόσφυγες από τη Βοημία, που μετακινούνταν και ζούσαν ξένοιαστοι και ελεύθεροι, απ’ όπου και η σημασία της λέξης “μποέμ”.

Σ’ αυτό το εξιδανικευμένο, μποέμικο πνεύμα, αξέχαστος έχει μείνει ο Τόλης Βοσκόπουλος, στην ταινία του Οδυσσέα Κωστελέττου, του 1971, με τίτλο «Αδέλφια μου αλήτες πουλιά», που σημείωσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Ο λαϊκός τραγουδιστής, με έντονο σκούρο μακιγιάζ, έκανε θραύση στον πρωταγωνιστικό ρόλο ενός νέου Τσιγγάνου. Μακάρι η καθημερινή ζωή των Ρομά να ήταν τόσο ρομαντική όσο και του Βαντάρ (Βοσκόπουλου), όσο και να υπέφερε αυτός από τον κακό Καρατζάι (Ανέστης Βλάχος).

Από πού κρατάει η σκούφια μας

Κάθε λέξη κρύβει μια ιστορία. Η ετυμολογία της, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσής της και της αρχικής της σημασίας, μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά, τόσο στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων, όσο και στις λέξεις που περιγράφουν αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες.

ADVERTISING

SHARE: