'Ο Καραγάτσης ήταν σαν παιδί που κάνει διαολιά'

.  5,  21  2018
. 5, 21 2018 CREDIT: ΕΘΝΟΣ/ΣΠΥΡΟΣ ΜΠΑΚΑΛΗΣ

Η συγγραφέας του «Ευχαριστημένου», Μαρίνα Καραγάτση, μιλά για τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα της, τις ανασφάλειες του και τη θέλησή της να γράψει το παραμύθι της ζωής της

Της Ιωάννας Κλεφτόγιαννη

Το σπίτι της Μαρίνας Καραγάτση είναι ένα μουσείο μνήμης. Φωτογραφίες με τον πατέρα της, τη μητέρα της και ζωγράφο Νίκη, πίνακές της, το κουκλοθέατρό της για τον εγγονό της Δημήτρη Τάρλοου, φωτογραφίες των παιδιών του, βιβλία, πάρα πολλά βιβλία, έργα του Γιάννη Τσαρούχη επιστήθιου φίλου της Νίκης. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, ένας γάτος, που έρχεται και σου χαϊδεύεται και στη δική της αγκαλιά γουργουρίζει.

Με προκαταλαμβάνει απ’ το πρώτο λεπτό. «Δεν θα μιλήσουμε μόνο για τον Καραγάτση». Δεν το αποφύγαμε. Τη συναντώ ξανά, για το «Ευχαριστημένο ή οι Δικοί μου άνθρωποι» ( Εκδόσεις Άγρα»), ένα βιβλίο μυθοπλασίας μεν που όμως αντλεί απ’ τη δεξαμενή της καθαρής βιωματικότητας, την οποία είχε το θάρρος να μην εξωραΐσει. Στο πρώτο κεφάλαιο μάς μιλάει ο πατέρας της ο Καραγάτσης. Εμείς εισχωρούμε στα μύχια των σκέψεών του. Στο δεύτερο, δίνει το λόγο στην υπηρέτρια της οικογένειας, που τη βάφτισε «Ευχαριστημένο», την Λασκαρώ, αιτία συγγραφής του βιβλίου, και στο τρίτο στη γιαγιά της, Νίνα, που μας συνδέει με τα αρχοντικά αντρεώτικα εφοπλιστικά παρακλάδια της οικογένειας, από την πλευρά της μητέρας της Νίκης. Στο τέλος, η Μαρίνα Καραγάτση σκηνοθετεί μια ανοιξιάτικη μέρα του 2006 με τους νεκρούς της να επιστρέφουν και να συζητούν συμφιλιωμένοι τα περασμένα.

Γιατί ξανά, σήμερα ειδικά, μια δεύτερη κουβέντα με τη Μαρίνα Καραγάτση για ένα βιβλίο του 2009 (βραβείο μυθιστορήματος περιοδικού «Διαβάζω»); Γιατί ο γιος της και εγγονός του Καραγάτση, Δημήτρης Τάρλοου, μετά την επιτυχία της σκηνικής μεταφοράς της «Μεγάλης Χίμαιρας», αποτολμά τη θεατροποίηση και του «Ευχαριστημένου».

«Οι ώρες που περιμέναμε με τον μπαμπά μου τη μητέρα μου να γυρίσει απ΄ το εργαστήρι χαλκογραφίας του Κεφαλληνού ήταν αβάσταχτες», αφηγείται η Μαρίνα κάποια στιγμή που ο γάτος βρίσκεται στο αυτί μου.

Για ποιο λόγο;

Γιατί φοβόμουνα.

Τι φοβόσασταν;

Τις εκρήξεις μου.

Με τι εκρήγνυτο;

Δεν ήξερες ποτέ. ‘Ήταν αναπάντεχο. Κάτι τον ενοχλούσε. Από μέσα του ο άνθρωπος υπέφερε, είχε νεύρα. Ήταν άυπνος.

Υπέφερε από αϋπνίες ο Καραγάτσης;

Αϋπνίες φοβερές. Αν δεν είχε κοιμηθεί καλά δεν μπορούσε μετά να καθίσει να γράψει. Ήτανε ένας φαύλος κύκλος.

Υπήρξε όντως μαζί σας απορριπτικός; Συνέκρινε τις σχολικές εκθέσεις σας με τις δικές του, για να αποδείξει πόσο απλοϊκά σκεφτόσασταν;

Είναι αλήθεια. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να με συγκρίνει με το δικό του ταλέντο.

Ως παιδί ήσασταν σφουγγάρι; Ρουφούσατε και καταγράφατε ό,τι ζούσατε κι ό,τι σας αφηγούνταν;

Δεν μιλούσα, αλλά έβλεπα.

Σας κατηγορούσε ο πατέρας σας ότι ήσασταν αδιάφορη, χωρίς περιέργεια;

Είναι οι σκέψεις που πιστεύω εγώ ότι έκανε όταν μου έλεγε «τι κάθεσαι και διαβάζεις μυθιστορήματα; Θα γίνεις σαν αυτές του κατηχητικού με τα σπυριά και τους κότσους; Να βγαίνεις, να κάνεις παρέα με αγόρια».Ήταν το αντίθετο των άλλων πατεράδων. Δεν είχε καμία ηθικολογία κι όλες οι ιδιοτροπίες του ήταν καλλιτεχνικές. Ήταν το ζήτημα του πνεύματος, γι’ αυτό ανησυχούσε και για την κόρη του.

Είχε προσπαθήσει μάταια να σας μυήσει στον Παλαμά, στον Μποντλέρ και στον Βάγκνερ. Σε ποια ηλικία;

Ήμουνα 8-9 ετών.

Νοιαζόταν επομένως για σας.

Δεν ξέρω πόσο νοιαζόταν. Του ερχόταν ξαφνικά κι έβαζε τις «Βαλκυρίες» . Σα να ήθελε να δοκιμάσει πώς θα αντιδράσω. Εγώ φοβόμουνα.

Πέθανε νέος, κοντά στα 50. Θα έγραφε, πιστεύετε, πολλά έργα ακόμα; Δεν πρόφτασε;

Ε, βέβαια, αφού έγραφε το «10», που είχε άλλη μορφή. Ήταν ένα πολύ πιο λαϊκό έργο, με μια φοβερή ζωντάνια. Απορώ, όλους αυτούς τους ανθρώπους τους γνώρισε; Ξέρω ότι, ενώ είχε πάθει το έμφραγμα, κατέβαινε τα πρωινά στον Πειραιά, καθότανε σε καφενέδες και μιλούσε με ανθρώπους λαϊκούς.

Αναζητώντας το έμψυχο υλικό του βιβλίου του;

Ναι. Σίγουρα μπαίνουνε μέσα στα βιβλία του πάρα πολλά προσωπικά κι αυτοβιογραφικά στοιχεία. Στο «Γιούγκερμαν», ο Καραμάνος και ο Γιούγκερμαν είναι διχασμένος ο Καραγάτσης. Ο Γιούγκερμαν είναι το ιδανικό, το πώς θα ήθελε να είναι ο Καραγάτσης και ο Καραμάνος είναι αυτό που είναι ο Καραγάτσης. Ένας άνθρωπος υπερευαίσθητος, με αϋπνίες, που γράφει. Πάντα μέσα στα βιβλία του βρίσκεις τον ίδιο και τα βαρίδια του.

Σας μιλούσε για τα βιβλία που έγραφε όσο τα έγραφε;

Καθόλου. Αργότερα, προς το τέλος της ζωή του, όταν έγραφε το «Σέργιος και Βάκχο» μάς κάθισε μια μέρα με τη μαμά μου και μας λέει «θα σας διαβάσω ένα από τα κεφάλαια του νέου». Και καθίσαμε εμείς έντρομες κι άρχισε να διαβάζει. Κι όταν τέλειωσε μάς ρώτησε «και λοιπόν;».

Τον έτρεμε κι η μητέρα σας;

Όλοι. Κι οι φίλοι του τον έτρεμαν. Δηλαδή, όταν βγαίνανε έξω να φάνε, θυμάμαι, προχωρούσε εκείνος μπροστά κι ακολουθούσανε οι φίλοι του. Τον ρωτούσαν «πού θα πάμε να φάμε;» κι απαντούσε «θα δείτε».

Απαιτούσε άκρα του τάφου σιωπή για να γράψει;

Περπατούσαμε στις μύτες των ποδιών!

Τον απασχολούσε η πολιτική;’Έλεγε: «δεν είμαι ούτε Αριστερός ούτε Δεξιός».

Ναι, αν και ήταν σαφώς αντικομμουνιστής. Από εκεί και πέρα, πιο πολύ τον απασχολούσε η τέχνη του παρά τα κόμματα, παρόλο που είχε βάλει υποψηφιότητα με τον Μαρκεζίνη. Έλεγε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα «το έκανα για να μπω στη μύτη του αδελφού μου που είναι στην ΕΡΕ». Και πράγματι ο Τάκης Ροδόπουλος ενοχλήθηκε πάρα πολύ. Ο Καραγάτσης ήταν σαν παιδί που κάνει διαολιά.

Ο ίδιος υποστήριζε πάντως ότι δεν έχει πείραξε ποτέ συνάδελφό του, πως είναι αγαπητός στους λογοτεχνικούς κύκλους, κι αυτό θα αποδειχτεί στην κηδεία του.

Αυτό είναι το χιούμορ του Καραγάτση. Εννοεί ότι όταν θα φύγει απ΄τη ζωή θα ησυχάσουν.

Τους ενοχλούσε;

Τους ενοχλούσε, νομίζω, το ταλέντο του. Ζήλευαν. Αυτός ο φθόνος υπάρχει στην Ελλάδα.

Ο μάγος- αστρολόγος, ο Αράμ, μελετώντας το ζώδιό του του είχε πει ότι το επόμενο δίμηνο, εν μέσω Δεκεμβριανών, μπορεί να κινδυνέψει η ζωή του. Και κλείστηκε στο σπίτι. Ήταν προληπτικός;

Ήτανε και φοβητσιάρης, νομίζω, λίγο. Δεν ήταν πολύ γενναίος.

Ερωτεύτηκε τη Νίκη Καραγάτση;

Ξέρω ότι η μητέρα μου τον ερωτεύτηκε πάρα πολύ. Ξέρεις τι είναι να πιστεύει ότι είναι ο καλύτερος συγγραφέας που υπάρχει;

Ο ίδιος είχε δηλώσει «απλούστατα μια ευπρεπής μετριότητα είμαι». Το πίστευε;

Αυτά είναι του Καραγάτση! Πίστευε ότι ήτανε ένας καλός συγγραφέας. Βέβαια, στη δεκαετία του 50, μετά τον Εμφύλιο, η Αριστερά τον χτύπησε πάρα πολύ. Αναθεωρήσανε οι Αριστεροί, αλλά είχε πεθάνει.

Τον είχαν πειράξει οι επιθέσεις;

Πολύ. Μια μέρα μου εξομολογήθηκε: «Μήπως και δεν αξίζω τίποτα; Μήπως είμαι ένα μηδενικό;».

Είχε ανασφάλεια;

Είχε κι αυτή την ανασφάλεια και την άλλη. Αν αρέσει ως άνδρας.

Κάποια στιγμή με ρώτησε: «Θα ‘θελα να ξέρω αν δεν ήμουνα ο Καραγάτσης, θα άρεσα σε καμιά γυναίκα;»

Τι απαντήσατε;

Ποτέ δεν απαντούσα. Κοκκάλωνα.

Στο βιβλίο σας γιατί δεν συμπεριλάβατε τις μεγάλες μαζώξεις σπίτι σας με τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες;

Δεν θέλησα να κάνω ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό. Θα ήταν πολύ βαρετό. Εγώ έγραψα ένα παραμύθι. Το παραμύθι της ζωής μου. Είναι αυτό που έλεγε ο πατέρας μου. Τι είναι η ζωή; Μια μεγάλη παρεξήγηση.

Ήταν δική σας επιθυμία να γίνει θέατρο το «Ευχαριστημένο»; Ναι. Ο Δημήτρης φοβόταν πάρα πολύ να εμπλακεί στα οικογενειακά. Αυτό που έκανε τελικά είναι σαν ένα άγριο παραμύθι.

Τι είναι αυτό που δεν προφτάσατε να πείτε στον πατέρα σας;

Ότι τον αγαπώ πολύ.

Δεν του το είπατε όσο ζούσε;

Όχι!

Εκείνος σας το είπε;

Ποτέ!

*Το «Ευχαριστημένο» παρουσιάζεται, στο θέατρο Πορεία, σε διασκευή Έρις Κύργια, σκηνοθεσία Δ. Τάρλοου, με τους Χρ. Μαλάκη, Σμαράγδα Σμυρναίου, Κ. Μανωλιδάκη, Σ. Τουμάση και Ειρ. Δράκου.

Credit φωτογραφίας: Έθνος/Σπύρος Μπακάλης

ADVERTISING

SHARE: