8 ημέρες (σχεδόν) καθαροί από ίντερνετ

8 ημέρες (σχεδόν) καθαροί από ίντερνετ

Γιατί οι Κουβανοί 'δεν μοιράζονται το ίντερνετ'.

Στο πίσω μέρος ενός κτιρίου που θα έβαζες στοίχημα δύο μπουκάλια ρούμι ότι αποκλείεται να είναι κατοικήσιμο, υπάρχει ένα γκράφιτι με τη φάτσα του Τσε Γκεβάρα. Στο κάτω μέρος του, φιγουράρει η λεζάντα: ‘NO CARTELES’. Ήταν ο δέκατος πέμπτος Τσε τοίχου που συναντούσα μέσα σε μία ημέρα και ο πρώτος που θέλησα να μοιραστώ με τους διαδικτυακούς μου φίλους στο Instagram -τα μετρημένα πέντε λεπτά που κατάφερε να συνδεθεί το κινητό μου στο διαδίκτυο. Έγραψα ένα ‘No internet’ και άφησα τον πρασινωπά χρωματιστό επαναστάτη να γνωρίσει τις θαυμαστές καρδούλες του διαδικτύου.

Οι καμπύλες του wifi στην Κούβα είναι τόσο δυσεύρετες που δεν χρειάζεται να είσαι εθισμένος στο ίντερνετ για τις βλέπεις σαν ουράνιο τόξο κάθε φορά που εμφανίζονται πάνω αριστερά στην οθόνη σου. Θεωρητικά, μπορείς να το εντοπίσεις να σουλατσάρει στους περισσότερους δημόσιους χώρους της Αβάνας, του Τρινιδάδ, της Κούβας γενικότερα. Ακόμα πιο θεωρητικά, μπορείς να το κάνεις δικό σου αρκεί να έχεις προμηθευτεί μία κάρτα των 5 CUC που στη μαύρη αγορά πωλείται λαθραία 3 CUC (αλλά μπορεί να είναι και ήδη χρησιμοποιημένη και η τσιγκουνιά σου να αποβεί μοιραία). Πρακτικά, το wifi θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ένα είδος υπό εξαφάνιση.

(Φωτογραφίες: Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson)

Γενικότερα το ίντερνετ στην Κούβα είναι ένα είδος υπό εξαφάνιση. Ειδικά αν σκεφτούμε ότι οι αστακοί που τριγυρνούν μαγειρευτοί και λαχταριστοί στα διάφορα μαγαζιά είναι μερικές δεκάδες ευρώ και CUC φθηνότεροι από το κόστος 1MB με 3G ή 4G.

 

Το πρώτο χαστούκι του ‘εδώ δεν είναι Ευρώπη ούτε Αμερική’ το φάγαμε με το που πατήσαμε το πόδι μας στην casa της Matilda (που λέγαμε προηγουμένως). “Ποιος είναι ο κωδικός του ίντερνετ;”ρωτήσαμε. “Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε”, μας απάντησε σε ελεύθερη απόδοση αφού η επικοινωνία μας βασιζόταν κυρίως στη γλώσσα του σώματος. Μας πρόσφερε μερικά ποτήρια από τον υπέροχο χυμό εξωτικών φρούτων  απόχρωσης ροζ, και εξαφανίστηκε στο μικρό κουζινάκι της. Δίχως να πει κουβέντα για το μαγικό pass που θα έδινε τη δυνατότητα στους πελάτες-φιλοξενούμενους της να ανακαλύψουν τη χώρα της μέσα από την οθόνη του κινητού τους.

 

Τώρα που τελείωσε όλο αυτό, πρέπει να γραφεί με απόλυτη βεβαιότητα ότι κατά την παραμονή μας εκεί, τα ιγκουάνα που τριγυρνούσαν στον κήπο, η γεύση του μάνγκο και των υπολοίπων φρούτων που δεν καταφέραμε ποτέ να καταλάβουμε ποιο είναι ποιο και να μάθουμε το όνομά τους, οι μπαμπού καρέκλες, το άραγμα κάτω από τον ήλιο, δεν θα ήταν ίδια αν είχαμε το διαδίκτυο διαθέσιμο στην παρέα.

 

Περάσαμε το στάδιο της έλλειψης από την αποχή στα social media, σχετικά εύκολα και πάρα πολύ γρήγορα. Για να είμαι ειλικρινής, την είχαμε καταβρεί εντοπίζοντας μία ελευθερία που είχε χαθεί μέσα στη ρουτίνα του smartphone και των τόσων επιλογών του. Αν ήταν η επικοινωνία με τους δικούς μας στη μέση, τότε είμαι σχεδόν σίγουρη ότι το παιχνίδι του θησαυρού ‘ίντερνετ’ θα το είχαμε παρατήσει και θα είχαμε πάει για πίνες κολάδες (μου αρέσει να το κλίνω).

Κάθε φορά που το εντοπίζαμε, είχαμε κατά μέσο όρο επτά με οκτώ λεπτά επαφής. Έπειτα, ο χρόνος τελείωνε μαζί με την κάρτα. Μία αντίστοιχη τηλεκάρτα του μακρινού παρελθόντος που ήταν ξαφνικά τόσο παρόν.

 

Στο πρώτο μισό του ταξιδιού, το ‘οι Κουβανοί δεν έχουν ίντερνετ’ φιγούραρε σαν ταμπέλα neon σε ένα δρόμο βρώμικο, γεμάτο λάσπες. Τρεις τέσσερις ημέρες φαγώθηκαν με συζητήσεις του στυλ ‘πόση τεχνολογία μπορεί να στερούνται αυτοί οι άνθρωποι’. Έπειτα, ήρθαν τα ρούμια, η σάλσα σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνιά του δρόμου, το χαμόγελο. Και το ‘πόσο τυχεροί είναι αυτοί οι άνθρωποι. Πόσο ελεύθεροι’ ήρθε να αντικαταστήσει κάθε λύπηση. Και ναι θα ήταν υπέροχο, η ιστορία να τελείωνε κάπου εκεί.

Η προσγείωση στην πραγματικότητα όμως, ήρθε κάπου κοντά στην έβδομη ημέρα. Τότε ήταν που χρονικά εντοπίζω ότι ρουφήξαμε με μανία το παραγεμισμένο με ήλιο μπαλόνι ουτοπίας που είχαμε φτιάξει στο μυαλό μας για την κατάσταση και αρχίσαμε να ξεφυσάμε κάπως απογοητευμένα, με φωνή παραμορφωμένη.

‘Οι Κουβανοί δεν μοιράζονται το ίντερνετ’, αυτή ήταν η αλήθεια. Μία αλήθεια που πρόδιδε το φαγωμένο μηλαράκι του Στιβ Τζομπς στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου (την ώρα που σχεδόν κανείς δεν έχει iPhone). Ένα γεγονός όπως το ότι δεν υπήρχε Κουβανός στο δρόμο, που να μη σκρολάρει στο Facebook.

Όχι δεν ήταν τελικά ότι έχουν ασπαστεί το γλέντι και το χορό και τη ζωή μακριά από την τεχνολογία. Ούτε ότι καταδικάζουν την αμερικανιά από όπου και αν προέρχεται. Τουναντίον. Συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Την είχαν τόση ανάγκη αυτήν την αμερικανιά που δεν διανοούνταν να τη μοιραστούν. Όχι σαν άλλος Τζόι από τα Φιλαράκια αλλά σαν ένα ακόμη Γκόλουμ του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Το ίντερνετ ήταν το ‘πολύτιμό’ τους. Ήταν η σύνδεσή τους με τον κόσμο που στα δικά τους μάτια ‘τα έχει όλα’ και όχι που χαραμίζεται μέσα στα υλικά αγαθά.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα