Τζούφια τα πυρά κατά της διαπλοκής

Τζούφια τα πυρά κατά της διαπλοκής

Χωρίς “αποδείξεις και ονόματα” η συζήτηση “κατά της διαπλοκής” στη Βουλή, δεν άνοιξε τον δρόμο για τις ουσιαστικές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα

Όσοι περίμεναν ότι η χτεσινή συζήτηση των πολιτικών αρχηγών “κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής” θα πρόσφερε λύσεις σε αυτό το σημαντικό για την ελληνική κοινωνία πρόβλημα, ότι μετά από αυτήν θα άλλαζε κάτι με χειροπιαστό τρόπο, προφανώς θα απογοητεύτηκαν. Γιατί και χτες μία από τα ίδια είχαμε.

Ο τωρινός πρωθυπουργός άλλωστε δεν είναι ο πρώτος που σήκωσε αυτήν την παντιέρα. Το έκανε και ο Κώστας Καραμανλής, όταν προσπάθησε να παρέμβει στις υπόγειες διαδρομές με το νόμο για το “βασικό μέτοχο”, το έκανε με έναν πολύ “ιδιότυπο” τρόπο και ο επόμενος... καταλληλότερος, ο Γιώργος Παπανδρέου, όταν προσπάθησε να μας καταστήσει όλους ενόχους με εκείνο το αμίμητο “Η Ελλάδα είναι μια διεφθαρμένη χώρα”.

Το πρόβλημα είναι ότι, σε όλες αυτές τις συζητήσεις, οι σημαίες που υψώθηκαν πολύ εύκολα αποδείχτηκαν πλαστικές, και πολύ γρήγορα, μόλις ολοκληρώθηκαν οι αναδιατάξεις, τις πήρε και τις σήκωσε ο αέρας της “προσαρμογής”, αφήνοντας αλώβητο τον πυρήνα της διαπλοκής, η οποία όπως έχει αποδειχτεί είναι ταυτοχρόνως και χαμαιλέων και λερναία ύδρα.

Γιατί οι φραστικές κορόνες και οι προσεκτικά επιλεγμένες διατυπώσεις,για να μην κατατεθούν πραγματικές αποδείξεις και να μην ειπωθούν ονόματα, ακόμη κι αν στηρίζονται σε μισές αλήθειες, ακόμη κι αν πρόσκαιρα δημιουργούν εντυπώσεις, δεν παράγουν αποτέλεσμα.

Γιατί μόνο η θέσπιση κανόνων που θα ισχύουν για όλους και δεν θα είναι α λα καρτ, και η κατάργηση κάθε ασυλίας για αυτές τις υποθέσεις, μπορεί να φωτίσει τις σκοτεινές διαδρομές του χρήματος και να ελέγξει αυτούς που εμπλέκονται, είτε είναι βαποράκια του συστήματος, είτε κρίσιμοι πυλώνες του.

Αλλά η θέσπιση τέτοιων κανόνων προϋποθέτει συζητήσεις που δεν θα αρχίζουν και δεν θα τελειώνουν σε ό,τι υπαγορεύεται από τις ανάγκες της “συγκυρίας”, αλλά συζητήσεις ουσίας που θα καταλήγουν σε πολύ συγκεκριμένα “δια ταύτα”. Το αντίθετο δηλαδή από ό,τι έγινε και χτες.

Η υπόθεση Siemens λόγου χάριν, για να σταθούμε σε μια καραμπινάτη υπόθεση διαπλοκής και διαφθοράς, είναι γνωστή σε όλους. Όλοι λοιπόν γνωρίζουμε ότι -όπως έχουν παραδεχτεί τα ίδια τα στελέχη της- από έναν πακτωλό χρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για δωροδοκίες πολιτικών και κρατικών στελεχών σε πολλές χώρες της Ευρώπης, 130 εκατομμύρια μπήκαν σε... ελληνικές τσέπες.

Επί της ουσίας όμως, από τότε που έγιναν οι δωροδοκίες και κατ' επέκταση οι υπαγορευμένες από το πλέγμα διαπλοκής που δημιουργήθηκε συμβάσεις, τίποτε δεν έχει αλλάξει στη χώρα. Τίποτε δηλαδή δεν εγγυάται ότι δεν πρόκειται να υπάρξει και στο μέλλον “Siemens”. Τίποτε δεν διασφαλίζει ότι έκλεισαν οι δρόμοι μέσα από τους οποίους οι βαλίτσες με το χρήμα που έφυγαν από το γραφείο του Χριστοφοράκου έφτασαν στη Χαριλάου Τρικούπη και... αποθηκεύτηκαν στο υπόγειο. Και τίποτε βέβαια δεν εξασφαλίζει την παραδειγματική τιμωρία όσων “πολιτικών στελεχών” πιάνονται με το λάδι στα χέρια.

Ακριβώς για αυτό, επειδή τίποτε δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει, υπάρχουν δικαστικοί λειτουργοί που θεωρούν -και το δηλώνουν στο σκεπτικό με το οποίο χειρίζονται υποθέσεις περί την Siemens- ότι το να χρηματοδοτεί η γερμανική εταιρεία πολιτικά κόμματα, δεν συνιστά... δωροδοκία, παρ' ότι προφανώς (και) αυτή η χρηματοδότηση είναι απόδειξη των “δεσμών” που αποκαλούμε διαπλοκή, και την οποία θεωρητικά όλα (;) τα κόμματα θέλουν να καταπολεμήσουν.

Όταν όμως η χώρα βρίσκεται στη δίνη μιας πολύπλευρης κρίσης, για την οποία η πολυπλόκαμη διαπλοκή, επιχειρηματικών συμφερόντων, ΜΜΕ, τραπεζών και πολιτικού προσωπικού, φέρει τεράστιες ευθύνες, δεν υπάρχουν περιθώρια για συζητήσεις με άσφαιρα πυρά, που γίνονται απλώς για το θεαθήναι και καταλήγουν μόνο σε εξεταστικές και όχι σε θεσμικές αλλαγές που να αλλάζουν εκ θεμελίων το σύστημα που όζει.

*Ο Βαγγέλης Δεληπέτρος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

SHARE: