28η Οκτωβρίου 1940: Ο παλλαϊκός συναγερμός κατά του φασισμού

28η Οκτωβρίου 1940: Ο παλλαϊκός συναγερμός κατά του φασισμού
Ιταλοί στρατιώτες, αιχμάλωτοι του ελληνικού στρατού από το αλβανικό μέτωπο, στην Αθήνα το 1941 ASSOCIATED PRESS

Η Κύπρος και οι κάτοικοί της συστρατεύθηκαν με ομοψυχία στο στρατόπεδο των συμμάχων της Ελλάδας. Χιλιάδες Κύπριοι γράφτηκαν σε ειδικούς καταλόγους, που άνοιξε η κυπριακή Εκκλησία, ως εθελοντές για τον ελληνικό στρατό.

Το να γιορτάζει ένας λαός ή ένα έθνος τις επετείους του, είναι η ελάχιστη απότιση χρέους και οφειλής σε αυτούς που θυσιάστηκαν για τους πολλούς, την εθνική ελευθερία και ανεξαρτησία. Είναι παράλληλα, χωρίς μεγαλοστομίες και ρητορικές υπερβολές, απαραίτητο τμήμα της διατήρησης των εθνικών συμβολισμών, της συλλογικής μνήμης και των βασικών στοιχείων που συναρθρώνουν την κοινή ταυτότητα, σε έναν κόσμο και ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται και μεταμορφώνεται.

Τι ήταν λοιπόν η 28 Οκτωβρίου 1940; Η ημέρα του Όχι είναι μια από τις μεγαλύτερες, σε συμβολισμό και ακτινοβολία, ημέρες της ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού. Μια ημέρα, όπου η Ελλάδα, 18 χρόνια μετά την τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής, και αφήνοντας πίσω τον Εθνικό Διχασμό και τον ταραχώδη Μεσοπόλεμο της πολιτικής αστάθειας και μιας μακράς σκληρής δικτατορίας, με πρωτοφανή εθνική ομοψυχία απάντησε στο ιταλικό τελεσίγραφο, απορρίπτοντάς το, εν πρώτοις διά του Ιωάννη Μεταξά και στη συνέχεια με παλλαϊκό και πανεθνικό συναγερμό στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, με την παράλληλη κινητοποίηση του παροικιακού και του υπόδουλου (στην Κύπρο) Ελληνισμού.

Με την 28 Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα, μια μικρή χώρα, με το ηθικό ανάστημα και το βάρος που της αναλογούσε, στον κορυφαίο ιδεολογικό διχασμό της παγκόσμιας ιστορίας, τον πρώτο ουσιαστικά σε αυτό το μέγεθος, δεν επέλεξε το φασιστικό στρατόπεδο, ούτε την επιτήδεια ουδετερότητα, όπως άλλες γειτονικές χώρες, πληρώνοντας βαρύτατο τίμημα για αυτή την επιλογή. Όχι μόνο με τον φόρο του αίματος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο αλλά, κυρίως, με το μαρτύριο της τριπλής φασιστικής κατοχής, που επέβαλε ο χιτλερικός στρατός και το άγος του αγκυλωτού σταυρού στην Ακρόπολη, μέχρι την απελευθέρωση, τον Οκτώβριο του 1944.

Ο ελληνικός λαός αντιστάθηκε στις σιδερόφρακτες φασιστικές ορδές με τα στρατευμένα παιδιά του στα ηπειρωτικά βουνά και στο αλβανικό μέτωπο, σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, στο χιόνι και στη λάσπη, χωρίς ουσιαστικά αεροπορική κάλυψη, με προβλήματα στην επιμελητεία, παλεύοντας και εναντίον των στοιχείων της φύσης. Και στα μαρτυρικά χρόνια της Κατοχής η πανεθνική αντίσταση των Ελλήνων, ένοπλη και μαζική, παρά τις ομηρίες, τις ομαδικές εκτελέσεις αντιποίνων και την τρομοκρατία, αποτελεί φαινόμενο που πρέπει να τιμάμε, να μελετούμε και να μην ξεχνάμε, ειδικά σήμερα που ο φασισμός, εκμεταλλευόμενος τις δύσκολες κοινωνικές συνθήκες, τη φτώχεια και την εξαθλίωση σηκώνει ξανά το εφιαλτικό κεφάλι του στην Ευρώπη.

Και η Κύπρος; Παρούσα στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο από την έναρξή του, τον Σεπτέμβριο του 1939, ως βρετανική Αποικία, και έχοντας ήδη στείλει άνδρες στο Δυτικό Μέτωπο, στη Δουνκέρκη αλλά και στη Βόρεια Αφρική, σείστηκε συθέμελα την 28 Οκτωβρίου 1940. Τότε το νησί και οι κάτοικοί του συστρατεύθηκαν με ομοψυχία στο στρατόπεδο των συμμάχων της Ελλάδας. Ο λαϊκός ενθουσιασμός που ακολούθησε την είδηση της έκρηξης του ελληνοϊταλικού πολέμου, οδήγησε στην κατάργηση των αυστηρών νόμων της «Παλμεροκρατίας», και οι κυπριακοί δρόμοι κατακλύστηκαν και πάλι, εννέα ακριβώς χρόνια μετά την εξέγερση των Οκτωβριανών του 1931, από ελληνικές (και λιγότερες τουρκικές και αγγλικές) σημαίες, σηματοδώντας την παταγώδη αποτυχία της βρετανικής αντεπαναστατικής πολιτικής στην Κύπρο στη δεκαετία του 1930. Μια άλλη συνέπεια του λαϊκού ενθουσιασμού ήταν η έξαρση του εθελοντικού ρεύματος: Μετά από έκκληση του Τοποτηρητή του Αρχιεπισκοπικού θρόνου Μητροπολίτη Πάφου Λεοντίου, χιλιάδες Κύπριοι γράφτηκαν σε ειδικούς καταλόγους, που άνοιξε η κυπριακή Εκκλησία, ως εθελοντές για τον ελληνικό στρατό, ενώ ανάλογη αύξηση παρουσίασε η στρατολόγηση και στο «Κυπριακό Σύνταγμα», που είχε ήδη ιδρυθεί από τους Βρετανούς.

Παρά τις προσπάθειες του Λεοντίου και την εγγραφή χιλιάδων Κυπρίων στους καταλόγους για εθελούσια στράτευση στον ελληνικό στρατό, η βρετανική κυβέρνηση δεν επέτρεψε αυτή την κατάταξη. Έτσι, η συντριπτική πλειοψηφία των στρατολογηθέντων νησιωτών στελέχωσε τελικά το «Κυπριακό Σύνταγμα» και την «Κυπριακή Εθελοντική Δύναμη» του βρετανικού στρατού. Και οι κυπριακές θυσίες είναι βαρύτατες στον πανανθρώπινο αγώνα εναντίον του φασισμού: Από τους Κυπρίους εθελοντές του βρετανικού στρατού, Έλληνες, Τούρκους, Αρμένιους, Μαρωνίτες, και Λατίνους, σκοτώθηκαν ή αποβίωσαν εν υπηρεσία 373 άνδρες και μια γυναίκα. Τάφοι και κενοτάφια Κυπρίων στρατιωτών του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, εντοπίζονται στην Κύπρο και σε άλλες 23 χώρες, σε 72 στρατιωτικά κοιμητήρια και μνημεία πολέμου. Στα κοιμητήρια της Ελλάδας είναι θαμμένοι οι περισσότεροι Κύπριοι στρατιώτες του πολέμου, 100 συνολικά, αριθμός που δείχνει το μέγεθος των κυπριακών θυσιών στην εκστρατεία στην Ελλάδα, το 1941. Τη μεγαλύτερη συγκίνηση στον σημερινό ερευνητή προκαλούν οι τάφοι τριών Κυπρίων στρατιωτών του βρετανικού στρατού στη Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κογκ και στο Ιμπχάλ της Ινδίας, κοντά στα σύνορα με την Μπούρμα. Σύμφωνα με τη γνωστή θουκυδίδεια ρήση, παρά την «ανωνυμία» τους, και παρότι θάφτηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Κύπρο, παραμένουν «άνδρες επιφανείς», αφού έχασαν τη ζωή τους προασπίζοντας τα υψηλότερα ιδανικά της γενιάς τους και της ανθρωπότητας, της ελευθερίας και της επικράτησης της δικαιοσύνης. Της δικαιοσύνης και της ελευθερίας που ο ήλιος τους αναμένεται, ακόμη, και στην Κύπρο…

** Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα