Γιώργος Π. Πεφάνης: “Το θέατρο δεν διεκδικεί καμία θέση έναντι της τηλεοπτικής μυθοπλασίας”

Γιώργος Π. Πεφάνης: “Το θέατρο δεν διεκδικεί καμία θέση έναντι της τηλεοπτικής μυθοπλασίας”
Pixabay

Ο καθηγητής Φιλοσοφίας και Θεωρίας του Θεάτρου και του Δράματος στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Π. Πεφάνης, μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή το νέο του βιβλίο αναφορικά με το θέατρο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κάππα.

Ένα εξαιρετικό βιβλίο του καθηγητή Φιλοσοφίας και Θεωρίας του Θεάτρου και του Δράματος στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργου Π. Πεφάνη, που πραγματεύεται τα Θέματα του Μεταπολεμικού και Σύγχρονου Ελληνικού θεάτρου κυκλοφόρησε από την Κάπα Εκδοτική.

Τα Θέματα του Μεταπολεμικού και Σύγχρονου Ελληνικού Θεάτρου συγκεντρώνουν μελετήματα που γράφτηκαν την περίοδο 1993 – 1998 και εκκινούν από δύο πλατιά διαδεδομένες απόψεις. Την πρώτη, από την πλευρά της γλωσσολογίας, και τη δεύτερη, από την πλευρά της σκηνοθεσίας. Αρκετά από τα κεφάλαια του βιβλίου έχουν δημοσιευτεί κυρίως σε διάφορα περιοδικά.

Εμείς μιλήσαμε με τον Γιώργο Π. Πεφάνη με αφορμή την έκδοση αυτή.

Τι θα βρούμε στις σελίδες του βιβλίου σας;

Τα Θέματα του μεταπολεμικού και σύγχρονου ελληνικού θεάτρου παρουσιάζουν εικοσιένα κεφάλαια νεοελληνικής δραματολογίας, τα οποία καλύπτουν μια μεγάλη χρονική περίοδο από τη δεκαετία του ΄50 έως τα τέλη του εικοστού αιώνα και ένα ευρύτατο υφολογικό φάσμα γραφής από τον κοινωνικό ρεαλισμό του Γιώργου Σεβαστίκογλου ή του Αλέξη Σεβαστάκη και τις λεπτές αποτυπώσεις του διυποκειμενικού χώρου του Καμπανέλλη έως τον εξπρεσιονισμό της Μαργαρίτας Λυμπεράκη και την «παράλογη» ματιά του Στρατή Καρρά. Οι συγγραφείς της περιόδου αυτής δύσκολα υπάγονται σε κάποια κατηγορία, αλλά συναποτελούν τον ισχυρό κορμό της ελληνικής δραματουργίας έως σήμερα. Συγγραφείς όπως ο Παύλος Μάτεσις, ο Βασίλης Ζιώγας, ο Δημήτρης Κεχαΐδης, ο Μάριος Ποντίκας, ο Γιώργος Μανιώτης, η Λούλα Αναγνωστάκη, ο Γιώργος Διαλεγμένος ή ο Γιάννης Χρυσούλης αποτελούν σημεία αναφοράς για τους μεταγενέστερους συγγραφείς.

Ποιος είναι ο σκοπός σας με το βιβλίο αυτό;

Σκοπός του βιβλίου αυτού ήταν και παραμένει η μελέτη της νεοελληνικής δραματουργίας με προσεκτικές εστιάσεις σε συγγραφείς, έργα και έννοιες που διατρέχουν τα έργα αυτά, όπως και η χαρτογράφηση της θεματολογίας που αναπτύχθηκε στα τετρακόσια αναφερόμενα έργα από 135 θεατρικούς συγγραφείς. Ένας επιμέρους στόχος παραμένει η εξοικείωση του νεώτερου κοινού με αυτόν τον δραματουργικό πλούτο.

Ποιους άγνωστους στο ευρύ κοινό θεατρικούς συγγραφείς παρουσιάζετε;

Για έναν καθηγητή θεατρολογίας είναι δύσκολο να πιστεύσει ότι μπορεί να υπάρχουν άγνωστοι θεατρικοί συγγραφείς. Ποιος δεν γνωρίζει σήμερα τον Μποστ, τον Μουρσελά ή τον Καμπανέλλη; Εντούτοις, το ευρύτερο κοινό θα γνωρίσει ορισμένες όψεις του Στρατή Καρρά, τα θεατρικά έργα του ποιητή Γιώργου Θέμελη, τη θεατρική υφή στη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη ή στον Τειρεσία του Ρίτσου. Ο ποιητικός λόγος κρύβει συχνά πολύτιμους θεατρικούς λίθους. Παρουσιάζονται επίσης συγγραφείς που εμφανίστηκαν στην τελευταία εικοσαετία του 20ού αιώνα και αποτέλεσαν το γεφύρωμα με τον εικοστό πρώτο αιώνα, όπως ο Παναγιώτης Μέντης, ο Άκης Δήμου, ο Βασίλης Κατσικονούρης, η αδικοχαμένη Χρύσα Σπηλιώτη κ.ά.

“Το θεατρικό έργο είναι πρώτα απ’ όλα γλωσσικό κείμενο” σημειώνει ο Γ. Μπαμπινιώτης. Πόσο σημαντική είναι η γλώσσα στο έργο, ποια η θέση της σκηνικής τέχνης;

Το θέατρο είναι τέχνη δύο χρόνων: κειμενική και σκηνική. Αυτοί οι δύο χρόνοι όμως είναι πολλαπλώς εφαπτόμενοι. Σε κάθε θεατρικό κείμενο λανθάνουν όχι μόνο άλλα κείμενα, αλλά και θεατρικές παραστάσεις, που έχουν αφομοιωθεί ανάμεσα στις γραμμές του και του δίνουν πνοή. Από την άλλη μεριά, σε κάθε θεατρική παράσταση λανθάνουν όχι μόνο άλλες προγενέστερες παραστάσεις, αλλά και κείμενα, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά, τα οποία της δίνουν ένα βάθος περιεχομένου και μια θεματική συνοχή. Δεν υπάρχει παράσταση χωρίς κειμενική αναφορά, όπως δεν υπάρχει κείμενο χωρίς σκηνικό υπόβαθρο. Στα χιάσματα και στις διασταυρώσεις τους, θεραπεύεται και αναπτύσσεται σωστά η θεατρολογία. Θα συμφωνούσα, επομένως, με τον Μπαμπινιώτη ότι «το θεατρικό έργο είναι πρώτα απ’ όλα γλωσσικό κείμενο», αλλά θα προσέθετα ότι και η γλώσσα είναι πράξη, ότι η εκφορά της είναι ήδη μια επιτέλεση, δηλαδή μια «παράσταση».

Στην εισαγωγή σας διαβάζω πως “εάν μέσα στην εικονολατρική ευδαιμονία η τέχνη της φωτογραφίας μοιάζει φτωχός συγγενής, τι να πει κανείς τότε για το θέατρο και δη το νεοελληνικό; Είναι προφανώς το αποπαίδι των τεχνών του θεάματος, κι ας βαυκαλίζονται μερικοί με αντίδοτα αισιοδοξίας”. Γιατί χαρακτηρίζετε “αποπαίδι” το νεοελληνικό θέατρο;

Ο ναρκισσιστικός και ηδονιστικός πολιτισμός μας ενδίδει παθητικά όλο και περισσότερο στην ευδαιμονία της εικόνας: οι «φιλίες», οι «επαφές», οι «γνωριμίες» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι πέρα για πέρα εικονικές. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης προβάλλουν μιαν επίσης εικονική πραγματικότητα. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, εάν θέλετε, τα θέατρα έκλεισαν και οι καλλιτέχνες στράφηκαν στα υποκατάστατα του live streaming και του ψηφιακού θεάτρου. Το θέατρο γενικά και το νεοελληνικό θέατρο ειδικότερα, μοιάζει αποπαίδι μιας τέτοιας κουλτούρας στο μέτρο που στηρίζεται στη ζωντανή σχέση με τον πλησίον, στην αμεσότητα της επαφής, αλλά και στην κριτική θέση που δημιουργεί έναντι μιας πραγματικότητας που εξαϋλώνεται και φαλκιδεύεται. «Κριτική θέση» σημαίνει εδώ: αμφιβολία για το αμετάκλητο της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, αμφισβήτηση των κυριαρχικών αντιληπτικών κωδίκων, αλλά και δημιουργία διαφορών, επώδυνων ερωτημάτων, εναλλακτικών παραστάσεων του αληθινού και του δικαίου.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη ελληνική δραματουργία; Ποιος από τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς της τελευταίας 10ετίας έχει ιδιαίτερη θέση μέσα σας;

Η έννοια του «σύγχρονου» ενέχει πάντα πολλές παγίδες. Δεν είναι σύγχρονος ο Ανδρέας Στάικος, ο Δημήτρης Δημητριάδης ή η Έλενα Πέγκα; Και οι τρεις έχουν ξεκινήσει την πορεία τους δεκαετίες πριν. Πρέπει να θυμόμαστε ότι τα όρια του «σύγχρονου» δεν είναι στεγανά και απαραβίαστα, αλλά πορώδη και μεταβλητά. Η ελληνική δραματουργία στον 21ο αιώνα αναπτύσσεται σε διαφορετικές κατευθύνσεις και σε ποικίλα ειδολογικά και υφολογικά πεδία. Δεν διαθέτει, νομίζω, έναν ενιαίο χαρακτήρα, ούτε έναν κεντρικό άξονα, γύρω από τον οποίο να κινείται η δραστηριότητά της. Δεν υπάρχει ούτε μια ηγετική μορφή που να την εμπνέει ή να την καθοδηγεί, όπως πριν ήταν ο Καμπανέλλης ή ο Κουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν διαθέτει εξαιρετικούς εκπροσώπους. Ο Γιάννης Μαυριτσάκης και ο Βασίλης Μαυρογεωργίου είναι αναμφισβήτητα δύο από τους καλύτερους. Το ίδιο σημαντικοί είναι ο Θανάσης Τριαρίδης, ο Γιάννης Τσίρος, η Νίνα Ράπη, ο Σάκης Σερέφας, ο Αντώνης Νικολής, ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης και πολλοί άλλοι που αδικούνται καθώς δεν ονομάζονται εδώ.

Ποια είναι η θέση που πρέπει να διεκδικήσει το ελληνικό θέατρο, απέναντι στην ελληνική τηλεοπτική μυθοπλασία; Και πώς μπορεί να διεκδικήσει τη θέση αυτή;

Το θέατρο δεν πρέπει και δεν μπορεί να διεκδικήσει καμία θέση έναντι της τηλεοπτικής μυθοπλασίας. Μιλάμε για δύο διαφορετικούς κώδικες, για δύο διαφορετικές δομές επικοινωνίας, εν πολλοίς για δύο διαφορετικές κουλτούρες. Έχουμε σημαντικά τηλεοπτικά παραδείγματα που παίρνουν θεατρικά δάνεια, αλλά σπάνια πετυχαίνουν τις ακροαματικότητες που θέλουν και, αντιστρόφως, θεατρικά παραδείγματα που υιοθετούν τηλεοπτικά κριτήρια (γλωσσικό ύφος, ηθοποιούς, υποκριτικές και σκηνοθετικές τεχνικές) για να πετύχουν εισπρακτικούς στόχους, αλλά σπάνια παρουσιάζουν ένα αισθητικά άρτιο αποτέλεσμα. Τα δανεικά ρούχα ζεστασιά δεν πιάνουν.

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα