"Αναζητώντας τον Χέντριξ": Ο Μάριος Πιπερίδης εξηγεί πώς προσεγγίζεις την πολυπλοκότητα του Κυπριακού μέσα από την κωμωδία

"Αναζητώντας τον Χέντριξ": Ο Μάριος Πιπερίδης εξηγεί πώς προσεγγίζεις την πολυπλοκότητα του Κυπριακού μέσα από την κωμωδία

Ο σκηνοθέτης της βραβευμένης ταινίας μιλά για την Κύπρο, την κωμωδία και τον παραλογισμό.

Πώς μπορείς να καταφέρεις να αποδόσεις την πολυπλοκότητα ενός τόσο πολιτικά και ανθρωπιστικά ευαίσθητους θέματος όπως το Κυπριακό, με έναν τρόπο που να μιλά σε ένα σημερινό παγκόσμιο κοινό;

Ο Μάριος Πιπερίδης το κατάφερε με το “Αναζητώντας τον Χέντριξ”, ένα κωμικής χροιάς οδοιπορικό παραλογισμού ενός άντρα στη σημερινή Κύπρο. Ο “Χέντριξ” προβλήθηκε σε σημαντικά διεθνή Φεστιβάλ, κερδίζοντας μάλιστα το βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ της Tribeca. Στην ταινία, ο Γιάννης (Αδάμ Μπουσδούκος) αποφασίζει να μεταναστεύσει από τη Λευκωσία όμως όταν ο σκύλος του το σκάει στην τουρκοκυπριακή πλευρά του νησιού, θα διαπιστώσει πως είναι πρακτικά αδύνατον να τον φέρει πίσω, μιας και ζώα δε μπορούν βάσει νομοθεσίας να μετακινηθούν από την τουρκική πλευρά στην ελληνική. Τότε θα ξεκινήσει ένα στα όρια του σουρεαλισμού παράνομο ταξίδι μέσα από κρυφές διαδρομές ώστε να μπορέσει φέρει τον σκύλο του πίσω στο σπίτι.

Το σενάριο (βραβευμένο στα Ίρις της ελληνικής ακαδημίας κινηματογράφου) καταφέρνει με έντεχνο τρόπο να στήσει μικρά επεισόδια που ακροβατούν ανάμεσα στο κωμικό, το παράλογο και το πικρό, συστήνοντας παράλληλα στον θεατή όλη την πολύπλοκη πραγματικότητα της κατάστασης.

Εμείς μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Μάριο Πιπερίδη για τη λεπτή γραμμή στην οποία ισορροπεί η ταινία, για το status quo στην Κύπρο, τα ανθρωπιστικά διλήμματα της όποιας λύσης, και για την ανάγκη επαναπροσέγγισης της Ιστορίας.

Η ταινία έχει ιδιαιτερότητα και λόγω θέματος και λόγω κωμικής προσέγγισης, πώς ήταν οι αντιδράσεις από τον κόσμο στα διεθνή Φεστιβάλ;

Στα Φεστιβάλ είναι πιο δύσκολες οι κωμωδίες, είναι ένα είδος που δεν εκτιμάται τόσο, εκτός αν έχεις μια στιλιζαρισμένη ματιά. Και γενικά οι κωμωδίες δεν ταξιδεύουν και τόσο εκτός της χώρας, χάνεις πολλά στη μετάφραση, κάποιο χιούμορ είναι πολύ τοπικό.

Ήθελα εξαρχής να μπορεί όσο περισσότερος κόσμος γίνεται να το καταλαβαίνει, να μπορεί να καταλάβει την ταινία χωρίς να ξέρει όλο το ιστορικό του κυπριακού που είναι πολύπλοκο και πάει χρόνια πίσω. Φαίνεται πως δούλεψε, και στην Tribeca και αλλού, κατάλαβαν και την ιστορία και τα αστεία και μάθανε κάτι για μια περιοχή που δεν τους είναι τόσο γνώριμο το πρόβλημα. Ίσως κάποιοι απλώς να ξέρανε ότι είναι Έλληνες στη νότια πλευρά και Τούρκοι στη βόρεια, αλλά δεν ξέρουμε πόσο πολύπλοκο είναι. Και στην Ευρώπη ακόμα.

Στην Κύπρο για εμάς που μένουμε Λευκωσία, βλέπεις τις σημαίες, τα οδοφράγματα, έγινε καθημερινότητα. Η νεκρή ζώνη έγινε τουριστική ατραξιόν. Κι αν δεν το ζήσεις δεν καταλαβαίνεις. Δεν είναι όπως το τείχος του Βερολίνου που ήταν ένα τείχος, εδώ ξεκινάει ο δρόμος και μπορεί να έχει βαρέλια, μπορεί να έχει μια πόρτα που κλείνει το δρόμο, μπορεί να έχει συρματοπλέγματα. Δεν είναι μια γραμμή. Κι εκτός της Λευκωσίας, της παλιάς πόλης, που είναι πεδιάδα, δε ξέρεις πού μπορεί να είναι η νεκρή ζώνη. Μπορεί να οδηγάς και να είσαι στη νεκρή ζώνη χωρίς να το ξέρεις.

Παρότι είναι όλα συνέχεια στο μυαλό σου, το status quo είναι ότι ζεις μια καθημερινότητα, ο κόσμος ζει την καθημερινότητά του.

Και υπάρχουν γενιές πλέον που δε θα έχουν γνωρίσει κάτι άλλο ως πραγματικότητα.

Ναι, εμείς είχαμε αυτή την αλλαγή, μεγαλώσαμε με αυτό. Δεν είχαμε επαφή με τουρκοκύπριους ως το 2003 όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, αλλά ήμασταν σε διαδηλώσεις, σε πορείες διαμαρτυρίας, οπότε ήταν πιο έντονο. Η νέα γενιά ζει αυτή την πραγματικότητα, μπορείς να περάσεις. Δεν έγινε κάτι από το 2003 που να πεις ότι δε μπορούν οι δύο λαοί να ζήσουν. Γι’αυτό άνοιξαν τα οδοφράγματα, ο Ντενκτάς πίστευε θα γίνονταν διαταραχές, αλλά τίποτα. Είναι μια καθημερινότητα που ζεις με αυτήν.

Η ιδέα για την ταινία πότε ήρθε, είναι πρόσφατη;

Στο τέλος του ‘14, μετά την κρίση. Είναι πραγματικό! Με φίλους περπατούσαμε στην παλιά πόλη με σκύλο και είπαμε να πάμε στα κατεχόμενα, και μας είπαν ότι αν περάσουμε δε θα μπορούσαμε να φέρουμε το σκύλο πίσω. Πολλοί δεν ξέρουν τη νομοθεσία, λόγω του ότι η άλλη πλευρά δεν είναι μες στην ΕΕ. Έτσι ξεκίνησε η ιδέα, κι όσο έψαχνα βρήκα κι άλλους που πήραν το σκύλο χωρίς να ξέρουν, δε μπορούσαν να τον φέρουν πίσω. Ακόμα και τώρα σε σταματάνε αν φέρνεις κάτι από τα κατεχόμενα, να δούνε τι πήρες.

Κι η κωμική προσέγγιση προέκυψε φυσικά;

Κι εγώ δεν ήξερα στην αρχή πώς θα βγει, αλλά μόνο από αυτή την ιδέα, είναι κάτι το κωμικοτραγικό. Και δράμα να θες να κάνεις, σε black comedy θα πήγαινε η ταινία με όλες αυτές τις καταστάσεις. Μεγαλώνοντας όλα αυτά τα χρόνια και βλέποντας πού βρίσκεται το κυπριακό, κάθε 2-3 χρόνια νέες συνομιλίες, νέα ελπίδα και μετά σταματάνε πάλι για διάφορους λόγους οι διαπραγματεύσεις. Οπότε δε μπορούσα πλέον να το δω κάπως αλλιώς, είναι κωμικοτραγική η κατάσταση. Και γράφοντας την ιστορία έβγαινε περισσότερο αυτή η κωμικοτραγική πλευρά του προβλήματος. Νομίζω κιόλας πως με την κωμωδία μπορείς να πεις περισσότερα πράγματα μέσα από μια υπερβολή. Όπως με τη σάτιρα στην αρχαία Ελλάδα.

Είναι φυσικά λεπτές οι γραμμές γιατί είναι ευαίσθητο το θέμα για τους Κύπριους, είναι πολύ σοβαρό και ευαίσθητο. Οι άνθρωποι χάσαν τα σπίτια τους, χάσανε συγγενείς, υπάρχουν αγνοούμενοι, είναι ακόμα ανοιχτές πληγές. Οπότε το να το προσεγγίσεις με μια κωμική ματιά είναι λίγο επικίνδυνο, να νιώσει ο άλλος ότι δεν τον σέβεσαι. Αλλά δεν ήταν αυτός ο σκοπός, ούτε να προκαλέσουμε.

Έχουν υπάρξει αντιδράσεις δηλαδή φαντάζομαι.

Υπήρξαν, κι ακόμα και τώρα κάποιοι, που λένε ντροπή, το κυπριακό είναι σοβαρό θέμα, δεν πρέπει να το αγγίζουμε από αυτή την πλευρά. Αλλά χωρίς να έχουν δει οι περισσότεροι την ταινία. Από το τρέιλερ ή από τη σύνοψη, σου λέει είναι προπαγάνδα. Ενώ η ταινία δεν είναι αυτό. Αγγίζει πολιτικά θέματα αλλά μένει στο επίπεδο του ανθρώπου. Είμαστε σε ένα νησί, όλοι ζούμε σε αυτό το νησί, μοιραζόμαστε αυτό το νησί, κάπως πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά, φτάνουμε μισό αιώνα συνομιλίες, συζητήσεις. Πόσο θα πάει αυτό;

Είναι πολύ σημαντικό που μες στην ίδια την ταινία οι χαρακτήρες είναι πλήρως αναπτυγμένοι, έχουν κι οι δύο χάσει πράγματα.

Μα κι οι δύο πλευρές χάνουν από αυτό το status quo, από οικονομία, από συνεργασίες, τα πάντα. Το ότι μένει έτσι η Κύπρος διχασμένη είναι κακό και για τις δύο πλευρές. Κι οι άνθρωποι είναι καθημερινοί, έχουν τα προβλήματά τους, τα όνειρά τους, την οικογένειά τους. Δεν συμβολίζουν κάτι περισσότερο, είναι απλώς άνθρωποι που ζουν σε αυτό τον χώρο, σε αυτό το περιβάλλον. Καθημερινοί άνθρωποι που επηρεάζονται από αυτή την όλη κατάσταση.

Είναι στο background το κυπριακό. Κι εγώ ζω σε αυτή την κατάσταση καθημερινά. Υπάρχει αυτό το πρόβλημα που με επηρεάζει σε διάφορα επίπεδα. Απλά συνεχίζεις να ζεις και να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς κάτω από αυτές τις συνθήκες.

Μπορεί να αλλάξει κάτι;

Νομίζω θα περάσουν αρκετά χρόνια ακόμα. Πρέπει να περάσει η γενιά των παππούδων, των πατεράδων, η δική μας, ίσως κι η επόμενη. Και με την επόμενη, ίσως. Υπάρχουν ακόμα πολλές ανοιχτές πληγές. Υπάρχει ακόμα ένα ας πούμε ακροδεξιό μίσος εναντίον των Τούρκων. Κι εμείς μεγαλώσαμε με αυτές τις καταστάσεις και στην παιδεία και στα ιστορικά βιβλία, με το δεν ξεχνώ πάνω σε όλα τα τετράδιά μας. Υπάρχουν ιστορικές αλήθειες που δεν τις δίδαξαν στα σχολεία ή απλώς αποφεύγουμε κάποιες περιόδους. Το ‘64, το ‘67 που γίνονταν ταραχές απλά δεν υπάρχουν στα τετράδια, ή υπάρχει μια παράγραφος. Οπότε είναι πράγματα που πρέπει να αρχίσουν να διδάσκονται από μικρά παιδιά. Και μετά πας στρατό, κι άλλη πλύση εγκεφάλου εκεί, οπότε είσαι για 20 χρόνια σε ένα καλούπι από το οποίο δύσκολο να βγεις μετά. Και σου λένε σε κάποια φάση, άνοιξαν τα οδοφράγαμτα και πρέπει να βρούμε λύση, είμαστε ίδιοι, είμαστε μαζί… Ναι, αλλά για 20 χρόνια πριν… Οπότε πρέπει να ξεκινήσεις από την πρώτη τάξη του δημοτικού την αλλαγή. Κι από τις δύο πλευρές! Πρέπει να γίνει αυτή η αλλαγή. Για να μπορέσει να αλλάξει κάτι με τη νέα γενιά.

Κι όσο περνάει ο καιρός, γίνεται όλο και πιο βαθύ το θέμα με τους εποίκους. Είναι στην τρίτη γενιά πια, τώρα πάμε στην τέταρτη. Δηλαδή με αυτούς τους ανθρώπους τι κάνεις; Είναι ένα μεγάλο κομμάτι πληθυσμού που είναι απλώς αριθμοί σε συνομιλίες, κανείς δεν μιλάει γι’αυτούς. Είναι 50,000; Είναι 150,000; Κανείς δεν ξέρει. Τεράστια η μερίδα ελληνοκυπρίων που λένε ότι πρέπει να φύγουν όλοι. Τώρα, το όλοι τι σημαίνει; Και η τρίτη γενιά; Να πάνε πού; Είναι αυτό που λέει ο Χασάν στην ταινία. “Τι να πάω να κάνω στην Τουρκία; Αφού εδώ γεννήθηκα.” Τι κάνεις με αυτούς τους ανθρώπους; Σε ανθρωπιστικό επίπεδο πάλι. Το ότι είναι έγκλημα ο εποικισμός, είναι έγκλημα. Το έκαναν για να αλλάξουν τον δημογραφικό χαρακτήρα της Κύπρου. Γι’αυτό τους φέρανε από την Τουρκία.

Αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος της τρίτης γενιάς--

Τι φταίει! Ή της δεύτερης. Κι αυτούς ακόμα τους ίδιους που τους φέρανε! Κι αυτούς από την Άπω Ανατολή, τους είπανε από την Τουρκία, θέλετε να σας δώσουμε δουλειά στην Κύπρο, ένα σπίτι; Δεν ξέρανε καν που είναι η Κύπρος. Τους έδωσαν σπίτι και δουλειά, γεωργοί ήταν οι περισσότεροι, λένε γιατί όχι. Τα παιδιά τους παντρεύτηκαν, έκαναν άλλα παιδιά, οπότε είναι κάτι που σε ανθρωπιστικό επίπεδο είναι πολύ δύσκολο θέμα. Και μετά είναι οι πρόσφυγες οι δικοί μας. Χάσανε τα σπίτια τους, αγνοούμενοι… Είναι ΤΟΣΟ πολύπλοκο που δεν ξέρω κάν πώς…

Η ταινία είναι διασκεδαστική κι αυτό το πετυχαίνει, αλλά είχες στο μυαλό σου και μια διάθεση πιο εκπαιδευτική, να δείξεις αυτά τα πράγματα στον κόσμο;

Δεν θέλαμε ούτε να κάνουμε ντοκιμαντέρ ούτε να γίνω διδακτικός. Προσπαθήσαμε μέσα από το σενάριο να πούμε ιστορικά γεγονότα, μέσα από χαρακτήρες, συγκρούσεις, διαλόγους. Να μαθαίνεις πράγματα για να καταλάβεις την ιστορία πρώτα και τις δυναμικές μεταξύ των χαρακτήρων. Αλλά χωρίς να γίνουμε ντοκιμαντέρ.

Ο φόβος μου στην αρχή όταν έγραφα το σενάριο ήταν αν μπορεί κάποιος που δεν ξέρει τίποτα για την Κύπρο να καταλάβει την ιστορία, το πρόβλημα με τους χαρακτήρες, τι σημαίνει ελληνοκύπριος, τι είναι τουρκοκύπριος, τι είναι οι έποικοι, γιατί δεν περνά ο σκύλος τη γραμμή, γιατί ένας χαρακτήρας δεν θέλει να δείξει το διαβατήριό του. Αν δεν τα εξηγήσεις κάπως, είναι δύσκολο να καταλάβεις κάποιες δυναμικές. Μπορεί να σου αρέσει η ταινία σε ένα πρώτο επίπεδο, ένα κωμικό επίπεδο, για κάποιον που χάνει τον σκύλο του. Αλλά όσο πας πιο κάτω είναι σοβαρά τα ζητήματα που πραγματεύεται. Ελπίζω να μη μείνει ο κόσμος στο πρώτο επίπεδο.

Στην Αμερική ας πούμε ένιωσες πως κατάλαβαν;

Την κατάλαβαν, ήταν αρκετά θετικοί κι ήθελαν να μάθουν περισσότερα. Με ρωτάγαν αν είναι πραγματικότητα αυτό. Ήταν τελείως καινούριος κόσμος. Επίσης νομίζω τους άγγιξε λίγο περισσότερο σχετικά με τον Τραμπ και το τείχος που θέλει να χτίσει στα σύνορα με το Μεξικό, μιας και η ταινία είναι το αντίθετο, να πέσουν τα τείχη. Επίσης ήταν η περίοδος που είχαν το όλο θέμα με τους Dreamers. Δεν είναι το ίδιο ακριβώς φυσικά, γιατί στην Κύπρος φέρανε τους έποικους μετά την τουρκική εισβολή. Αλλά σε ένα επίπεδο καθαρά ανθρωπιστικό είναι ίδιο, ως προς το τι κάνεις με αυτούς τους ανθρώπους. Μεγάλωσαν στην Αμερική ή ήρθαν στην Αμερική όταν ήταν 1 ή 2 χρονών και τώρα είναι 20 ας πούμε, και τους λες πρέπει να πάτε πίσω στη χώρα σας. “Πού να πάω, εδώ μεγάλωσα, αυτή τη χώρα ξέρω, δεν είμαι από το Ιράν ή το Μεξικό, ούτε ξέρω να μιλάω τη γλώσσα.” Οπότε κάπως υπήρχε μια κατανόηση και στο θέμα των συνόρων και στο τι κάνουμε με αυτούς τους ανθρώπους.

Ενδιαφέρον ότι κάποια προβλήματα αυτή τη στιγμή μοιάζουν να είναι...

Είναι παγκόσμια, ναι. “Να κλείσουμε τα σύνορα”. Όλο αυτό δημιουργείται από τη φοβία που πηγάζει από το άγνωστο. Ο φόβος που σου δημιουργούσαν μέσα από την παιδιά, μέσα από τον στρατό, για την απέναντι πλευρά που δεν μπορούσες καν να δεις. Ήταν κλειστά τα σύνορα, δε μπορούσες να πας να γνωρίσεις τους απέναντι, και μάθαινες τα πάντα μέσα από τη βαρβαρότητα όχι μόνο της πρόσφατης ιστορίας, αλλά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1821, όλη η πορεία έχει εχθρούς τους βάρβαρους Τούρκους. Είναι η ιστορία μας βίαιη. Αλλά πρέπει να αλλάξουμε κι από τις δύο πλευρές τον τρόπο διδασκαλίας της ιστορίας. Η ιστορία είναι εκεί, υπήρχαν αυτά, έγιναν. Απλά ο τρόπος που διδάσκεται η ιστορία χρειάζεται ριζική αλλαγή.

Τραγούδια πατριωτικά, παρελάσεις, όλα αυτά που ενισχύουν τον εθνικισμό, και μαζί και η θρησκεία, το ένα συμπληρώνει το άλλο, και γίνεται τελικά Τούρκος = Εχθρός. “Αλλά πρέπει να ζήσουμε μαζί.” Οπότε υπάρχει αυτό το παράδοξο. Δεν γίνεται να διδάσκεις μια ζωή την έχθρα και μετά να πρέπει να βρεις λύση και να ζήσεις μαζί και στην πολιτική και στην διοίκηση και στην καθημερινότητα, παντού μαζί, αλλά από 5 χρονών να σου διδάσκουν ότι είναι ο εχθρός.

Και αυτή η πάλη βγαίνει μέσα από τον χαρακτήρα του Τούρκου του εποίκου, που βγαίνει θετικός στην ταινία. Πολλοί ταυτίζονται μαζί του, τον καταλαβαίνουν, γιατί είναι οικογενειάρχης, έχει όνειρα, είναι καθημερινός άνθρωπος. Αλλά είναι δύσκολο γιατί “δεν πρέπει”. Δεν γίνεται να σου αρέσει, δεν γίνεται να ταυτιστείς μαζί του! Είναι έποικος, εχθρός.

Ήταν αυτή η ματιά μια μεγάλη δυσκολία στη δημιουργία της ταινίας;

Έπρεπε να περάσω από μια διαδικασία, να μπορέσω να φύγω από τη δική μου πλευρά και να περάσω στην πλευρά του άλλου και να μπορέσω να γράψω αυτό τον χαρακτήρα από την πλευρά του. Μπορεί να λέει πράγματα που να μη συμφωνώ αλλά είναι η δική του πλευρά, είναι αυτός ο χαρακτήρας. Δε θα ήταν δίκαιο να πει πράγματα που είναι δικά μου. Πρέπει να υποστηρίξεις τον χαρακτήρα, τις απόψεις του, όπως είναι, από την πλευρά του.

Κι αυτό έχει πολλά να κάνει με αυτό που λέγαμε πριν, με το πώς μεγαλώσαμε. Γιατί κι όταν ανοίξανε τα οδοφράγματα, κι εγώ είχα στην αρχή πρόβλημα. Κι εγώ δεν ήθελα να δείξω το διαβατήριό μου. Γιατί το θέμα είναι πως από τη στιγμή που δείχνεις το διαβατήριο κάπως αναγνωρίζεις το ψευδοκράτος κι είναι αυτό που πολλοί δεν θέλουν. “Γιατί να δείξω διαβατήριο στον τόπο μου;” Κι είχα κι εγώ όπως και πολλοί άλλοι δυσκολία σε προσωπικό επίπεδο να το δεχτώ και να λέω, γιατί να το κάνω; Αλλά νομίζω αν δεν γινόταν αυτό, μπορεί να ήταν χειρότερα, θα λέγανε τελικά πως ΟΚ, εσείς εδώ, εμείς εκεί, ας γίνει διχοτόμηση και να τελειώνουμε. Ενώ δεν έγινε έτσι. Οπότε ήταν, για μένα τουλάχιστον, σημαντικό ότι υπάρχει αυτή η διακίνηση.

*Το “Αναζητώντας τον Χέντριξ” κυκλοφορεί στις αίθουσες.

SHARE: