Ford εναντίον Ferrari, Κρίστιαν Μπέιλ και Ματ Ντέιμον "Κόντρα σε Όλα"

Ford εναντίον Ferrari, Κρίστιαν Μπέιλ και Ματ Ντέιμον "Κόντρα σε Όλα"

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα το Παρίσι φλέγεται στους βραβευμένους “Άθλιους”, o Ματ Ντέιμον κι ο Κρίστιαν Μπέιλ κατεβαίνουν στο Λε Μαν με το “Κόντρα σε Όλα” και ο “Ιρλανδός” του Σκορσέζε εμφανίζεται σε επιλεκτικές προβολές.

Οι κριτικές της εβδομάδας:

Κόντρα σε Όλα

*****

(“Le Mans ‘66 / Ford v Ferrari”, Τζέιμς Μάνγκολντ, 2ω32λ)

Καστ: Κρίστιαν Μπέιλ, Ματ Ντέιμον

H αληθινή ιστορία του κατασκευαστή Κάρολ Σέλμπι και του οδηγού Κεν Μάιλς που μαζί έβαλαν στόχο να χτίσουν ένα τέλειο αυτοκίνητο για λογαριασμό της Ford με το οποίο σκοπεύουν να κερδίσουν τις 24 Ώρες του Λε Μαν ανατρέποντας την επί σειρά ετών κυριαρχία της Ferrari.

O Τζέιμς Μάνγκολντ, ο άνθρωπος που έχει τελειοποιήσει το “πάρ’το-βάλτο” βιογραφικό δράμα πριν κάποια χρόνια με το “Walk the Line”, επιστρέφει στο είδος με μια ακόμα ιστορία πείσματος και θριάμβου μες στις αντιξοότητες, εμπνευσμένος από μια αθλητική ιστορία μεν που όμως προσφέρει ενδιαφέρουσες διακλαδώσεις, δε. Ο Κρίστιαν Μπέιλ είναι απολαυστικός στο ρόλο του απαιτητικού, ακοινώνητου Κεν Μάιλς, τρομερά ταλαντούχου οδηγού αυτοκινήτων με χάρισμα στο να ακούει τη μηχανή σαν εκείνη να του ψιθύριζε τα μυστικά της, κι ο Ματ Ντέιμον προσφέρει για αντίβαρο μια ήρεμη δύναμη ως Κάρολ Σέλμπι, κατασκευαστής που έχει το έχει το νου του τόσο στην πρωτοπορία αλλά χωρίς να ξεχνά ποτέ την αναγκαιότητα του συμβιβασμού. Ακολουθώντας την ιστορία μέσα από τα μάτια αυτών των δύο ηρώων, ο Μάνγκολντ δεν αφηγείται απλώς μια αθλητική ιστορία θριάμβου και τραγωδίας, αλλά το κάνει εστιάζοντας στις επεμβάσεις ενός καταστροφικού corporate συστήματος, για χαρτογιακάδες δίχως κατανόηση για την τεχνική (και την τέχνη) και την αληθινή δουλειά των ανθρώπων που είναι το αληθινό έμψυχο δυναμικό, το οποίο αναπόφευκτα πέφτει αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Όχι πως είναι κάποια αντι-καπιταλιστική κραυγή, όμως έχει ενδιαφέρον το πόσο βαθιά δεμένες με το γραμμικό, απολαυστικό αθλητικό στόρι, είναι όλες αυτές ιδέες. Όπως και το πώς τελικά συνδέονται με τον εγωισμό, την εμμονή, την πίστη σε ένα όραμα πιο αγνό, και το πώς διαφορετικοί τύποι παλιομοδίτικου αντρισμού συνδέονται και συγκρούονται. Το πλούσιο στόρι κι οι καλοσχηματισμένοι χαρακτήρες πλαισιώνονται από μια φύσει θεαματική αθλητική βιτρίνα, για ένα ράλι πρωτοπορίας και απελευθέρωσης. Ο Μάνγκολντ σκηνοθετεί την αθλητική δράση με θεαματικό αλλά τελικά κάπως συνηθισμένο τρόπο, χάνοντας την ευκαιρία (ειδικά στις βραδινές σεκάνς βροχής) να εστιάσει στις μηχανές ως δυνάμεις της φύσης ή στην γοητεία και την αναγκαιότητα της όποιας (μηχανικής και μη) διαδικασίας. Ως εκ τούτου η ταινία δεν επιχειρεί ποτέ να ξεφύγει από την πεπατημένη, αλλά τουλάχιστον ο Μάνγκολντ φαίνεται να γνωρίζει πως δεν είναι Κεν Μάιλς. Η ταινία του προσφέρει κάτι το τίμια, και ικανότατα, εγγυημένο ως προς την κινηματογραφική διασκέδαση. Από τα πιο στιβαρά “τρία στα πέντε” φιλμ της χρονιάς.

Οι Άθλιοι

*****

(“Les Miserables”, Λατζ Λι, 1ω43λ)

Καστ: Νταμιέν Μπονάρ, Αλέξις Μανέντι, Ντζιμπρίλ Ζονγκά

O Στεφάν έχει μόλις γίνει μέλος της ομάδας κρούσης της αστυνομίας που αναλαμβάνει τις δύσκολες υποθέσεις του δρόμου, στο Μονφερμέιγ, στα φτωχά προάστια του Παρισιού όπου οι συμμορίες ελέγχουν την περιοχή- στην οποία διαδραματίζεται μέρος του βιβλίου του Ουγκώ. Ακολουθώντας την πρώτη του μέρα στη δουλειά, και χαρτογραφώντας την περιοχή συστήνοντάς μας μία-μία τις συμμορίες, τις κοινωνικές ομάδες και τους κυριότερους χαρακτήρες της περιοχής, ο πρωτοεμφανιζόμενος Λατζ Λι ακτινογραφεί έναν κοινωνικό μηχανισμό σε απόλυτη εξαφάνιση, με περιστατικό-καταλύτη τον πυροβολισμό ενός παιδιού από συνάδελφο του Στεφάν, το οποίο καταγράφει μια κάμερα. Ακούγεται γνώριμο;

Η ομάδα κρούσης αποτελείται από έναν Πάρα Πολύ Ρατσιστή Λευκό Αστυνομικό, έναν ελαφρώς πιο ανθρώπινο αλλά και πάλι σκληρό συνάδελφο, και τον καινούριο που περνά όλη την ταινία κοιτάζοντας ενοχλημένος και απορημένος τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ομάδα του. Θα θύμιζε τη σειρά “The Shield” αν αυτή λειτουργούσε στον κόσμο του “The Wire”, με λίγο από “Μίσος” και “Ημέρα Εκπαίδευσης” (και την τρίτη πράξη του “Μόνος στο Σπίτι”, και ναι, μιλάμε σοβαρότατα). Οι αναφορές του Λι, που στο δημιουργικό του background έχει πολυετή συνεργασία με την κολεκτίβα Kourtrajme του Ρομέν Γαβράς, είναι αρκετά αμερικάνικες, σε σημείο που παρότι οι “Άθλιοι” είναι το ντεμπούτο του, μπορείς να τον δεις αύριο κιόλας να δουλεύει στο Χόλιγουντ.

Με τα καλά του και με τα κακά του μαζί, πάει αυτός ο χαρακτηρισμός- η ταινία, παρότι μπορεί κανείς να διακρίνει σε αυτή την αυθεντικότητα που προέρχεται από έναν δημιουργό που έχει ζήσει την περιοχή, τους κατοίκους, και τη βία της, πέφτει διαρκώς από τη μία ευκολία στην άλλη. Η αυθεντικότητα υποσκάπτεται από τη σχηματικότητα και, σε κρίσιμα σημεία, η ταινία δεν κάνει το ένα παραπάνω βήμα προς κάτι αληθινά επιθετικό, παρότι εμπνευσμένη ευθέως από τις εξεγέρσεις των προαστίων του 2005. Η αληθινή ζωή βρίσκεται παντού στην ταινία, από το αποθεωτικό άνοιγμα, με γάλλους κάθε χρώματος και κοινωνικής τάξης να πανηγυρίζουν για το Παγκόσμιο Κύπελλο (στις πλάτες, φυσικά, μιας ομάδας ταλέντων κυρίως από παιδιά μεταναστών), ως την αναπόφευκτη έκρηξη της βίας, εμπνευσμένη από τα αληθινά περιστατικά του ‘05 τα οποία ο Λι είχε καταγράψει σε παλιότερο ντοκιμαντέρ του. Στην πορεία, πολλοί μηχανισμοί μοιάζουν μάλλον κατασκευασμένοι.

Η πιο μεγάλη ένσταση αφορά την οπτική γωνία, καθώς η ταινία παρότι μοιράζει τη ματιά της σε όλη την περιοχή, καταγράφοντας εντάσεις, διαπραγματεύσεις και εύθραστες συμμαχίες υπό την εκκωφαντική απουσία κρατικών μηχανισμών και πρόνοιας, το κάνει μέσα κυρίως από τα μάτια του αστυνομικού. Αυτό, κατ’ανάγκη, χαρακτηρίζει όλο το φιλμ. Θα ήταν σίγουρα πιο ενδιαφέρον, και ίσως πιο χρήσιμο, αν η κεντρική οπτική ματιά ανήκε στα κατατρεγμένα παιδιά, τα οποία όλος αυτός ο φθαρμένος κοινωνικός ιστός έχει προδώσει κι απογοητεύσει- έτσι θα απογειωνόταν και η τρομερά δυνατή τρίτη πράξη του φιλμ.

Βραβείο Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών, Βραβείο Κοινού στις Νύχτες Πρεμιέρας και επίσημη υποβολή της Γαλλίας για τα Όσκαρ.

Επίσης κυκλοφορούν

Last Christmas

*****

(Πολ Φιγκ, 1ω43λ)

Η Κέιτ δεν περνάει καλά. Έχει βαρεθεί τη δουλειά της, οι οντισιόν που κάνει για να εκπληρώσει το μεγάλο της όνειρο είναι η μία αποτυχία μετά την άλλη, κάθε απόφαση που παίρνει είναι καταστροφική, η σχέση με την οικογένειά της είναι διαλυμένη και σύντομα θα ξεμείνει κι από καναπέδες φίλων για να μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια. Μέχρι που συναντά έναν όμορφο άντρα και η συναναστροφή της μαζί του θα της αλλάξει τη ζωή.

Τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια ρίχνουν φως στη χειμωνιάτικη νύχτα του Λονδίνου σε ένα τρομερά ζεστό και όμορφο σκηνικό δράσης για κάθε ρομαντική κομεντί, πόσο μάλλον μία τόσο ταιριαστά κατσούφικη και πνευματώδη όσο αυτή. Ο Χένρι Γκόλντινγκ ως μυστηριώδης εραστής είναι σαν σύγχονος Τζιν Κέλι, ένα τέλειο manic pixie dream boy για την περίπλοκη, μπλεγμένη Κέιτ της Εμίλια Κλαρκ, η οποία ξεμπερδεύοντας με το “Game of Thrones” ελπίζουμε να αφοσιωθεί σε αυτό ακριβώς το είδος ταινιών. Ο συνδυασμός φλέγματος, τσαντίλας, κυνισμού και γλύκας στην παρουσία της την κάνει ιδανική για μελλοντική rom com βασίλισσα.

Επί της παρούσης, το συγκεκριμένο φιλμ δεν είναι όσο απογειωτικό θα μπορούσε, κάνοντας πολλές κοιλιές και πέφτοντας σε επαναλήψεις κατά τόπους, αποτέλεσμα του πόσο σχετικά ισχνό είναι: Η Έμα Τόμσον (που παίζει στο ρόλο της μητέρας της Κέιτ) το συνέγραψε βασιζόμενη στο διασημότερο χιτ των Wham! και του Τζορτζ Μάικλ, αλλά δεν είναι αρκετά γεμάτο θεματικά, ανάμεσα στις απαραίτητες στροφές της πλοκής. Έχει όμως τη γοητεία της, έχει ένα στρώμα αληθινής έγνοιας για τη χαλασμένη της ηρωίδα, και έχει και μια κεντρική σεναριακή ιδέα (για την οποία δε θα επεκταθούμε) που θα μετατρέψει το φιλμ σε μελλοντικό “θυμάσαι εκείνο το παλαβό rom com” κομμάτι pop culture γνώσης.

Ο Ιρλανδός (“The Irishman”, Μάρτιν Σκορσέζε, 3ω29λ). Σε επιλεγμένα previews, παρουσιάζεται από αυτή την εβδομάδα το νέο γκανγκστερικό έπος του Μάρτιν Σκορσέζε με τους Ρόμπερτ ΝτεΝίρο, Αλ Πατσίνο και Τζο Πέσι. Η ταινία κυκλοφορεί σε κανονική διανομή από την επόμενη εβδομάδα όταν και θα γράψουμε την αναλυτική μας κριτική.

Ένας Καλός Ψεύτης (“The Good Liar”, Μπιλ Κόντον, 1ω50λ). Απατεώνας βρίσκει τον επόμενο στόχο του, μια ζάπλουτη χήρα. Η σχέση τους μετατρέπεται σε απρόβλεπτο αγώνα γάτας-ποντικιού. Ίαν ΜακΚέλεν και Έλεν Μίρεν πρωταγωνιστούν υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Μπιλ Κόντον (“Dreamgirls”).

Μια Ευτυχισμένη Γυναίκα (“The Escape”, Ντομινίκ Σάβατζ, 1ω44λ). Δυστυχισμένη νοικοκυρά του προαστιακού Λονδίνου τα αφήνει όλα πίσω και ταξιδεύει για Παρίσι σε ψυχολογικό δράμα με την Τζέμα Άρτερτον να προτείνεται για βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στα βρετανικά βραβεία ανεξάρτητου κινηματογράφου.

Χωρίς Οικογένεια (“Remi Sans Familie”, Αντουάν Μπλοσιέ, 1ω45λ). Μεταφορά του ομώνυμου κλασικού βιβλίου του Έκτορα Μαλό. Προβάλλεται με υπότιτλους και μεταγλωτισμένο.

Σκυλομπελάς (“Trouble”, Κέβιν Τζόνσον, 1ω27λ). Αξιαγάπητος σκύλος θα βρεθεί στο δρόμο όταν οι κληρονόμοι της πλούσιας αφεντικίνας του επιχειρούν να τον ξεφορτωθούν. Γνώριμης συνταγής περιπέτεια κινουμένων σχεδίων που προβάλλεται μεταγλωτισμένη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών
SHARE: