Κίμων Τσακίρης: "Κανένας πολιτικός δεν θέλει να βάλει μέσα στην εξίσωση τον πολίτη"

Κίμων Τσακίρης: "Κανένας πολιτικός δεν θέλει να βάλει μέσα στην εξίσωση τον πολίτη"

Ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ “Sugartown: Για Μια Χούφτα Ψήφους” μας μιλά για το σύγχρονο πολιτικό αδιέξοδο, για τη Ζαχάρω ως μικρογραφία της Δύσης, και για την ανάγκη των πολιτικών να πουν την ιστορία τους.

Πώς μπορεί μια τριλογία ντοκιμαντέρ για ένα πολιτικό πρόσωπο της ελληνικής επαρχίας να αποτελεί μικρογραφία για τη σύγχρονη πολιτική κατάσταση στη Δύση;

Ο βραβευμένος δημιουργός Κίμων Τσακίρης ολοκληρώνει μια τριλογία ντοκιμαντέρ με φόντο τη Ζαχάρω και πρωταγωνίστρια την τοπική κοινωνία. Το “Sugar Town: Για Μια Χούφτα Ψήφους” είναι ένα ντοκιμαντέρ για τη σχέση των πολιτών με τους πολιτικούς στην Ελλάδα, που καταγράφει  την εκλογική διαδικασία στην ελληνική επαρχία, παρουσιάζοντας τη μικρογραφία μιας χώρας που αναζητά σωτήρες για να εξελιχθεί.

Πριν από αυτό, το 2006 ο Τσακίρης είχε παρουσιάσει το “Sugartown: Οι Γαμπροί”, εκδοχή του οποίου προβλήθηκε ως και το BBC, για το σχέδιο του τότε υποψήφιου Δημάρχου της Ζαχάρως να φέρει γυναίκες από τη Ρωσία για να αποκαταστήσει τους εργένηδες του χωριού. Το 2010 στο σίκουελ “Sugartown: Η Επόμενη Μέρα”, εστίασε στις καταστροφικές πυρκαγιές του Αυγούστου του 2007.

 

Στο “Για Μια Χούφτα Ψήφους”, άτυπο κλείσιμο της τριλογίας, ο έκπτωτος Δήμαρχος Ζαχάρως Πανταζής Χρονόπουλος καταφέρνει μια εβδομάδα πριν τις εκλογές να του επιτραπεί να θέσει ξανά υποψηφιότητα για το ανώτατο αξίωμα της πόλης.

Όμως ποια είναι η θέση του Χρονόπουλου σε ένα πολιτικό σκηνικό σαν το σημερινό; Γιατί πολιτικοί σαν αυτόν καταφέρνουν να επιβιώνουν; Ποια είναι η σχέση των πολιτών με τους πολιτικούς, αλλά και με την ίδια τους την κοινωνία; Πώς συνδέονται όλα αυτά με την εκλογή του Τραμπ;

Σε απολύτως εκλογικό κλίμα, συναντήσαμε τον σκηνοθέτη Κίμωνα Τσακίρη και μιλήσαμε μαζί του για το λαό, την πολιτική, και για τους πολιτικούς ως ερμηνευτές του έργου της ζωής τους.

Κίμων Τσακίρης:

Τι έχεις λάβει από την αντίδραση του κόσμου στην ταινία;

Νομίζω ότι περιγράφουμε ακριβώς τη σχέση πολίτη-πολιτικού στη χώρα μας, κι αλλού. Επίσης τη σχέση πολίτη-πολιτικού πέρα από τη μικρογραφία ενός συγκεκριμένου μέρος. Έτσι λειτουργούμε ως πολίτες. Κοιτάζουμε κυρίως το προσωπικό μας αίτημα και συμφέρον και δεν θα αναλογιστούμε κάτι ευρύτερο.

Αν βγάλεις το κομμάτι το τοπικό από την ταινία, τα ίδια πράγματα δεν ακούμε αυτή τη στιγμή και, ας πούμε, στην Τουρκία; Μιλάμε κι εκεί για έναν εχθρό, που μας επιβουλεύεται, δώστε σε εμένα την εξουσία να το λύσω και να το αντιμετωπίσω. Στην Αμερική; Αυτό δεν ακούμε;

Βλέποντας την ταινία ένιωθα πως θα μπορούσε να αφορά και την εκλογή του Τραμπ.

Μα τι γίνεται κι εκεί; Στο midwest στην Αμερική πόσο διαφορετικοί είναι οι εκλέκτορες κι οι σχέσεις; Αλλάζει το μέγεθος, η σχέση όμως είναι ακριβώς ίδια. Εμείς βάζουμε μέσα στο παιχνίδι το θεατή και μπορεί να κάνει την αναγωγή. Δεν του δίνουμε ένα κλειστό σύστημα αφήγησης έτοιμο, όπου εξηγούμε τα πάντα. Αν ήταν έτσι, θα έπρεπε τη θέση που έχει ο καθένας τη γράφει σε μια παράγραφο και να την ποστάρει. Εμείς θέλουμε ένα ανοιχτό πράγμα, που ο κάθε θεατής να μπορεί να σκεφτεί πάνω σε αυτό που βλέπει, αυτό είναι το ζητούμενο και στα τρία “Sugartown”.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν βλέπουμε πολιτικούς να πουλάνε σε παραγκωνισμένες μερίδες πληθυσμού μια αίσθηση ότι “εγώ είμαι εδώ για σένα, είμαι κοντά σου και σε καταλαβαίνω”. Ο Τραμπ έπεισε κόσμο ότι είναι κοντά στα προβλήματα του λαού και μακριά από τις ελίτ ενώ είναι ένας απατεώνας δισεκατομμυριούχος.

Κανείς από τους πολιτικούς δε θέλει να βάλει μέσα στην εξίσωση τον πολίτη αλλά δε θέλει και να του πει την αλήθεια. Πώς το μοντέλο που γνωρίζαμε έχει τελειώσει. Τα εργατικά δικαιώματα διαλύονται το ένα μετά το άλλο. Οι δουλειές μεταφέρονται αλλού. Η κοινωνία της πληροφόρησης θα αφαιρέσει πολλούς ανθρώπους από τις δουλειές παροχής υπηρεσιών. Αυτό αν κάτσεις και το πεις στο μέσο Γάλλο ή Αμερικάνο, δηλώνεις πως εγώ δε μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό, πρέπει να κάνεις εσύ κάτι για τον εαυτό σου. Αλλά αν του πεις ότι υπάρχει ένας εχθρός που λέγεται Ρωσία, που λέγονται μετανάστες, τότε αυτό είναι κάτι που υπόσχεσαι πως εσύ μπορείς να το λύσεις. Ακραία μορφή λαϊκισμού, που εντείνεται γιατί κανένας δε λέει την αλήθεια στον πολίτη κι ο πολίτης δεν είναι έτοιμος να ακούσει την αλήθεια μόνος του.

Κι έτσι έχουμε αυτό που βλέπουμε στην ταινία. Λες ότι είναι κάποιοι εχθροί που θέλουν να μας κρατήσουν εδώ υπανάπτυκτους κι ότι εγώ που έχω άκρες και είμαι δυνατός θα πάω να σπάσω την πόρτα κάποιου στο υπουργείο. Κι αυτό είναι κάτι που καθησυχάζει για λίγο. Αλλά πάλι θα το βρεις μπροστά σου την επόμενη μέρα των εκλογών. Κι αυτό δε συμβαίνει μόνο εκεί στη Ζαχάρω, αλλά και στην κεντρική σκηνή, εδώ αλλά και σε πάρα πολλά κομμάτια του πλανήτη. Είναι ένα υλικό που περιγράφει ένα κομμάτι του δυτικού κόσμου.

Κίμων Τσακίρης:

Τι ακολουθεί όμως μετά από αυτό; Μετά το δήμαρχο της Ζαχάρως τι έρχεται;

Αυτό που λέει στην αρχή η ταινία, μια κινέζικη παροιμία, ότι αν δεν αλλάξουμε πορεία θα φτάσουμε εκεί που πηγαίνουμε. Κι υπάρχει γενικά ένα μοτίβο μες στην ταινία για το πώς έχει επικρατήσει παντού η ακροδεξιά ατζέντα. Όταν οι υποσχέσεις αποτύχουν, γιατί είναι καταδικασμένες να αποτύχουν, θα έρθουν πιο βίαιες αντιδράσεις και δυστυχώς εγώ δεν είμαι αισιόδοξος για την κατεύθυνση που έχουμε πάρει.

Παίζει συνέχεια αυτό κι όχι μόνο σε κάτι περίεργους τύπους που ανήκουν σε ένα κόμμα, αλλά παίζει πια και στις κοινωνίες μας, στο πώς συμπεριφέρεται η κοινωνία σε κάποιον που έχασε τη δουλειά του ή είναι φτωχός. Έχουμε γίνει ακραία δεξιά. Ως ατζέντα, ακόμη και στον τρόπο που μιλάμε μεταξύ μας. Στο πώς οδηγούμε! Στο ότι ακόμα και οι πολιτικοί έχουν αφήσει την αστική ευγένεια που είχαν, και κάποιος επικοινωνιολόγος τους έχει πει ότι πρέπει να μιλάς λες και τσακώνεσαι στο φανάρι, για να σε ακούσει ο λαός. Αυτό δεν είναι ανεξαρτήτως κόμματος η επικράτηση ενός δαρβινισμού κοινωνικού; Ότι ο ισχυρότερος θα επικρατήσει, ή ο πιο μάγκας, ή αυτός που ρίχνει τις μπουνιές;

Το θέμα είναι εσύ ο ίδιος να σκεφτείς, να κινηθείς στη ζωή σου, να κάνεις επιλογές. Κανένας δε μπορεί να μας λύσει τα προβλήματα, και καλές προθέσεις να έχει. Πρέπει να αναλογιστούμε η Ελλάδα τι μέγεθος έχει σαν χώρα, τι ρόλο μπορεί να παίξει; Πρέπει να είμαστε πιο ενεργοί. Το άλλο είναι παθητικό. Το να βλέπεις ας πούμε ένα ντοκιμαντέρ και να σου λέει αυτό που πιστεύεις και να νιώθεις καλά. Και;

Όλη η ιντερνετική οικονομία βασίζεται στο να πουλάει στον αναγνώστη πράγματα που ήδη πιστεύει και θέλει να ακούσει.

Ξέρεις τι δεν σου αρέσει, αλλά μετά πρέπει να βρεις και κάτι ουσιαστικό σαν πρόταση. Οι πολιτικοί αυτή τη στιγμή, ανεξάρτητα το πώς συγκρούονται μεταξύ τους, ο #1 στόχος των περισσότερων αυτή τη στιγμή είναι να βγάλουν τον πολίτη έξω από τις ευθύνες του. Να τον κάνουν να νιώσει μικρός, ότι δεν μπορεί. Κι αυτό είναι νομίζω που περιγράφουμε μέσα από αυτές τις ταινίες.

Σαν στόχος υπήρχε στο μυαλό σου από την αρχή αυτό;

Το πρώτο φιλμ ξεκίνησα να το κάνω αναζητώντας αυτό που βρήκα στο τρίτο. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι ένας δήμαρχος υπόσχεται πως αν τον ψηφίσουν θα τους βρει νύφες και αναρωτήθηκα, πώς γίνεται ένας πολίτης να περιμένει από έναν πολιτικό να του λύσει ένα τόσο προσωπικό θέμα; Αρα μπαίνουμε κατευθείαν στη σχέση πολίτη-πολιτικού. Πόσο αδύναμος μπορεί να νιώθεις όταν περιμένεις πως ένας πολιτικός θα σου λύσει αυτό το θέμα; Είναι πράγματα προσωπικά αυτά! Κι αν δε μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, όπου κι αν πάμε τα ίδια προβλήματα θα αντιμετωπίζουμε.

Αυτό έψαξα εγώ. Στη δεύτερη ταινία συνέβη μια πολύ μεγάλη κρίση. Τι κάνεις, αλλάζεις από αυτό ή επαναλαμβάνεις ακριβώς το ίδιο; Μετά από την οποιαδήποτε κρίση! Το ζητούμενο είναι πως αν δε μπορείς να μάθεις από αυτό το τραγικό που συνέβη, θα επαναληφθεί.

Και φτάνουμε στην τρίτη ταινία, που είναι η ουσία. Όπου μιλάμε για μια σχέση όπου κάποιος νιώθει ότι την ευθύνη του πρέπει να τη μεταφέρει σε κάποιον άλλον, κι ο άλλος λέει “κάτσε εσύ και θα στο λύσω εγώ”. Μέσα σε αυτό, για να λειτουργήσει, θα πρέπει πάντα να υπάρχει κάποιος αόρατος εχθρός, η άτιμη κοινωνία, αλλά ποτέ κάτι που να έχει να κάνει με εμάς. Μήπως να είμαστε πιο κοινωνικοί; Να αποκτήσουμε ενδιαφέροντα; Μήπως θα έπρεπε να γνωρίζουμε τι να κάνουμε για να μην έρθει μια φωτιά; Είναι πολλά που έχουμε ευθύνη. Όχι ευθύνη τύπου “όλοι μαζί τα φάγαμε”. Καθένας έχει για τη ζωή του το μέγεθος της ευθύνης που του αναλογεί. Κι όταν το λύσει αυτό μετά θα πάει να ασχοληθεί περαιτέρω. Αλλά θα πρέπει να καταλάβει καθένας μας ότι η ζωή μας δεν είναι αυτόνομη. Δε μπορεί να κοιτάς μόνο την αυλή σου γιατί μετά θα βγεις έξω και θα φας τα σκουπίδια στο κεφάλι. Δε μπορείς να κοιτάς να πάρεις μια Πόρσε για να την κυκλοφορείς στις λακούβες. Αυτό ζητάμε. Να λυθούν τα προβλήματα μέχρι την πόρτα μας. Ανεξάρτητα αν αυτό θα δημιουργήσει προβλήματα στην κοινωνία, στον δίπλα μας.

Κίμων Τσακίρης:

Η πρώτη ταινία είχε σαν αφορμή μια απίθανη ιστορία, το δεύτερο κάπως το επέβαλαν τα γεγονότα, αλλά ετούτο το τρίτο φιλμ μοιάζει να βγήκε επειδή εσύ κυνήγησες το να πας κάπου.

Είναι στον πυρήνα το πιο καθαρό από τα τρία. Μου δίνει την ελευθερία να μην έχω να ασχοληθώ με ένα γεγονός. Είναι υλικό που πήρα σε 7 μέρες, πρωί ως βράδυ, χωρίς φίλτρο, και δεν έχει μια δράση να ασχοληθείς με αυτή. Πατάς από το Rec και ο χαρακτήρας σου είναι στο 100% της δράσης σου. Αυτό δίνει την ουσία του γιατί να γυρίσεις ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ.

Και είναι φοβερό ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση κατανόησης στα επίπεδα πραγματικότητας. Αυτό έχει αξία για μένα, προτιμότερο από το να πάρει κάποιος ένα βιντεάκι και να μου πει κοίτα, τι πρέπει να σκεφτείς. Δε μου αρέσει το ντοκιμαντέρ ως μορφή προπαγάνδας, όπου ακόμα και να συμφωνώ, άμα μου πεις από την αρχή ως το τέλος αυτό που ήδη πιστεύω, δεν με ενδιαφέρει.

Είναι φοβερό ότι συνεχίζεις να έχεις τέτοιο επίπεδο πρόσβασης με τον συγκεκριμένο άνθρωπο.

Υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι, ότι επειδή οι πολιτικοί μοιάζουν πάρα πολύ με τους ηθοποιούς, θέλουν πάρα πολύ να πουν την ιστορία τους. Δηλαδή είναι μια κατηγορία ανθρώπων στα φώτα της δημοσιότητας όπου τα πάντα είναι θεατρικά. Ξέρω πολύ λίγους πολιτικούς που δεν θα ήθελαν να γίνει ένα ντοκιμαντέρ για εκείνους. Να πουν πώς χαιρετάνε, και λοιπά. Να φέρουν την αλήθεια τους. Κι ο Ελ Τσάπο γιατί ήθελε να πουλήσει την ιστορία του;; Δηλαδή τι θέλει ακριβώς; Να κάνει αυτό που κάνει, αλλά θέλει να το ξέρουν όλοι κιόλας. Να γίνει σειρά!

Και μετά υπάρχει το κομμάτι ότι εγώ ποτέ δεν έκανα κάτι άλλο από αυτό που είπα. Από την αρχή ως το τέλος, μπορεί να διαφωνήσαμε, να υπήρχαν στιγμές έντασης, αλλά ποτέ δεν είπα σε άλλον να κάνει κάτι για μένα, για την κάμερα. Από τη στιγμή που πήρα το ΟΚ, θα έχεις μπουμ και ψείρα ως την Κυριακή των εκλογών. Ακριβώς ό,τι λέει.

Ποια είναι η σχέση σας;

Δεν μιλάμε και στο τηλέφωνο, αλλά τώρα που είχε έρθει είδε την ταινία. Δεν μου είπε κάτι, δεν με ρώτησε γιατί έβαλα αυτό ή εκείνο. Κι επίσης βλέπει τον εαυτό του, σε όλα τα στάδια. Η δική του ανάγνωση της ταινίας είναι κάτι που δεν το γνωρίζω, αλλά είναι σίγουρα πολύ διαφορετική από του καθενός μας. Και ποτέ δε μπαίνω στη διαδικασία να δείξω στον πρωταγωνιστή τι κάνω να μου πει αν του αρέσει το ένα ή το άλλο. Από τη στιγμή που υπάρχει αυτή η σύμβαση πρέπει ο καθένας να πει την αλήθεια του.

Αυτό είναι όμως και το έντονο κομμάτι. Δε θα πω ωραίο. Αλλά είναι κάτι που θα μπεις μέσα, θα δεις κάτι από την αρχή ως το τέλος, και δε θα σου κοπανάει διαρκώς ένα point. Το να βάλω ένα voiceover από κάτω και να έχω πέντε πλάνα που πήρα και τα έντυσα; Αυτό ό,τι και να υπηρετεί, την πιο αγνή ιδέα, είναι εύκολο να το κάνεις. Υπάρχουν πράγματα που έχουν γίνει με πολύ μεγαλύτερη δυσκολία. Η δυσκολία δεν είναι μόνο να γυρίσεις το ντοκιμαντέρ, είναι κι ο χρόνος που έχεις περάσει. Εγώ έχω περάσει εκεί 15 χρόνια, χωρίς κάμερα. Σε ένα πλάνο γενικό αναγνωρίζω τα 3/4 των ανθρώπων, μπορώ να σου πω ιστορίες γι’αυτούς. Αυτό είναι κάτι που δε μπορεί να μη βγει, ακόμα κι αν πας για μια εβδομάδα γύρισμα. Οι επιλογές είναι πάντα σωστές, ξέρεις πού πρέπει να βρίσκεσαι. Είναι 15 χρόνια προετοιμασία χωρίς σενάριο. Χωρίς να ξέρεις το τέλος.

*Η ταινία “Sugartown: Για Μια Χούφτα Ψήφους” κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 16 Μαϊου από τη Feelgood.

SHARE:

24Media Network