Νουάρ Πόκεμον, διεθνείς Άντρες με τα Μαύρα και γλυκόπικρες ιστορίες ενηλικίωσης

Chris Hemsworth (H) with Em (Tessa Thompson) in Marrakech in Columbia Pictures' MEN IN BLACK: INTERNATIONAL.
Chris Hemsworth (H) with Em (Tessa Thompson) in Marrakech in Columbia Pictures' MEN IN BLACK: INTERNATIONAL. © 2018 CTMG, INC. ALL RIGHTS RESERVED.

Ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις ταινίες της εβδομάδας κάθε Πέμπτη. Σήμερα οι “Άνδρες με τα Μαύρα” επιστρέφουν με νέους πρωταγωνιστές, το “Booksmart” είναι ένα φετινό “Superbad”, και το “Ντετέκτιβ Πίκατσου” είναι ένα αναπάντεχα διασκεδαστικό παιδικό νουάρ.

H σημαντικότερη ίσως κινηματογραφική εξέλιξη της βδομάδας ήταν η πρεμιέρα της 2ης σεζόν “Big Little Lies”, το οποίο σκηνοθετεί εξ ολοκλήρου η βραβευμένη στις Κάννες Άντρεα Άρνολντ (“American Honey”) και στου οποίου το καστ προστίθεται η Μέριλ Στριπ, αναμφίβολα η σημαντικότερη εν ζωή ηθοποιός του Χόλιγουντ.

Είναι πραγματικά μια εξέλιξη που μερικά χρόνια θα ήταν πρακτικά αδύνατο να εξηγήσει κανείς λογικά. Η πρεμιέρα ήταν καλή, τώρα μένει να δούμε αν η σεζόν θα δικαιολογήσει ευρύτερα την ίδια την ύπαρξή της.

Πάμε στις κριτικές της εβδομάδας:

Νουάρ Πόκεμον, διεθνείς Άντρες με τα Μαύρα και γλυκόπικρες ιστορίες ενηλικίωσης

Οι Άνδρες με τα Μαύρα: Παγκόσμια Απειλή

*****

(“Men in Black: International”, Φ. Γκάρι Γκρέι, 1ω55λ)

Καστ: Κρις Χέμσγουορθ, Τέσα Τόμσον, Λίαμ Νίσον, Κουμάιλ Ναντζιάνι, Έμμα Τόμσον

Η προηγούμενη ταινία του Φ. Γκάρι Γκρέι: Την τεράστια επιτυχία του “Straight Outta Compton”, ο Γκρέι την εξαργυρώνει αναλαμβάνοντας να ξεπετάξει ανώνυμα προχωρημένα κεφάλαια σε ό,τι franchise κινείται ανά πάσα στιγμή. Η προηγούμενη του ταινία ήταν το “Μαχητές των Δρόμων 8”, μια εντελώς “ΟΚ, εντάξει” ταινία από την οποία κανείς δε θυμάται τίποτα. Επόμενη δουλειά του θα είναι μια ταινία στο κινηματογραφικό σύμπαν G.I. Joe.

Η καινούρια: 7 χρόνια μετά το “Άνδρες με τα Μαύρα 3”, μια ταινία που προσωπικά δεν έχω δει αλλά έχει τους φανς της και ένα concept ταξιδιού στο χρόνο σίγουρα ιντριγκαδόρικο και ξεχωριστό, η σειρά ταινιών αναγεννάται με ένα διαφορετικό καστ αλλά χωρίς κάποια αληθινά ιδιαίτερη ιδέα πίσω του. Στη νέα αυτή εκδοχή, ένας διάσημος αλλά ξιπασμένος πράκτορας της ΜΙΒ (Χέμσγουορθ) ενώνει τις δυνάμεις του με μια ενθουσιώδη ασκούμενη (Τόμσον) προσπαθώντας να εντοπίσουν τον προδότη στις τάξεις της οργάνωσης.

Και πώς είναι: Δεν πρόκειται για προσβολή απέναντι στο εργαζόμενο κοινό όπως ήταν ο “Μαύρος Φοίνικας” τον οποίον θάβαμε την περασμένη εβδομάδα, αλλά για μια ακόμη φορά έχουμε μπροστά μας ένα μάλλον άχρωμο χολιγουντιανό προϊόν για το οποίο όχι μόνο δεν υπήρχε απαίτηση, αλλά δεν υπήρχε καν κάποια ιδιαίτερη δημιουργική διάθεση πίσω από αυτό, κάποια ιδέα για την οποία να αξίζει στα αλήθεια τον κόπο.

Ό,τι λείπει σε επίπεδο ιδεών από την “Παγκόσμια Απειλή”, αναπληρώνεται από το πρωταγωνιστικό της δίδυμο σε επίπεδο χαρισματικότητας. Μια από εκείνες τις ταινίες που μοιάζουν περισσότερο να υπήρξαν ως όχημα για δύο συμπαθείς, ταλαντούχους και όμορφους ηθοποιούς να ενώσουν τις χημείες τους, παρά για τον παραμικρό άλλο λόγο, το νέο “Men in Black” ρίχνει στην οθόνη την Τέσα Τόμσον και τον Κρις Χέμσγουορθ επιτρέποντάς τους περισσότερο χρόνο και ελευθερία μετά την υπερ-επιτυχημένη προηγούμενη συνεργασία τους στο τρίτο “Thor”. Εδώ τα πάντα είναι πάνω τους, κι αυτό μοιάζει να είναι αρκετό- μια σχεδόν δροσιστικά παλιομοδίτικη προσέγγιση, έχοντας περάσει τουλάχιστον μια δεκαετία μεγάλης κρίσης του Κινηματογραφικού Σταρ ως μονάδα ενδιαφέροντος.

Τα πάντα είναι ικανά εκτελεσμένα με Χέμσγουορθ και Τόμσον να κάνουν ακόμα και την αδιαφορία να μοιάζει συμπαθητική. Όμως η δράση ποτέ δεν είναι συναρπαστική, το μυστήριο δεν είναι ποτέ αγωνιώδες, το χιούμορ δεν είναι ποτέ τρομερά αστείο, η ταινία δεν απογειώνεται, η οθόνη δεν παίρνει φωτιά. Στοιχεία της εξέλιξης των χαρακτήρων μοιάζουν τελικά περισσότερο με ατελείς γρίφους παρά με δραματική εμβάθυνση (η αλήθεια που κρύβει ο χαρακτήρας του Χέμσγουορθ θα μπορούσε να έχει δώσει αρκετό δραματικό καύσιμο στα χέρια ικανότερων σεναριογράφων) και η πλοκή μετακινείται μηχανικά από το ένα σημείο στο επόμενο.

Τίποτα από αυτά δεν είναι άσχημο, να ξεκαθαρίσουμε. Αλλά και τίποτα δε μοιάζει να γεννήθηκε επειδή κάποιος ήθελε ιδιαίτερα να το δημιουργήσει. Το μεγαλύτερο αμάρτημα της ταινίας είναι πως κρύβει στα έγκατα του εδάφους (της) έναν εν δυνάμει τεράστιο, συναρπαστικό, πολύχρωμο κόσμο, αλλά η πλοκή που τελικά συναντάμε θα μπορούσε να έχει προκύψει από κάποιο επεισόδιο “NCIS”, ή ακόμα χειρότερα μια αστυνομική φαντασίωση για φωτογενείς συνοριακούς πράκτορες που τα βάζουν απερίσκεπτα με ‘παράνομους ξένους’ χωρίς σκέψη ή συνείδηση.

Φτωχός απόγονος για τους ορίτζιναλ “Άνδρες με τα Μαύρα”, μια από τις πιο αγνά εφευρετικές και διασκεδαστικές μπλοκμπάστερ παραγωγές της τελευταίας 25ετίας.

Μια σκηνή που μου έμεινε στο μυαλό: Εξαιρετική ερώτηση.

Νουάρ Πόκεμον, διεθνείς Άντρες με τα Μαύρα και γλυκόπικρες ιστορίες ενηλικίωσης
© 2019 ANNAPURNA PICTURES, LLC. ALL RIGHTS RESERVED

Booksmart

*****

(Ολίβια Γουάιλντ, 1ω42λ)

Καστ: Μπίνι Φέλντσταϊν, Κέιτλιν Ντέβερ, Μπίλι Λουρντ, Τζέσικα Γουίλιαμς

Ένα βράδυ πριν την αποφοίτησή τους από το σχολείο, δύο κολλητές συνειδητοποιούν πως σε αντίθεση με πολλούς συμμαθητές τους που πέτυχαν τους ακαδημαϊκούς τους στόχους αλλά διασκεδάζοντας στην πορεία, εκείνες δεν έζησαν ποτέ ανέμελα τη σχολική ζωή, απλώς διαβάζοντας και ζώντας μες στα όρια των κανόνων. Την τελευταία νύχτα βάζουν στόχο να πάνε στο πιο κουλ πάρτυ αποφοίτησης και να αποδείξουν σε όλους (και στους εαυτούς τους) πως μπορούν να γλεντήσουν όσο καλά ξέρουν να μελετάνε.

Σκηνοθετικό ντεμπούτο για την ηθοποιό Ολίβια Γουάιλντ που συνδυάζει ευαίσθητη ματιά και indie, διακριτικά tumblr αισθητική σε μια ακόμα εφηβική ιστορία ενηλικίωσης για μια κάποια Θρυλική Τελευταία Νύχτα του σχολείου. Δεν πρόκειται για αναβίωση μιας και μιλάμε για ένα είδος που (δικαιολογημένα και ευτυχέστατα κιόλας) δεν έχει ούτε πρόκειται να πεθάνει ποτέ. Κι αν οι εφηβικές κωμωδίες ή δραμεντί πάντα αντλούν στοιχεία από την εποχή τους, κάνοντας αρκετές να γερνάνε ύποπτα ή άλλες να μοιάζουν από την πρώτη στιγμή χιπ παιδιά της εποχής της, υπάρχει κάτι το αγνά θριαμβευτικό στην περιστασιακή πετυχημένη του είδους.

Ο πειρασμός είναι μεγάλος να περιγράψει κανείς εν συντομία το “Booksmart” ως “«Superbad» αλλά με κορίτσια”, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι και κακό κοπλιμέντο- όπως κι εκείνη η ταινία, έτσι και το φιλμ της Γουάιλντ αναζητά την λεπτότητα μέσα σε ένα σύμπαν χοντροκοπιάς και τη διαχρονικότητα μες στον μοντερνισμό, παραδίδοντας αρκετές μεμονωμένες σκηνές ομορφιάς και τρυφεράδας, χτισμένο στις πλάτες ενός υπέροχου κεντρικού διδύμου ηρωίδων (η Μπίνι Φέλνσταϊν θα κάνει πολλά πράγματα στο μέλλον) και μιας σειράς γλυκών αναφορών στην παράδοση του είδους.

Αν κάτι κρατά το “Booksmart” από το να φτάσει στο επίπεδο πρόσφατων ταινιών-σημεία αναφοράς για το είδος όπως το δραματικά υποτιμημένο “Edge of Seventeen” ή το σπουδαίο “Lady Bird”, είναι η απουσία μιας ολοκληρωμένης ματιάς για τον κόσμο, που χαρακτήριζε εκείνες τις ταινίας. Η αδιέξοδη ταξικότητα του αριστουργήματος της Γκέργουιγκ εδώ απουσιάζει πλήρως (οι πετυχημένοι συμμαθητές που γλεντούσαν ασταμάτητα και πέτυχαν κάθε ακαδημαϊκό στόχο και μένουν σε τρομερά σπίτια παρτάροντας από τη μία τοποθεσία στην άλλη, σίγουρα είχαν μια χείρα βοήθειας από τον πλούσιο μπαμπά τους) και πίσω από το κατά τόπους γυαλισμένο βλέμμα και τον χιπ κοφτερό λόγο της ταινίας δύσκολα προκύπτει κάποιο μεγάλο κενό, όπως αυτό στην καρδιά του “Edge” και του αξεπέραστου διδύμου ηρωίδων του (Χέιλι Στάινφελντ, Χέιλι Λου Ρίτσαρντσον).

Αν δεν είναι ισάξιο, είναι όμως τουλάχιστον αξιοσημείωτος συνεχιστής μιας παράδοσης που αψηφά το πέρασμα των δεκαετιών. Είναι μια ταινία με καρδιά, και η Ολίβια Γουάιλντ είναι μια σκηνοθέτης που (παρά κάποιες επίφοβες τάσεις προς το άδειο στιλιζάρισμα), θέλουμε να δούμε τι άλλο έχει να προσφέρει στο μέλλον.

Νουάρ Πόκεμον, διεθνείς Άντρες με τα Μαύρα και γλυκόπικρες ιστορίες ενηλικίωσης
© 2018 WARNER BROS. ENTERTAINMENT INC. ALL RIGHTS RESERVED.

Πόκεμον Ντετέκτιβ Πίκατσου

*****

(“Pokemon Detective Pikachu”, Ρομπ Λέτερμαν, 1ω44λ)

Καστ: Τζάστις Σμιθ, Κάθριν Νιούτον, Ράιαν Ρέινολντς, Κεν Γουατανάμπε, Μπιλ Νάι

Στην Ράιμ Σίτι, τα Πόκεμον και οι άνθρωποι ζούνε μαζί ειρηνικά. Ένα αγόρι που ψάχνει τον πατέρα του, συναντά έναν Πίκατσου που μπορεί να του μιλάει, κι οι δυο τους συνεργάζονται για να λύσουν το μυστήριο της εξαφάνισης αλλά και να αποκαλύψουν τι σκοτεινό κρύβεται στα άδυτα της Ράιμ Σίτι.

Κάποιες φορές μπορεί να βλαστημάς την ανομβρία ιδεών του Χόλιγουντ και τον κυνισμό με τον οποίον μεταπηδά από το ένα αναγνωρίσιμο παιχνίδι στο επόμενο, και κάποιες άλλες φορές μπορεί να γυριστεί μια live action διασκευή ενός διάσημου βιντεοπαιχνιδιού των ‘90s και το αποτέλεσμα να είναι ένα εφευρετικό, πανέμορφο παιδικό νουάρ που είναι μίλια καλύτερο από όσο είχε δικαίωμα να είναι.

Ο Ρομπ Λέτερμαν (“Ανατριχίλες”, “Τέρατα και Εξωγήινοι”) αποκτά έξαφνα προσωπικό στυλ, καταφέρνοντας να φιλμάρει (σε 35άρι φιλμ μάλιστα!) την φανταστική πόλη της ταινίας μέσα από νέον νουάρ αποχρώσεις και καταφέρνοντας κάτι που λιγοστά πλέον μπλοκμπάστερ έστω επιχειρούν: να ζωντανέψει μια εντελώς νέα διάσταση μπροστά μας, η οποία δεν περιορίζει τον θεατή αλλά τον προκαλεί να φανταστεί και τι υπάρχει στην επόμενη γωνία. Οι καλύτερες σκηνές της ταινίας είναι εκείνες που απλώς αποτυπώνουν την καθημερινή πρακτικότητα μιας πόλης όπου άνθρωποι και Πόκεμον συνυπάρχουν, προσφέροντας μια συνεχή οπτική διασκέδαση που πάει ένα βήμα παρακάτω από ένα απλό “α! Αναγνωρίζω εκείνο το Πόκεμον!”.

Στο κέντρο αυτού του κόσμου στήνεται μια κατασκοπική ίντριγκα που δανείζεται ξεδιάντροπα στοιχεία και αναφορές από την πλούσια κινηματογραφική νουάρ παράδοση, με σκιώδεις επιχειρηματίες, φονικές πλεκτάνες, πανίσχυρα παραμορφωμένα τέρατα-θεούς, ανατρεπτικά μυστικά, και μια εν τέλει απρόσμενα συναισθηματική αναζήτηση ενός χαμένου οικογενειακού δεσμού. Ο Λέτερμαν περήφανα και άφοβα περπατά πάνω στην κλωστή που ενώνει τον Μάικλ Μαν και την φωνητική αισθητική του “Deadpool” (ο Ράιαν Ρέινολντς ως φωνή του Πίκατσου δίνει στην ταινία μια συζητήσιμη αλλά χαρακτηριστική χροιά), τις κάρτες ανταλλαγής Πόκεμον και το “Blow Out”, τον Ρότζερ Ράμπιτ και την “Τσάιναταουν”, φτάνοντας σε ένα απρόσμενα τολμηρό, άξια κερδισμένο φινάλε. Εξαιρετική παιδική διασκέδαση για όλες τις ηλικίες.

Επίσης προβάλλονται

Κορίτσια Κάποιας Ηλικίας

*****

(“Poms”, Ζάρα Χέις, 1ω31λ)

Σε ακριβό γηροκομείο όπου φαινομενικά όλοι οι θαμώνες έχουν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα για κάτι ακόμα συναρπαστικό στη ζωή τους, δύο γυναίκες ξεκινάνε κλαμπ για μαζορέτες τρίτης ηλικίας. Παντελώς κλισέ και προβλέψιμο, δίχως πάθος, δίχως σκηνοθετική ματιά, δίχως ερευνητική διάθεση. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Νταϊάν Κίτον και Τζάκι Γουίβερ αξίζει πολύ καλύτερο υλικό από μια ταινία την οποία, ατυχώς, ξεχνάς ενώ τη βλέπεις.

Κολύμπα Ή Αλλιώς Βυθίσου (“Le Grand Bain / Sink or Swin”, Ζιλ Λελούς, 2ω2λ). Παρέα πενηντάρηδων αποφασίζουν να ξεκινήσουν μια ομάδα οργανωμένης κολύμβησης. Ιδανικό double feature με το “Poms”.

Νουρέγιεφ: Το Λευκό Κοράκι (“The White Crow”, Ρέιφ Φάινς, 2ω7λ). Βιογραφία του Νουρέγιεφ δια χειρός Ρέιφ Φάινς, ο οποίος κρατά για τον εαυτό του το ρόλο του Πούσκιν.

Μάρτυρας Κατηγορίας (“Witness for the Prosecution”, Μπίλι Γουάιλντερ, 1ω56λ). Διήγημα της Αγκάθα Κρίστι όπου ένας δικηγόρος υπεράσπισης με προβλήματα υγείας αναλαμβάνει την υπόθεση ενός άντρα κατηγορούμενου για φόνο. Σε επανέκδοση, ένα απολαυστικό δικαστικό δράμα με 6 υποψηφιότητες Όσκαρ.

Παίζεται ακόμα

Μια ταινία που ήδη παιζόταν στις αίθουσες και αξίζει να δεις αν την έχασες.

Keanu Reeves stars as 'John Wick'
Keanu Reeves stars as 'John Wick' ©2018 NIKO TAVERNISE

John Wick: Κεφάλαιο 3

*****

(“John Wick: Chapter 3 - Parabellum”, Τσαντ Σταχέλσκι, 2ω10λ)

 Στη νέα περιπέτεια του Τζον Γουίκ η δράση ξεκινά από το σημείο που μας άφησε το δεύτερο κεφάλαιο, με τον ήρωα του Κιάνου Ριβς να έχει διαπράξει το μεγαλύτερο φάουλ στον πολύπλοκο κόσμο των εκτελεστών με αποτέλεσμα τον εξοστρακισμό του. Έχει λίγα μόλις λεπτά στη διάθεσή του πριν επικηρυχθεί κι ο ίδιος, με κάθε εκτελεστή του πλανήτη να στρέφεται εναντίον του. Για μια ακόμα φορά, το “John Wick” σου κλέβει την ανάσα με την πιο όμορφη, πιο προσγειωμένη και πιο έξυπνη δράση που έχει να προσφέρει το mainstream σινεμά.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών
SHARE: