O Αλμοδόβαρ κι ο "Εξολοθρευτής" επιστρέφουν χωρίς να φοβούνται -πια- την ηλικία τους

O Αλμοδόβαρ κι ο "Εξολοθρευτής" επιστρέφουν χωρίς να φοβούνται -πια- την ηλικία τους

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα η ο Πέδρο Αλμοδόβαρ κι ο βραβευμένος στις Κάννες Αντόνιο Μπαντέρας ζουν “Πόνο και Δόξα” ενώ Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ και Λίντα Χάμιλτον επανενώνονται μετά από 27 χρόνια στον νέο “Εξολοθρευτή”.

Οι κριτικές της εβδομάδας:

Πόνος και Δόξα

*****

(“Dolor y Gloria / Pain and Glory”, Πέδρο Αλμοδόβαρ, 1ω53λ)

Καστ: Αντόνιο Μπαντέρας, Πενέλοπε Κρουζ, Λεονάρντο Σμπαράλια

Φλερτάροντας πια με τα 70, ο Πέδρο κοιτάζει ξανά προς τα πίσω. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Αλμοδόβαρ γυρίζει ταινία που αποτελεί κάποιου είδους μετα-αφήγηση για τον ίδιο και την δουλειά του, αν μη τι άλλο οι περισσότερες δουλειές του περιέχουν έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Στις “Ραγισμένες Αγκαλιές”, πριν μια δεκαετία, ο ήρωάς του ήταν ένας συγγραφέας που επιστρέφει στις πληγές του από 14 χρόνια πριν. Η “Κακή Εκπαίδευση” θεωρείται άμεσα εμπνευσμένη από το μεγάλωμά του, το “Όλα για τη Μητέρα Μου” (δύο δεκαετίες πριν, αυτό) είναι γράμμα αγάπης προς τη μητέρα του.

Αυτή τη φορά κεντρικός του ήρωας είναι ένας σκηνοθέτης, χρόνια μετά το ζενίθ του, γερασμένος πια, προδομένος από το χρόνο και από το σώμα του, που ύστερα από μια τυχαία συνάντηση με μια γυναίκα από το παρελθόν του, μιλάει ξανά για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες με τον πρωταγωνιστή της σημαντικότερης ταινίας της καριέρας του. Οι δυο τους συμφωνούν να την παρουσιάσουν σε ένα αφιέρωμα της ταινιοθήκης. Ο σκηνοθέτης, Σαλβαδόρ (παιγμένος με ώριμη, συγκινητική παραίτηση και εσωστρεφή πόνο από τον γκριζαρισμένο Αντόνιο Μπαντέρας), παραδέχεται πως “μου χρειάστηκαν 26 χρόνια για να έρθω σε ειρήνη με αυτή την ταινία”.

Η διαδρομή που ξεκινάει από αυτή την επανένωση του Σαλβαδόρ με τον παλιό του πρωταγωνιστή, τον φέρνει αντιμέτωπο με κάθε λογής ανοιχτές πληγές από το παρελθόν του, ενώ στην αφήγηση παρεμβάλλονται μικρά επεισόδια από την παιδική του ηλικία, σε μια σαφώς φτωχότερη εποχή κατά την οποία η μητέρα του, παιγμένη από την Πενέλοπε Κρουζ, πάλευε όσο μπορούσε δεδομένων των συνθηκών. Όλο αυτό το εσωτερικό ταξίδι του Σαλβαδόρ στο χρόνο είναι γεμάτο παράλληλα αυτοαναφορικά στοιχεία του ίδιου του Αλμοδόβαρ, από την εμφάνιση της Σεσίλια Ροθ σε ένα cameo-κλειδί, μέχρι θεματικά στοιχεία που χαράζουν σαφείς παραλλήλους ανάμεσα στις ζωές και τις ψυχές του σκηνοθέτη Πέδρο με τον σκηνοθέτη Σαλβαδόρ.

Ο Σαλβαδόρ κι ο Αλμπέρτο Κρέσπο (πρωταγωνιστής της θρυλικής εκείνης του ταινίας) είχαν τότε τσακωθεί άσχημα σχετικά με τον τόνο της ερμηνείας του δεύτερου, μη μπορώντας ποτέ να συμφωνήσουν για την ένταση σοβαρότητας. Ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ, όχι τυχαία υποθέτω, διαγράφει κι ο ίδιος μια καλλιτεχνική πορεία μεγάλο μέρος της παράνοιας της οποίας χαμηλώνει σαφώς σε ένταση καθώς γίνεται όλο και πιο αποδεκτός από το καλλιτεχνικό κατεστημένο.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι ένας διαλογισμός πλήρως αδιάφορος για τον θεατή, και σε ένα σημείο πράγματι είναι κάπως συζητήσιμα τα όρια μιας ιστορίας που μιλά για τον ίδιο τον εαυτό της. Όμως ο Αλμοδόβαρ πάντα έχει τρόπο να κάνει τα πάντα τίμια και συγκινητικά. Ο Σαλβαδόρ-alter ego του συνδέει την επαναπροσέγγιση του έργου του ως μια ευκαιρία, ώριμος πια και ποδοπατημένος από το χρόνο, να ξανακοιτάξει τον εαυτό του σε όλο τη μήκος της διαδρομής του. Πώς αυτά που κάποτε φαίνονταν ανόητα σήμερα έχουν γεύση γλυκιά, πώς παλιές πίκρες κατασταλλάζουν σε μεστές εμπειρίες, πώς ο χρόνος και η μεταβαλλόμενη οπτική μας γωνία πάντα έχουν ως φυσικό αποτέλεσμα μια διαρκή μετατόπιση, μια διαρκή επαναδιαπραγμάτευση του εσωτερικού μας κόσμου.

Το χιούμορ δεν απουσιάζει (μια σκηνή με ένα Q&A μέσω τηλεφώνου είναι απολαυστικά γραμμένη και παιγμένη) και έχει δοθεί κατάλληλη φροντίδα στην απόδοση με διαφορετική αισθητική των ιστοριών στο σήμερα και στο τότε χωρίς να βγάζει μάτι. Είναι ένα φιλμ φροντισμένο, ώριμο, ζησμένο. Δεν φέρνει κάτι καινούριο ή τολμηρό και προσωπικά πάντα μου λείπει ο Αλμοδόβαρ όταν βρίσκει πάθος και φρέσκες ιδέες μες στην υπερβολή του, όμως είναι ένα εμφανές σημείο κορύφωσης στην πορεία του μεγάλου σκηνοθέτη.

Εξολοθρευτής: Σκοτεινό Πεπρωμένο

*****

(“Terminator: Dark Fate”, Τιμ Μίλερ, 2ω8λ)

Καστ: Λίντα Χάμιλτον, Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, Νατάλια Ρέγιες, Μακένζι Ντέιβις, Γκάμπριελ Λούνα

Δεκαετίες αφότου η Σάρα Κόνορ με τη βοήθεια του γιου της κι ενός Τ-800 κατάφερε να αποτρέψει το μέλλον κυριαρχίας της Skynet, ένας άλλος εξολοθρευτής φτάνει από ένα καινούριο πια μέλλον. Ο εξελιγμένος Rev-9 κυνηγά λυσσαλέα τη Ντάνι, μια καθημερινή κοπέλα που ζει στο Μέξικο Σίτι χωρίς να έχει ιδέα για το ρόλο της στο νέο σκοτεινό μέλλον της ανθρωπότητας. Για να την προστατεύσουν, οι δυνάμεις της ανθρωπότητας στέλνουν από το μέλλον της πολεμίστρια Γκρέις (η Μακένζι Ντέιβις με μια ευαίσθητη και σκληρή, ανδρόγυνη φυσική παρουσία συνθλίβει από μόνη της τα όρια και παντός είδους μονολιθικές οπτικές, σύμφωνα και με την κοσμοθεωρία της ίδιας της ταινίας) η οποία συμμαχεί με μια γερασμένη αλλά ποτέ κουρασμένη Σάρα Κόνορ, για να προστατεύσουν τη νέα σωτήρα.

Με τον Τζέιμς Κάμερον σε καθοδηγητικό ρόλο να βοηθάει την ιστορία να επιστρέψει στις γερές βάσεις των δικών του ταινιών (εξάλλου το “Σκοτεινό Πεπρωμένο” δρα ως συνέχεια μόνο των δύο ταινιών του Κάμερον, αγνοώντας οτιδήποτε έχει μεσολαβήσει), η ιστορία ξεχνά ευτυχώς κάθε είδους περίπλοκη μυθολογία και γκράντε απεικονίσεις ενός περίπλοκου μέλλοντος, χρησιμοποιώντας κάθε sci-fi επέκταση ξανά ως μικρή συμβολική αφορμή για να πει μια στιβαρή περιπέτεια καταδίωξης. Για 3 γυναίκες κι έναν γερασμένο άντρα ξεχασμένο από τον κόσμο του, ενάντια στην πανίσχυρη απειλή ενός μέλλοντος που δε σταματά να έρχεται- επειδή η ανθρωπότητα δε θα σταματήσει ποτέ να έχει αυτοκαταστροφικές τάσεις βαρβαρότητας.

Στήνοντας αυτή την περιπέτεια, είναι απογοητευτικό που ο Τιμ Μίλερ (του “Deadpool”) δεν έχει τις action ιδέες ενός Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ (που στην έτερη σχεδόν-Τζέιμς Κάμερον περιπέτεια της χρονιάς, “Alita”, παρέδωσε μια από τις ταινίες του ‘19), όμως στην επανατοποθέτηση των αρχετυπικών ηρώων του συγκεκριμένου μύθου, ο Κάμερον και το τιμ σεναριογράφων του, πετυχαίνουν κάτι πολύ ζωτικό. Η καταδίωξη συμβαίνει στο χώρο ενός συνοριακού εφιάλτη, με τις δυνάμεις του κακού να περικυκλώνουν τις ηρωίδες στο σήμερα και στο οποιοδήποτε αύριο, την ώρα που το φιλμ τοποθετεί στο τραπέζι ένα παθιασμένο επιχείρημα για την κατάργηση πάσης φύσεων συνόρων και ορίων: Άνθρωποι που έχουν μάθει να επιβιώνουν ως μηχανές, μηχανές που αποκτούν ανθρώπινη συνείδηση, άνθρωπομηχανές ως ένας οργανισμός γεμάτος πάθος, πληγές και ορμή, συντάσσονται μαζί με έναν άντρα και μια γυναίκα συναρπαστικά, ανθρώπινα γερασμένους σε έναν αγώνα αντίστασης απέναντι στις ψυχρές δυνάμεις αφομοίωσης. Όταν ένας χαρακτήρας φωνάζει «επειδή δεν είμαστε μηχανές» σε μια σκηνή κορύφωσης του φιλμ, ό,τι κρύβεται πίσω από τη φράση κυκλώνει θεματικά όλο το φιλμ. Το οποίο είναι αστείο και ευθύτατα ειλικρινές (έστω με αυτό τον πάντα cheesy τρόπο του Κάμερον), κάνοντας για τη σειρά “Εξολοθρευτών” ό,τι το περσινό “Halloween” (με τη γερασμένη Λόρι Στρόουντ) για την εξίσου βασανισμένη σειρά ταινιών τρόμου.

Επίσης κυκλοφορούν

Ορεινές Συμφωνίες (Βαγγέλης Ευθυμίου, 1ω20λ). Το Ίδρυμα Κωνσταντίνος Μητσοτάκης παρουσιάζει ένα ντοκιμαντέρ για τον άνθρωπο πίσω από τον πολιτικό, με αρχειακό υλικό και ιστορίες που αφηγούνται στην κάμερα φίλοι και συγγενείς του. Όχι στα αλήθεια κάποιο ενδιαφέρον κινηματογραφικό κομμάτι, ούτε κάποια ματιά που να ερευνά την πολιτική πλαισίωση του πρώην πρωθυπουργού, αλλά οπωσδήποτε ένα σύνολο μαρτυριών και εξιστορήσεων που θα έχουν ενδιαφέρον για μελετητές της προσωπικότητας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Το Σενάριο που Άναψε Φωτιές (“Tel Aviv on Fire”, Σαμέχ Ζοάμπι, 1ω40λ). Μαύρη πολιτική σάτιρα, για intern σε τηλεοπτικό στούντιο που περνώντας καθημερινά από το σημείο ελέγχου του ισραηλινού στρατού για να πάει να δουλέψει στη σαπουνόπερα “Το Τελ Αβίβ Φλέγεται”, αρχίζει να παίρνει ιδέες από τον αξιωματικό υπηρεσίας οι οποίες εκτοξεύουν την καριέρα του

Το Κορίτσι και το Λιοντάρι (“Mia and the White Lion”, Ζιλ ντε Μεστρ, 1ω38λ). Ένα κορίτσι αναπτύσσει σχέση φιλίας με ένα νεογέννητο λιοντάρι σε αφρικάνικη φάρμα, και ξεκινάνε μαζί ένα συναρπαστικό ταξίδι για να βρουν ένα μέρος όπου το λιοντάρι μπορεί να ζήσει ελεύθερο.

Καρό Νίντζα (“Ternet ninja / Checkered Ninja”, Αντερς Μάθεσεν, Θορμπιόρν Κριστόφερσεν, 1ω22λ). Στοιχειωμένη κούκλα νίντζα συμμαχεί με πιτσιρικά για να εκδικηθούν για τον φόνο ενός παιδιού σε εφηβικό φιλμ κινουμένων σχεδίων από τη Δανία.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών
SHARE: