Ο Ρόμπερτ Πάτινσον σε έναν "Φάρο" μυθολογικού τρόμου κι ο Γκάι Ρίτσι πίσω στα παλιά του κόλπα

Ο Ρόμπερτ Πάτινσον σε έναν "Φάρο" μυθολογικού τρόμου κι ο Γκάι Ρίτσι πίσω στα παλιά του κόλπα

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα ο “Φάρος” συνδυάζει λαβκραφτικό τρόμο και buddy comedy με τρομερό δίδυμο Ρόμπερτ Πάτινσον-Γουίλεμ Νταφόε, ο Μάθιου Μακόναχι ηγείται ενός διασκεδαστικού καστ στο "Gentlemen" και μια νέα σκηνοθετική φωνή έρχεται για το ελληνικό σινεμά.

Πιστό στο ραντεβού του με το σινεμά, το News 24/7 παρουσιάζει κάθε Πέμπτη τις νέες ταινίες που κάνουν πρεμιέρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.

Αναλυτικά οι κριτικές της εβδομάδας:

Ο Φάρος

*****

(“The Lighthouse”, Ρόμπερτ Έγκερς, 1ω50λ)

Καστ: Ρόμπερτ Πάτινσον, Γουίλεμ Νταφόε

Δύο φύλακες ενός φάρου βρίσκονται μαζί σε ένα απομονωμένο και μυστηριώδες νησί της Νέας Αγγλίας στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά αυτό δεν ξεκινά καν να περιγράφει την παράνοια της όλης εμπειρίας. Συνδυάζοντας επιρροές από Λάβκραφτ και αρχαιοελληνική μυθολογία, η ταινία αφηγείται την pulpy, παραισθησιογόνα ιστορία της σα να ήταν κάτι που ένας ημίτρελος, ξεχασμένος από τον κόσμο ναυαγός ζωγράφισε με κάρβουνο και αίμα σε παλιά φύλλα χαρτιού που βρήκε παρατημένα σε μια σπηλιά ξεχνώντας να τα στείλει στον ωκεανό μέσα σε ένα άδειο μπουκάλι μπέρμπον.

Ο Ρόμπερτ Πάτινσον κι ο Γουίλεμ Νταφόε σε ένα απολαυστικό two-man show δίνουν απερίγραπτα ξέφρενες ερμηνείες, βρίζοντας με ναυτική ορολογία καθώς επιδίδονται σε πράξεις σλάπστικ βίας, μεθυσμένου βανδαλισμού και οριακού ομοερωτισμού. Ο Νταφόε φτύνει και καταριέται τους θεούς της θάλασσας, ο Πάτινσον δολοφονεί έναν γλάρο με μανία- ο σκηνοθέτης Ρόμπερτ Έγκερς δεν ζωγραφίζει ξανά στα στενά όρια του όποιου σινεμά του, παρά συνθέτει έναν πανέμορφο ασπρόμαυρο πίνακα συμβολισμών, παραισθήσεων και ήχων που εισβάλλουν στον εγκέφαλο καθιστώντας μας ανήμπορους θεατές.

Ο Ρόμπερτ Πάτινσον σε έναν

Η προηγούμενη ταινία του, το καλτ φιλμ τρόμου “The VVitch”, υπήρξε από τις θεμέλιες λίθους αυτού που -αρκετά εκνευριστικά- έφτασε μετέπειτα να κατηγοριοποιείται ως “elevated horror”, δηλαδή ταινίες τρόμου που δεν πολυλένε ότι είναι ταινίες τρόμου, βάζοντας μπροστά κάποιο άλλο δραματικό ή συμβολικό τους στοιχείο. Σε κάθε περίπτωση είχε αφήσει να φανούν με το ντεμπούτο του δείγματα ταλέντου που επιβεβαιώνονται στη νέα του δουλειά ακριβώς επειδή δεν περιορίζεται ούτε στιγμή στα όρια που έθεσε η προηγούμενή του.

Τόσο ξεκαρδιστική buddy comedy όσο μυθολογική παραβολή για τη γέννηση και την προστασία της φωτιάς, τόσο σλάπστικ καρτούν όσο λαβκραφτικό απόβλητο με το Φάρο στο ρόλο ενός αρχέγονου, απόκοσμου κατασκευάσματος πιο παλιού από τον κόσμο μας, το φιλμ μπορεί σε πολλά σημεία να μοιάζει οριακά ανυπόφορο και κατά τόπους μονότονο και επαναλαμβανόμενο, αλλά δεν είναι ποτέ συνηθισμένο ή συμβατικό. Κάθε του σπιθαμή μοιάζει με Μια Επιλογή. Ακόμα κι αυτή του η διάθεση να υπνωτίσει το θεατή μέσω της σπιράλ έντασής του, συνεισφέρει στην αποτελεσματικότητά του ως άσκησης ύφους με αληθινό χαρακτήρα και υπογραφή.

Ο Ρόμπερτ Πάτινσον σε έναν

Μια παραβολή-εφιάλτης που συνδυάζει το επιβλητικά αρχέγονο με το αποδραστικά σαχλό, ο “Φάρος” αποτελεί τελικά μια στόφα ταινίας όλο και πιο σπάνιας στο σημερινό πεδίο. Για θεατές με υπομονή και διάθεση ανακάλυψης, θα προσφέρει κάτι το αληθινά ξεχωριστό.

The Gentlemen

*****

(Γκάι Ρίτσι, 1ω53λ)

Καστ: Μάθιου Μακόναχι, Χιου Γκραντ, Χένρι Γκόλντινγκ, Κόλιν Φάρελ, Τσάρλι Χάναμ, Τζέρεμι Στρονγκ

Αμερικάνος γκάνγκστερ στο Λονδίνο αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά πώς θα μοσχοπουλήσει την αυτοκρατορία ναρκωτικών του ώστε να μπορέσει να αποσυρθεί στην ησυχία του και να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του. Όμως όταν είσαι τόσο ψηλά στην τροφική αλυσίδα δε μπορείς τόσο εύκολα απλώς να κάνεις πίσω, κι έτσι ξεκινά ένα ντόμινο παρακολούθησης, διαπραγμάτευσης και εκβιασμού που εμπλέκει μια αντίπαλη σπείρα κινέζων ντίλερς, έναν αμερικάνο δισεκατομμυριούχο, μια ομάδα πυγμάχων κλεφτών και έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ που μοιάζει αποφασισμένος να ανακαλύψει τα μυστικά του γκάνγκστερ για να τα πουλήσει στο Χόλιγουντ.

Αν όλα αυτά ακούγονται σαν Παλιός Καλός Γκάι Ρίτσι, αυτή είναι σε γενικές γραμμές η ιδέα: ο σκηνοθέτης που έφτιαξε το όνομά του και το brand του ως φλασάτο γκανγκστερικό κουλ γύρω από χωρίς-ανάσα ιστορίες εγκληματιών λονδρέζικης εργατικής τάξης, επιστρέφει στο είδος που του έφτιαξε την καριέρα ύστερα από μια μεγάλη χολιγουντιανή παράκαμψη. (Η οποία περιλαμβάνει το καλύτερο φιλμ του, «Man from UNCLE», δύο μεγάλες επιτυχίες με τα «Σέρλοκ Χολμς» του Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, και τουλάχιστον δύο εντελώς παράξενες και παράξενα ιδιοσυγκρασιακές απόπειρες, το «Αλαντίν» και το «King Arthur».)

Δεν είναι ακριβώς κυνική αυτή η επιστροφή, καθώς ο Ρίτσι εμφανέστατα καλοπερνάει και μαζί του καλοπερνά όλο το καστ, που είναι σχεδόν σύσσωμα απολαυστικό: ο Μάθιου Μακόναχι νιώθει τρομερά άνετος στο κουστούμι του έμπειρου γκάνγκστερ, ο Χιου Γκραντ κι ο Τσάρλι Χάναμ έχουν απολαυστική δυναμική που ανεβάζει το φιλμ μέσα από τις σκηνές διαλόγου τους που δρουν ως αφηγηματικό πλαίσιο του όλου στόρι, κι ο Κόλιν Φάρελ σχεδόν κλέβει την παράσταση με μια ως συνήθως ανέλπιστα συναισθηματικά ειλικρινή του εμφάνιση σε ένα ρόλο που πραγματικά δεν το απαιτούσε! (Ο Φάρελ πάντα το κάνει αυτό, ακόμα κι όταν παίζει σε κάτι σαν το ελαφρώς παραγνωρισμένο «Ντάμπο».) Και πέρα από το καστ, ο Ρίτσι έχει γεμίσει το φιλμ με χαλαρά meta ιδέες που θα μπορούσαν να αφορούν και τον ίδιο, ως γερασμένο πια γκάνγκστερ σκηνοθέτη που είναι με το ένα πόδι έξω από τα κόλπα που του έφεραν χρήμα και δόξα, αλλά δε μοιάζει έτοιμος να τα παρατήσει τελείως.

Πίσω όμως από τα στυλάτα κουστούμια και τον κεφάτο μηχανισμό, αφήνεται να φανεί και μια κάποια κούραση. Η ταινία δεν αποτελεί κάποια ουσιαστική ματιά στο πέρασμα του χρόνου όπως μια αρχική ματιά υπόσχεται, φέρνοντας περισσότερο στο νου κόουτς που επιστρέφει για τρίτη φορά στην ίδια ομάδα με την οποία κάποτε έζησε θρυλικές στιγμές, ξεχνώντας όμως για ποιο λόγο είχε προηγουμένως απολυθεί. (Επειδή όλα κάποτε τελειώνουν!) Η ταινία κυλάει ευχάριστα και ‘διασκεδαστικά’ αλλά όλα μοιάζουν τελικά κάπως παλιομοδίτικα, από το χιούμορ και τη στερεοτυπική ματιά προς πάσα κατεύθυνση, μέχρι τον ίδιο το μηχανισμό της πλοκής. Δεν είναι καν ξαναζεσταμμένο φαγητό- είναι το σπιτικό φαγητό που σου αρέσει, αγορασμένο έτοιμο από το σούπερ μάρκετ. Μια χαρά τρώγεται, και σου θυμίζει αυτό που σου άρεσε, αλλά πάντα κάτι θα του λείπει.

Επίσης κυκλοφορούν

Cosmic Candy

*****

(Ρηνιώ Δραγασάκη, 1ω35λ)

Μια μοναχική ταμίας σούπερ μάρκετ με μάλλον ιδιαίτερη σχέση με την πραγματικότητα, αναλαμβάνει κάπως αναγκαστικά να προστατεύσει το 11χρονο κορίτσι του διπλανού της διαμερίσματος, όταν ο πατέρας της μικρής εξαφανίζεται. Πώς πρόκειται να επηρεάσει τον επαγγελματικό και ερωτικό της κόσμο αυτή η απρόσμενη ταραχή στην καθημερινότητά της;

Η Μαρία Κίτσου πρωταγωνιστεί στον απαιτητικό ρόλο της Άννας, μιας γυναίκας που βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι παιδικότητας και ωρίμανσης, ρεαλισμού και φαντασίας. Η Κίτσου αποδίδει την ηρωίδα της ως μια γυναίκα κάπως κουρασμένη από την πραγματικότητα προτού καλά-καλά βρει ακριβώς τη θέση της σε αυτή, δίνοντας ένα τολμηρών συναισθηματικών εναλλαγών κέντρο βάρους σε μια ταινία εξαιρετικά φιλόδοξη όσο και τονικά αβέβαιη σε σημεία. Υπάρχει μια σαφής πρόθεση εδώ για χρώματα, είδη και διαθέσεις να ενωθούν σε μια ποπ έκρηξη, με την ενδιαφέρουσα διαδρομή της ηρωίδας να παραπέμπει σε γνώριμα ανεξάρτητες ιστορίες ενηλικίωσης. Η θεωρία ενοποίησης δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αφήνοντας την ταινία δίχως ακριβώς αίσθηση κατεύθυνσης ή αίσθηση τόπου, το οποίο είναι πάντα μεγάλη έλλειψη για ένα σινεμά τόσο εμφανώς προσωπικό όσο είναι αυτό το ντεμπούτο.

Αλλά την ίδια στιγμή, επιμέρους ιδέες φέρνουν πολλά στο τραπέζι (ίσως υπερβολικά πολλά!), τόσο η απολύτως ιδιαίτερη κατασκευή του συναρπαστικού κεντρικού χαρακτήρα, όσο η γενική αίσθηση διάθεσης που δε μοιάζει ποτέ χάρτινη και πάντα καταφέρνει να διατηρεί κάτι βαρύτατα ανθρώπινο, μέχρι και υπέροχο φινάλε. Για να φτάσουμε ως εκεί έχουμε περάσει από πολλά κύματα (ανάμεσά τους μια τρίτη πράξη που μοιάζει να ξεφεύγει αρκετά) όμως ακόμη και μέσα από τις αστοχίες, διακρίνει κανείς κάτι αρκετά ενδιαφέρον και προσωπικό, ώστε να θέλουμε να δούμε τι θα κάνει η σκηνοθέτης στη συνέχεια.

Το Απίθανο Ταξίδι ενός Φακίρη (“The Extraordinary Journey of the Fakir”, Κεν Σκοτ, 1ω32λ). Έχοντας περάσει όλη του τη ζωή σε μια μικρή γειτονιά του Μουμπάι κάνοντας μαγικά τρικ του δρόμου για τους περαστικούς, ένας άντρας ξεκινά μακρύ ταξίδι για να βρει τον αποξενωμένο πατέρα του, μπλέκοντας σε μια παγκόσμια περιπέτεια.

Πρόβατα Εναντίον Λύκων 2 (“Sheep and Wolves: Pig Deal / Volki i ovtsy. Khod sviney”, Βλάντιμιρ Νικολάεφ, 1ω25λ). Πρόβατα και λύκοι ζουν μαζί σε αρμονία μέχρι που μια πολική αλεπού και μια προβατίνα καταφθάνουν μπλέκοντας όλους σε νέες περιπέτειες, στη συνέχεια του ρώσικου παιδικού animation.

Χαλβάη 5-0 (Μάνος Καμπίτης). Ο επιθεωρητής Μπέκρας πρέπει να λύσει την υπόθεση δολοφονίας ενός βιομήχανου χαλβά. Μάρκος Σεφερλής τώρα και στο σινεμά, αφού έτσι κι αλλιώς ο κόσμος είναι στα πρόθυρα του τέλους.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών
SHARE: