Ο Τεντ Μπάντι είναι ένας "Γοητευτικός Δολοφόνος" σε μια απογοητευτική ταινία

Ο Τεντ Μπάντι είναι ένας "Γοητευτικός Δολοφόνος" σε μια απογοητευτική ταινία

Ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις ταινίες της εβδομάδας κάθε Πέμπτη. Σήμερα ο Ζακ Έφρον υποδύεται τον Τεντ Μπάντι, και η οικογένεια Βερνέιγ επιστρέφει για μια νέα περιπέτεια.

Οι κριτικές της εβδομάδας:

Ο Τεντ Μπάντι είναι ένας

Τεντ Μπάντι, Ένας Γοητευτικός Δολοφόνος

*****

(“Extremely Wicked, Shockingly Evil and Vile”, Τζο Μπέρλινγκερ, 1ω48λ)

Καστ: Ζακ Έφρον, Λίλι Κόλινς, Τζον Μάλκοβιτς, Κάγια Σκοντελάριο

Βιογραφικό δράμα για τη ζωή και τους φόνους του σίριαλ κίλερ Τεντ Μπάντι, που στα ‘70s δολοφόνησε και βίασε δεκάδες γυναίκες, με τον ακριβή αιρθμό να παραμένει άγνωστος ακόμα και σήμερα. Το φιλμ του Τζο Μπέρλινγκερ προσεγγίζει την ιστορία μέσα κυρίως από τη δικαστική προσπάθεια του Μπάντι να υπερασπιστεί τον εαυτό του, μέσα σε μεγάλο βαθμό από την οπτική της πρώην κοπέλα του, Ελίζαμπεθ Κένταλ, στης οποίας την αυτοβιογραφία βασίζεται το σενάριο.

Η τονική προσέγγιση συγχύζει και είναι βέβαιο πως θα φέρει πολλούς θεατές αντιμετωπους με το βασικό ερώτημα του τι αποζητούν από το σινεμά. Ηθική επιβεβαίωση; Ακριβή καταγραφή; Βλέπουμε σινεμά για να δούμε στην οθόνη κάτι που ήδη γνωρίζουμε, όπως το γνωρίζουμε; Βλέπουμε για να τιμωρηθεί εκείνος στον οποίο εναντιωνόμαστε; Η ταινία πάντως αστοχεί με τέτοια πληρότητα που τα ερωτήματα εν τέλει ξεχνιούνται: Η οπτική που υιοθετεί το φιλμ σε συντριπτικό βαθμό είναι ο βαθύς εντυπωσιασμός από τη χαρισματική, ενθουσιώδη περσόνα του Μπάντι, επιχειρώντας να γοητεύσει εσένα που παρακολουθείς με τον ίδιο τρόπο που ο δολοφόνος γοήτευε ανυποψίαστο κόσμο στα ‘70s. Το εμπνευσμένο κάστινγκ του Ζακ Έφρον βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση, μιας κι ο Έφρον αποτυπώνει τη χαρισματικότητα πάνω σε ένα εμφανές προσωπείο ψυχολογικής αποκόλλησης- ο Μπάντι του Έφρον συνεπαίρνει πρώτον τον ίδιο του τον εαυτό και μετά οποιονδήποτε άλλον.

Μα την ίδια στιγμή, τίποτα σε αυτή την προσέγγιση δεν επιχειρεί να κοιτάξει κριτικά την κοινωνία γύρω από ένα τερατώδες σύμπτωμα σαν τον Μπάντι. Από πού προήλθε, γιατί δολοφονούσε, γιατί ο λαός μαγεύτηκε, γιατί αυτές οι αρρωστημένες περσόνες εξασκούν τόση γοητεία, διαχρονικά μάλιστα. (Η ταινία είναι, αξίζει να σημειωθεί, μέρος ενός ανανεωμένου ενδιαφέροντος για αληθινές ιστορίες φόνων που ζουν στιγμές δόξας ιδίως στην πλατφόρμα του Netflix, το οποίο και διανέμει την ταινία στις περισσότερες χώρες του κόσμου, αν και όχι στην Ελλάδα.) Έτσι, η ματιά της Ελίζαμπεθ Κένταλ σβήνει, δεν είναι παρά ψίθυρος. Το (σχεδόν παιχνιδιάρικα αποτυπωμένο) σόου του Τεντ Μπάντι κυριεύει και την ίδια ταινία, σε σημείο που η τελική πράξη φέρεται στην πασίγνωστη αλήθεια ως -περίπου- twist ανατροπή. Η ταινία ούτε δαιμονοποιεί τον σίριαλ κίλερ, ούτε τον κρίνει, ούτε τον αθώωνει, ούτε τον εξερευνά. Απλώς στέκεται απέναντι στο σόου του, κάπως έκθαμβη, κάπως αμήχανη.

Επίσης προβάλλονται

Θέε Μου Τι Σου Κάναμε; 2

*****

(“Qu'est-ce qu'on a (encore) fait au bon Dieu ? / Serial Bad Weddings 2”, Φιλίπ ντε Σοβερόν, 1ω39λ)

Σίκουελ της τεράστιας επιτυχίας “Θεέ μου τι σου Κάναμε” από το 2014, στο οποίο η οικογένεια Βερνέιγ έχει πλέον αποδεχτεί τους 4 γαμπρούς της πρώτης ταινίας αλλά τα απρόοπτα παίρνουν νέα μορφή. Οι γονείς των 4 γυναικών μαθαίνουν πως τα παιδιά τους σκοπεύουν μετακομίσουν στις χώρες των γαμπρών για διάφορους λόγους- επαγγελματικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς. Και είναι αποφασισμένοι να σταματήσουν τα παιδιά τους από το να φύγουν μακριά.

Το απόγειο του επιφανειακού “είμαστε όλοι λίγο ρατσιστές, ας τα βρούμε βρε παιδιά” συναισθήματος παίρνει κι εδώ κεντρική θέση σε μια ταινία που μετά βίας μπορεί κανείς να αποκαλέσει σινεμά. Τα πάντα έχουν μια φτηνά τηλεοπτική υφή δίχως αισθητική πλανοθεσίας, ερμηνειών, ρυθμού, χρώματος. Τα γκαγκς άλλοτε πετυχαίνουν κι άλλοτε όχι- οι β’ ιστορίες εδώ επικεντρώνονται σε έναν κηπουρό πρόσφυγα που ο πάτερ φαμίλιας υποπτεύεται πως είναι τρομοκράτης, και σε μια λεσβία κοπέλα που προσπαθεί να παντρευτεί την αγαπημένη της ενώ ο πατέρας της είναι φυσικά αρνητικός στο ενδεχόμενο. Υπάρχει μια αξία σε μια ανάλαφρη, λαϊκή προσέγγιση σε ένα ψηφιδωτό διαφορετικότητας του σήμερα, και αυτό το σίκουελ περιέργως καταλήγει να είναι -σχετικά πάντα- κάπως πιο ανθρώπινο από το πρώτο φιλμ, αλλά τελικά καταλήγει μάλλον χλιαρά παρκαρισμένο στη μέση του δρόμου.

Η Κούκλα του Σατανά

*****

(“Child’s Play”, Λαρς Κλέβμπεργκ, 1ω28λ)

Ανανεωμένη εκδοχή της διάσημης σειράς τρόμου με τον Τσάκι, την Κούκλα του Σατανά. Εδώ, η κούκλα (με τη φωνή του Μαρκ Χάμιλ του “Star Wars”) φέρει έναν υψηλής τεχνολογίας προγραμματισμό τον οποίο προσπερνά, τρομοκρατώντας μια οικογένεια. Είναι η πρώτη ταινία της σειράς που γυρίζεται δίχως την εμπλοκή του αρχικού σκηνοθέτη Ντον Μανσίνι και του Μπραντ Ντούριφ (στη φωνή του Τσάκι)- είναι και η χειρότερη. Αφήνοντας πίσω την πετυχημένη μίξη τρόμου και αγνού χιούμορ, η νέα εκδοχή είναι ένας δίχως εκπλήξεις εκμοντερνισμός του πρώτου φιλμ του 1988, λίγο πιο “Black Mirror” αντί για τις μάλλον ντεμοντέ (αλλά διαχρονικά υπέροχες) χροιές μυστικισμού, με ακατανόητα αταίριαστες επιρροές Σπίλμπεργκ να συγκρούονται με τις “Ρόμποκοπ” πινελιές, δημιουργώντας ένα τελικά αρκετά γνώριμο, αλλά δημιουργικά ασαφές και άτολμο τελικό αποτέλεσμα.

Το Αριστούργημά Μου (“Mi obra maestra / My Masterpiece”, Γκαστόν Ντουπράτ, 1ω40λ). Ένας διακινητής έργων τέχνης και ο κοινωνικά άβολος, καλλιτέχνης παλιόφιλός του, σκαρφίζονται ένα εξωφρενικό σχέδιο για να σωθούν. Αργεντίνικη κωμωδία για τη φιλία και την τέχνη και το πώς η μία εμπνέει την άλλη.

Παίζεται ακόμα

Μια ταινία που ήδη παιζόταν στις αίθουσες και αξίζει να δεις αν την έχασες.

Spider-Man: Μακριά από τον Τόπο του
Spider-Man: Μακριά από τον Τόπο του IMDB

Spider-Man: Μακριά από τον Τόπο του

*****

(“Spider-Man: Far from Home”, Τζον Γουότς, 2ω9λ)

Ο Πίτερ Πάρκερ πάει καλοκαιρινές διακοπές στην Ευρώπη με την τάξη του σχολείου του, όλοι οι συμμαθητές ξανά ενωμένοι ύστερα από την επιστροφή των νεκρών από το χτύπημα των δαχτύλων του Θάνος. Μακριά από τον ορυμαγδό, το μόνο που θέλει ο Πίτερ είναι απλώς να πάει στα ομορφότερα μέρη της Ευρώπης μαζί με το κορίτσι που το αρέσει, και να της πει πώς νιώθει για εκείνη. Φυσικά όλα θα πάνε στραβά όταν κάνουν την εμφάνισή τους μια ομάδα από πλάσματα στοιχείων της φύσης που επιτίθενται στον πλανήτη, κι ένας μυστηριώδης άντρας που τα πολεμά, ονόματι Μυστέριο. Ανάλαφρη, καλοκαιρινή περιπέτεια γεμάτη απρόοπτα, χιούμορ και ρομάντσο, το ‘θερινό σινεμά’ αντίστοιχο του Marvel σύμπαντος, και η -τελικά- πιο αγνά κόμικ αποτύπωση του Spider-Man.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών
SHARE: