Οι ταινίες της εβδομάδας: Η επαναφορά του "Inception" και μια γυναίκα στην πόλη τον Δεκαπενταύγουστο

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα λίγο πριν το Δεκαπενταύγουστο έχουμε 5 νέες ταινίες και 4 επανεκδόσεις σε αναζήτηση θεατών.

Οι κριτικές της εβδομάδας:

Η Παρθένος του Αυγούστου

3.5/5

(“La virgen de agosto / The August Virgin”, Χονάς Τρουέμπα, 2ω9λ)

Σαν την Αθήνα τον Αύγουστο δεν έχει. Ή σαν τη Μαδρίτη, θα λένε ενδεχομένως οι Ισπανοί. Η αίσθηση πάντως αυτή είναι, ίδια, γνώριμη. Μια μητρόπολη που για ένα σχεδόν μυστικιστικής υφής κομμάτι χρόνου, καθορίζεται από τις απουσίες της, από τον κόσμο που δεν είναι εκεί, από όσους επέλεξαν να μείνουν, από την ζέστη, από τον ιδρώτα, από τον ήλιο, από τις μεθυστικές της νύχτες.

Έναν τέτοιον Αύγουστο, σαν εκείνους που ζούσαμε κάποτε στις πόλεις πριν την φετινή χρονιά, μας θυμίζει η ταινία του Χονάς Τρουέμπα (γιου του Φερνάντο) που έξαφνα μοιάζει να αναλαμβάνει τον ανυψωμένο ρόλο ενός νοσταλγικού ντοκουμέντου για μια εποχή και μια εμπειρία γνώριμη, οικεία. Στην ταινία η Εύα έχει μόλις αφήσει πίσω της μια σχέση και αναζητά ευκαιρίες που ακόμα δε μπορεί καν να ορίσει. Απλώς, αναζητά. Κάτι. Και μένει στην πόλη. Τον Αύγουστο.

Σαν ημερολόγιο καθημερινών μικρο-συμβάντων και εμπειριών καταγεγραμμένο με μια όλο και παθιασμένη αίσθηση αναζήτησης, το φιλμ ακολουθεί τις μέρες της Εύα στην Μαδρίτη καθώς πλησιάζουμε το Δεκαπενταύγουστο. Η πίστη της πως κάτι απέχει ελάχιστα από το να συμβεί (σε μια γενικότερα γλυκόπικρη σχέση με τους εκκλησιαστικούς συμβολισμούς) την οδηγεί μέσα από μια επεισοδιακού τύπου αφήγηση καθημερινών συμβάντων, με ένα σενάριο γραμμένο από τον σκηνοθέτη μαζί με την πρωταγωνίστριά του, Ιτσάσο Αράνα, σε μια δουλειά που τελικά είναι σαφέστατα γνώριμη και δίχως ριζοσπαστικές διαθέσεις, όμως αυτό λειτουργεί υπέρ της.

Γιατί μπορεί η φύση αυτής της συνεργασίας όσο και η τοποθέτηση και το είδος της να παραπέμπουν σε μια εκδοχή της “Πριν” τριλογίας του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, η διαφορά εδω εντοπίζεται στο κυρίαρχο φόκους της, στο πώς σκηνοθέτης και πρωταγωνίστρια δημιουργούν την υφή της ιστορίας τους. Ράθυμες μέρες εναλάσσονται με παθιασμένες νύχτες σε μια αναζήτηση ταυτότητας, έρωτα, μέλλοντος, ολοκλήρωσης, πάθους, όλα αυτά μαζί- και όλα μέσα από ένα οδοιπορικό 100% ζησμένο σε μια πόλη που την ξέρεις (δηλαδή την ξέρει, η κάμερα κι η ηρωίδα της, κι άρα κατ’επέκταση εσύ ως θεατής) σα να είχες υπάρξει εκεί από πάντα.

Εμείς οι Δύο

2.5/5

(“Deux / The Two of Us”, Φίλιπο Μενεγκέτι, 1ω35λ)

Οι συνταξιούχτες Νίνα και Μάντελιν έχουν διατηρήσει τον παθιασμένο τους έρωτα κρυφό για δεκαετίες, πείθοντας τους πάντες στον περίγυρό τους πως είναι απλώς δύο γειτόνισσες στον πιο ψηλό όροφο του κτιρίου τους. Ένα περιστατικό όμως θα έχει ως αποτέλεσμα το να αρχίσει να ξεσκεπάζεται η αλήθεια στα μάτια της κόρης της Μάντελιν. Χαμηλών τόνων (επικινδύνως κατά τόπους) αλλά στιβαρό και συναισθηματικό δράμα για την ανάγκη δύο ανθρώπων που έχουν η μία για την άλλη, με ένα πάθος που τις κρατά μαζί μέσα από το πέρασμα των χρόνων και γύρω από αόρατα, ανείπωτα φράγματα. Όχι ό,τι πιο αξέχαστο θα δούμε αυτό το καλοκαίρι αλλά την αλήθεια του την λέει τίμια.

Οι Δολοφόνοι του Γκόγια

1/5

(“The Goya Murders / El Asesino de los Caprichos”, Χεράρδο Χερέρο, 1ω35λ)

Ένας σίριαλ κίλερ δολοφονεί συλλέκτες έργων τέχνης και χρησιμοποιεί τα σώματά τους για να αναπαραστήσει έργα του Γκόγια. Δύο γυναίκες επιθεωρητές έρχονται διαρκώς σε κόντρα καθώς προσπαθούν να μη χάσουν τα ίχνη του δολοφόνου, σε επιπέδου ‘Criminal Minds’ αστυνομικό θριλεράκι της σειράς το οποίο ανεβάζει και μόνο με την παρουσία της η Μαριμπέλ Βερντού (“Λαβύρινθος του Πάνα”) που τουλάχιστον το διασκεδάζει. Τι να το κάνεις, δύσκολο καλοκαίρι για την τέχνη.

Οι Ευχούληδες 2: Παγκόσμια Περιοδεία (“Trolls World Tour”, Γουώλτ Ντορν, 1ω34λ). H βασίλισσα των ροκ Ευχούληδων προσπαθεί να κατακτήσει όλα τα βασίλεια όμως η Πόπι (εκ της ποπ φυσικά) θα τη σταματήσει. Jukebox μιούζικαλ κινουμένων σχεδίων που αποτελεί συνέχεια της προ ετών επιτυχίας.

Γάτα στον Τοίχο (“Cat in the Wall”, Βέσελα Καζάκοβα, Μίνα Μιλέβα, 1ω32λ). Στην πολυπολιτισμική γειτονιά Πέκαμ του νοτιοανατολικού Λονδίνου, μια οικογένεια από τη Βουλγαρία έρχεται σε άγρια αντιπαράθεση με τους γειτόνές της χάρη, απλώς, σε μια παρατημένη γάτα. Μια κοινωνική κωμωδία την εποχή του Brexit, με πρεμιέρα στο Λοκάρνο.

Επανεκδόσεις

Inception

3/5

(Κρίστοφερ Νόλαν, 2ω28λ, 2010)

H διάσημη περιπέτεια του Κρίστοφερ Νόλαν επιστρέφει στις αίθουσες με αφορμή τα 10 χρόνια από την πρεμιέρα, και λίγο πριν το φετινό αναμενόμενο “Tenet”. Mια ομάδα ληστών/κατασκόπων επιχειρούν μια διάρρηξη ονείρου, κατά την οποία σκοπεύουν να εμφυτεύσουν μια ιδέα στο υποσυνείδητο ενός ανθρώπου, βουτώντας στα όνειρά του- όσο πιο βαθιά στα όνειρά του, τόσο πιο ισχυρή η εμφύτευση, αλλά τόσο και μεγαλύτεροι οι κίνδυνοι.

Ο Νόλαν εκμεταλλεύεται τα επίπεδα της ιδέας του ώστε να στήσει διαφορετικά τερέν δράσης, τα οποία είναι μεταξύ τους διακριτά σε τόνο, σε επικινδυνότητα, σε λειτουργία. Μια εντυπωσιακή κατασκευή εν μέρει φτιαγμένη ώστε να σχολιάζει την ίδια τη δημιουργία της, κατά τόπους παραδίδεται σε κοιλιές επεξήγησης καθώς τα πάντα λειτουργούν με στεγνά μαθηματικό και τετραγωνισμένο τρόπο προκειμένου να οδηγηθούμε με ασφάλεια και σαφήνεια στην αποστομωτική σεκάνς δράσης 40 λεπτών που ορίζει τελικά το φιλμ.

Το αποτέλεσμα είναι από τη μία ολοκληρωτικά διασκεδαστικό και εντυπωσιακό, κι από την άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρον στο πλαίσιο της φιλμογραφίας του Νόλαν, σηματοδοτώντας τη στιγμή που το ενδιαφέρον του μοιάζει να μετατοπίζεται πλήρως προς αυτό το είδος κατασκευασμένων επιπέδων χρονικής αφήγησης (από τους πλανήτες σε διαφορετική απόσταση από τη μαύρη τρύπα όπου ο χρόνος κυλά διαφορετικά στο “Interstellar” ως τα διαφορετικά POV των ηρώων του “Dunkirk” και τη χρονική δίνη στην οποία είναι παγιδευμένοι), γύρω από τα οποία προσπαθεί πλέον να χτίζει τις ιστορίες του. Σαν κι ο ίδιος να αναζητά, μονίμως, τον δικό του Σάιτο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για το “Inception” εδώ.

Το Τρένο θα Σφυρίξει Τρεις Φορές

4.5/5

(“High Noon”, Φρεντ Τσίνεμαν, 1ω25λ, 1952)

O σερίφης μιας μικρής πόλης του Νέου Μεξικό μαθαίνει πως ένας διαβόητος παράνομος που ο ίδιος είχε φυλακίσει, είναι τώρα ελεύθερος και επιστρέφει στην πόλη με το επόμενο τρένο. Γνωρίζοντας πως ο παράνομος με τη συμμορία του έρχονται για να εκδικηθούν εκείνον, ο σερίφης που μόλις έχει παντρευτεί και βρίσκεται με το ένα πόδι μακριά, πρέπει να αποφασίσει αν θα φύγει μακριά για να ζήσει τη νέα του ζωή ή αν θα μείνει πίσω για να υπερασπιστεί την πόλη.

Το βραβευμένο με 4 Όσκαρ (μεταξύ των οποίων Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον Γκάρι Κούπερ) γουέστερν του Φρεντ Τσίνεμαν σκιαγραφεί τον «δυνατό, σιωπηλό τύπο» που δεκαετίες αργότερα θα λάτρευε ο Τόνι Σοπράνο, ως έναν άντρα σε απόλυτη ηθική διαμάχη με τον εαυτό του, έτοιμος να πάει κόντρα ακόμα και στη δημόσια θέληση για να κάνει το σωστό της δικής του προσωπικής ηθικής.

Η ταινία ακολουθεί τα γεγονότα σε αληθινό χρόνο αλλά ποτέ δε μοιάζει ούτε πανικόβλητη ούτε αργή στήνοντας μεθοδικά την αντι-μακαρθική αλληγορία της που στο πέρασμα των δεκαετιών όχι απλά δεν μοιάζει παρωχημένη αλλά μοιάζει εμπλουτισμένη ως μια σπουδή ευρύτερα ανθρωποκεντρική. Για τη σχέση των ανθρώπων με τις κοινωνίες της, για τη σχέση των κοινωνιών με το (ξεπλυμένο, συχνά) παρελθόν τους, και για τη σχέση των ατόμων με τον εαυτό και με την ηθική τους. Ο Τσίνεμαν παρατηρεί, στήνει, κηρύττει παθιασμένα, αποκαλύπτει σταδιακά κομμάτια του πολυπρόσωπου παζλ, μεθοδεύει, και παραδίδει τελικά το εμβληματικό του φινάλε.

Η Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια

4/5

(“In a Year with 13 Moons / In einem Jahr mit 13 Monden”, Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, 2ω4λ, 1978)

Η Ελβίρα έχει κάνει την απόλυτη θυσία για τον έρωτα, αλλάζοντας φύλο για μια αγάπη που δεν ήταν γραφτό να ανθίσει. Αναζητώντας νέα κίνητρα στη ζωή, έρχεται αντιμέτωπη με το παρελθόν της. Ίσως στην πιο προσωπική ταινία του, γυρισμένη λίγο μετά την αυτοκτονία του συντρόφου του, ο Φασμπίντερ βουτά στα βάθη μιας τραυματισμένης και αβέβαιης ψυχής ανατινάζοντας κάθε σύμβαση στην αναζήτηση ταυτότητας. «Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι πως μια μέρα θα βρω τα λόγια να εκφράσω τα συναισθήματά μου. Γιατί όταν το κάνω», κρέμεται διστακτικά, τρεμάμενα, σπαρακτικά, μια σκέψη φλεγόμενη.

Η ταινία είναι ασυγκράτητα συναισθηματική μέσα από τα επίπεδα συγκλονιστικής ομορφιάς των κάδρων και του στησίματος, βουτηγμένων σε κατακόκκινες αποχρώσεις μιας επίμονης ταραχής. Δεν υπάρχει απόλυτος έλεγχος εδώ (ίσως η διασημότερη σεκάνς του φιλμ είναι ένας συμβολισμός σφαγείου-αλλαγής φύλου που θα μπορούσε κανείς να υπερασπιστεί μόνο ως ιδέα εν μέσω συναισθηματικής τρικυμίας) όμως μιλάμε για ένα ορμητικό φιλμ, μιας ομορφιάς αληθινά επίπονης.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ GOOD NEWS