Οι ταινίες της εβδομάδας: Μια δροσερή διασκευή Τζέιν Όστεν και πολλές φεστιβαλικές προτάσεις

Οι ταινίες της εβδομάδας: Μια δροσερή διασκευή Τζέιν Όστεν και πολλές φεστιβαλικές προτάσεις

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα ξεχωρίζει η νέα “Emma.” της Τζέιν Όστεν και ένα δραματικό θρίλερ από την Ισπανία.

Πιστό στο ραντεβού του με το σινεμά, το News 24/7 παρουσιάζει κάθε Πέμπτη τις νέες ταινίες που κάνουν πρεμιέρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.

Αναλυτικά οι κριτικές της εβδομάδας:

Emma.

*****

(Ώτομν ντε Γουάιλντ, 2ω5λ)

Καστ: Άνια Τέιλορ-Τζόι, Μία Γκοθ, Τζόνι Φλυνν, Μπιλ Νάι

Στην Αγγλία του 19ου αιώνα, μια “όμορφη, έξυπνη και πλούσια” νεαρή κοπέλα μηχανορραφεί προσπαθώντας να επηρεάσει τα ερωτικά ζευγαρώματα των γύρω της. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντός της θαυμάζουν το πόσο νοιάζεται φαινομενικά για όλους, όμως ένας άντρας βλέπει τι συμβαίνει βαθύτερα, ξεκινώντας μια διαδικασία αυτογνωσίας για την κοπέλα.

Σε έργα τόσο κλασικά όσο είναι το σώμα δουλειάς της Τζέιν Όστεν η διασκευή είναι συχνά ο αυτοσκοπός: Το να προσεχθεί ένα έργο σε μια περίοδο υπερπροσφοράς δεν είναι πάντα εύκολο, και μια προϋπάρχουσα σχέση με το υλικό μπορεί να βοηθά. Πολύ συχνά αυτή η συλλογιστική οδηγεί σε ανέμπνευστες ανακυκλώσεις και διασκευές που κανείς δε ζήτησε, όμως σε αντίθετες περιπτώσεις συναντάμε φρέσκιες ματιές πάνω σε κλασικό υλικό- κάτι πάντα ενδιαφέρον.

Το “Emma.” της Ώτομν ντε Γουάιλντ με ένα περίεργο τρόπο δεν ανήκει σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Εκεί που, ας πούμε, οι πρόσφατες “Μικρές Κυρίες” της Γκρέτα Γκέργουιγκ παραδίδουν μια εμφανώς ριζοσπαστική ανάγνωση ενός εξίσου κλασικού κειμένου, ετούτη η διασκευή απολαμβάνει τη φαινομενικά πιστή διάστασή της. Αλλά το κάνει με μια έμφαση στο στυλ, που μετατρέπει το φιλμ σε κάτι το επίσης αναπολογητικά φρέσκο και διασκεδαστικό. Η σκηνοθέτης κάνει το κινηματογραφικό της ντεμπούτο έχοντας προηγουμένως προϋπηρεσία στο χώρο του βιντεοκλίπ και της επαγγελματικής φωτογραφίας. Πράγματι, η “Emma.” της εκμεταλλεύεται στο έπακρο το κάδρο μέσα από χρωματικά απαλές αποχρώσεις, δίνοντας στο λευκό μια αίσθηση βάθους που ανοίγει το μάτι και γεννά διάθεση. Ακόμα και στις συνθέσεις τίποτα δε μοιάζει ριζοσπαστικό, όμως με αυτοπεποίθηση πλασάρεται ως καθοριστικό: Μια κλασική ιστορία στημένη και παιγμένη ως απόλυτη αναπαράσταση, δίχως διάθεση ειρωνείας ή μεταμοντερνισμού, μα με εξίσου αίσθηση απόστασης όσο και αγάπης από το υλικό. Το αποτέλεσμα είναι δροσερό, πανέμορφο, αστείο και συναισθηματικό.

Μεγάλο ρόλο παίζουν κι οι ηθοποιοί, διαλεγμένοι με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο: Από τη μία έχεις απολύτως αναμενόμενα πρόσωπα σε απολύτως αναμενόμενους ρόλους, όπως τον Μπιλ Νάι ως πατέρα της Έμμα, να διασκεδάζει μες στο αισθητικά κατασκευασμένο περιβάλλον. Από την άλλη, τους δύο κεντρικούς ρόλους αναλαμβάνουν η Άνια Τέιλορ-Τζόι και η Μία Γκοθ, αμφότερες ηθοποιοί ανερχόμενες, με πρόσωπα απολύτως συναρπαστικά, και γνωστές περισσότερο για τη συμμετοχή τους σε αιχμηρά ή επιθετικά θρίλερ (“The Witch” και “Split” για τη μία, “Suspiria” για την άλλη) παρά για το οτιδήποτε καθαρό, τακτοποιημένο και ακαδημαϊκό.

Η ντε Γουάιλντ σκέφτεται και εδώ σαν φωτογράφος μόδας. Για το fashion spread του τεύχους, αναλαμβάνει να ντύσει τα κεντρικά της πρόσωπα με τρόπο ανατρεπτικό, απρόσμενο, αλλά ταυτόχρονα αισθητικά ελκυστικό, και λειτουργώντας με απόλυτο, εμφανή τεχνικό έλεγχο της εικόνας και του έργου της. Δεν χορταίνεις να το ξεφυλλίζεις.

Οι Σφυριχτές

*****

(“La Gomera / The Whistlers”, Κορνέλιου Πορομπόιου, 1ω37λ)

Καστ: Βλαντ Ιβάνοφ, Κατρινέλ Μάρλον

Ένας αστυνομικός με διπλή ατζέντα φτάνει σε ένα νησί στις Κανάριες Νήσους για να μάθει να σφυρίζει μια γλώσσα στα όρια της εξαφάνισης, με τη χρήση της οποίας οι αστυνομικοί δεν θα μπορούν να καταλάβουν την επικοινωνία ανάμεσα στους κακοποιούς. Ο πατέρας του νέου ρουμάνικου κύματος Κορνέλιου Πορομπόιου εξακολουθεί να καταπιάνεται με τις ιδέες του περί επικοινωνίας γλωσσικής και μη μέσα από τα φιλμ του, όμως έχοντας φτάσει πια σε ένα σημείο απόλυτης ελαφρότητας.

Αυτό που ξεκινά με αυτή την ιδιαίτερη εναρκτήρια ιδέα αναπτύσσεται στον σύντομο χρόνο των 97’ σε ένα παλιομοδίτικα περιπλεγμένο νουάρ γεμάτο χαρακτήρες που εισέρχονται στην ιστορία πάνω που νομίζουμε πως έχουμε καταλάβει τι ακριβώς βλέπουμε, ανατροπές που αποκαλύπτονται μέσα από εκτός γραμμικής αφήγησης φλάσμπακς, femme fatales και ευθείες κινηματογραφικές αναφορές (σε μια οπτική υπενθύμιση του “Ψυχώ” βρόντηξε στα γέλια το σινεμά). Ο Πορομπόιου διατηρεί το χιούμορ του αλλά προδίδει την αιχμή του υπέρ ενός αναγνωρίσιμης υφής κολάζ αναφορών στο σινεμά είδους. Περνάει χωρίς να ακουμπάει αλλά είναι διασκεδαστικότατο για χαλαρή κατανάλωση.

Επίσης κυκλοφορούν

Εξαφανισμένος

*****

(“Madre”, Ροντρίγο Σορογκόγιεν, 2ω8λ)

Δέκα χρόνια μετά την εξαφάνιση του γιου της, μια γυναίκα μένει και δουλεύει σε ένα παραθαλάσσιο εστιατόριο όπου γνωρίζει έναν έφηβο που της θυμίζει το παιδί της. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια ακαθόριστη σχέση που τους απομακρύνει από τους πάντες γύρω τους. Επέκταση ενός υποψήφιου για Όσκαρ φιλμ μικρού μήκους το οποίο εντάσσεται πλήρως μες στην ταινία ως εισαγωγή, ένα τρομερά έντονο θρίλερ δύο προσώπων που μοιάζει ωστόσο ελαφρώς παράταιρο με την υπόλοιπη ταινία που ακολουθεί.

Ο Σορογκόγιεν (“Ο Έκπτωτος”) χτίζει ένα έντονο δράμα την ψυχολογική περιπλοκότητα του οποίο δεν καταφέρνει να διαχειριστεί, ιδίως στο εντελώς μετέωρο φινάλε. Όμως χρησιμοποιεί την κάμερα ως ταραγμένο παρατηρητή, με γωνίες λήψεις αποπνικτικές ακόμα κι όταν αφήνουν τεράστιους κενούς χώρους στο κάδρο- με αποκορύφωμα μια εκπληκτική σκηνή διαλόγου λίγο πριν το τέλος της ταινίας, όπου η μεθοδική εστίαση του πλάνου λειτουργεί πιο αποτελεσματικά από τα όποια λόγια. Ενδιαφέρον θρίλερ με εκρηκτικό άνοιγμα και απογοητευτικό φινάλε, που ωστόσο μας κάνει να περιμένουμε με ενδιαφέρον ό,τι άλλο κάνει στη συνέχεια ο ανερχόμενος σκηνοθέτης.

Οι Μητέρες Μας

*****

(“Nuestras Madres”, Σεζάρ Ντίαζ, 1ω18λ)

Στην Γουατεμάλα των αρχών της δεκαετίας, κι ενώ η χώρα παρακολουθεί τη δίκη των στρατιωτικών που ευθύνονται για τον εμφύλιο, ένας νεαρός ανθρωπολόγος αναγνωρίζει αγνοούμενους έχοντας μπει σε αυτή τη δουλειά ορμώμενος εν μέρει από την εξαφάνιση του πατέρα του στα χέρια των στρατιωτικών. Η ιστορία μιας ηλικιωμένης γυναίκας θα του δώσει το στοιχείο που του έλειπε, δίνοντάς του την ελπίδα πως μπορεί να εντοπίσει τον πατέρα του.

Μέσα από τη διαδικασία της δουλειάς του Ερνέστο και εστιάζοντας στα πρόσωπα (του ίδιου, όσο και της γυναίκας), ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Σέζαρ Ντίαζ μιλά κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά για το θαμμένο παρελθόν μιας κοινωνίας που ακόμα μετρά τις πληγές και της απώλειές της. Η δυσκολία του Ερνέστο να αποφασίσει κατά πόσο (και με τι όρους) θέλει να έρθει τελικά αντιμέτωπος με αυτό το παρελθόν προσφέρει το ουσιαστικότερο δραματουργικό στοιχείο ενός φιλμ που μοιάζει τελικά όμως, ισχνό. Αισθητικά συγγενές σε ντοκιμαντέρ και εστιασμένο σχεδόν ολοκληρωτικά στα αποδραματοποιημένα γεγονότα, το φιλμ έχει μια πολύ σημαντική ιστορία να πει, αλλά η βράβευση με Χρυσή Κάμερα (για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη) στις Κάννες είναι ενδεχομένως κάπως συζητήσιμη.

Αγώνας για Δικαιοσύνη

*****

(“Just Mercy”, Τζεφ Φάουλερ, 2ω17λ)

Συνήγορος υπεράσπισης αναλαμβάνει χωρίς χρέωση την υπόθεση ενός άδικα καταδικασμένου θανατοποινίτη σε ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν ηγείται ενός εξαιρετικού καστ, ανάμεσα στους οποίους συναντάμε τον Τζέιμι Φοξ στο ρόλο του καταδικασμένου άντρα και τη Μπρι Λάρσον σε ένα β' ρόλο. Η ιστορία που αφηγείται το φιλμ καταπιάνεται με το συστημικό ρατσισμό αλλά δίχως να εμβαθύνει ιδιαιτέρως στο αντικείμενο ούτε να έχει κάποια ουσιαστική οπτική γωνία πάνω στο ζήτημα. Μια απολύτως ικανή ταινία που θα γεμίσει πολλά τηλεοπτικά βράδια στο μέλλον, αλλά που με καθαρά κινηματογραφικούς όρους, είναι καταδικασμένη να ξεχαστεί ως μια από τις πολλές ετήσιες παραγωγές που κάποια στιγμή ήλπιζαν να διακριθούν στα Όσκαρ- κάτι που δεν συνέβη.

Brahms: The Boy II (Γουίλιαμ Μπρεντ Μπελ, 1ω45λ). Σίκουελ της ταινίας τρόμου "The Boy" του 2016, με την ίδια ανατριχιαστική κούκλα και την Κέιτι Χολμς στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ο Πειρατής Μαυροδόντης και το Μαγικό Διαμάντι (“Kaptein Sabeltann og den magiske diamant / Captain Sabertooth and the Magic Diamond”, Μαρίτ Μουμ Ον & Ράσμους Σίβερτσεν). Νεαρό αγόρι τα βάζει με πειρατές που αναζητούν ένα μαγικό διαμάντι, σε παιδικό κινούμενο σχέδιο βασισμένο σε νορβηγική σειρά βιβλίων.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών
SHARE: