Οι ταινίες της εβδομάδας: Μουσικά "Όνειρα" και εφιαλτικές "Νύχτες"

Οι ταινίες της εβδομάδας: Μουσικά "Όνειρα" και εφιαλτικές "Νύχτες"

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα μια εβδομάδα με αδιάφορες νέες κυκλοφορίες πλαισιώνεται από την αριστουργηματική “Νύχτα του Κυνηγού” σε επανέκδοση.

Οι κριτικές της εβδομάδας:

Made in Italy

(Τζέιμς Ντ’Άρσι, 1ω34λ)

*****

Καλλιτέχνης με μποέμικη ψυχή ταξιδεύει πίσω στην Ιταλία μαζί με τον αποξενωμένο γιο του προκειμένου να πουλήσει τη βίλα που του άφησε η σύζυγός του, που δεν είναι πια στη ζωή. Στην πορεία του ταξιδιού, και καθώς οι χώροι του σπιτιού μετατρέπονται σε ζωντανά μνημεία της γυναίκας που έχασαν κι οι δυο από τη ζωή τους, πατέρας και γιος θα ανακαλύψουν όλα αυτά που δεν ήξεραν πως τους ενώνουν.

Πλήρως γνώριμο δραματουργικά, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του ηθοποιού Τζέιμς Ντ’Άρσι έχει ωστόσο ένα κάποιο ξεχωριστό ενδιαφέρον λόγω μιας κάστινγκ συγκυρίας που διαπερνά τον τέταρτο τοίχο του σινεμά. Τον πατέρα της ιστορίας ενσαρκώνει ο Λίαμ Νίσον και τον γιο ο Μάικλ Ρίτσαρντσον, δηλαδή ο γιος του Νίσον με την τραγικά χαμένη Νατάσα Ρίτσαρντσον, η οποία σκοτώθηκε το 2009. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι δυο τους συνεργάζονται στη μεγάλη οθόνη κατά παρόμοιο τρόπο- κάτι αντίστοιχο συναντάμε και στο ριμέικ “Ψυχή Καταδίωξη” του 2019, όπου ο Νίσον παίζει τον πατέρα που θρηνεί τον χαμό του γιου του ξεφεύγοντας σε ένα εκδικητικό ξέσπασμα μες στο κατάλευκα χιονισμένο τοπίο.

Εδώ το σκηνικό είναι η ηλιόλουστη Τοσκάνη, καδραρισμένη πολύ συχνά από τον Ντ’Άρσι με έναν “εγώ ήρθα εδώ για να σκηνοθετήσω ΣΙΝΕΜΑ” τρόπο που διαρκώς αποσπά, τοποθετώντας τους χαρακτήρες μέσα σε κάτι-σαν-πίνακες που δεν είναι ούτε ακριβώς ζωντανοί αλλά ούτε ακριβώς και ακίνητοι. Εν μέσω καρτποσταλικών ηλιοβασιλεμάτων και εντελώς αναμενόμενων αφηγηματικών στροφών, αυτή η κάπως γλυκιά συνεχιζόμενη διαδικασία κοινής ψυχανάλυσης και κινηματογραφικής πράξης αγάπης των πατέρα-γιου Νίσον και Ρίτσαρντσον, τους φέρνει αυτή τη φορά σε ρόλους που πρακτικά διαπερνούν το κινηματογραφικό πανί και αγγίζουν -εκ των πραγμάτων- κάτι το συγκινητικά απτό. Είναι δύσκολο να τους παρακολουθείς να έρχονται κοντά καθώς θυμούνται την γυναίκα που έχασαν, όσο και παράξενο μια σκηνή μετά -ξανά σε κατασκευασμένους κινηματογραφικούς ρόλους- να μπλέκονται ακολουθούν κλισέ και αναμενόμενες γραμμές εξέλιξης και γραφή διαλόγων.

Καλές προθέσεις, στιβαρό κεντρικό δίδυμο σε κάτι παραπάνω (παραέξω;) από κινηματογραφικές ερμηνείες, αλλά ένα εντελώς παράξενο και άνισο αποτέλεσμα.

Κυκλοφορούν επίσης

Wild Rose

(Τομ Χάρπερ, 1ω41λ)

*****

Νεαρή άρτι αποφυλακισθείσα τραγουδίστρια με δύο μικρά παιδιά, ονειρεύεται να τα μαζέψει όλα και να πάει στο Νάσβιλ για να κάνει την καριέρα ως κάντρι μουσικός που πάντα ονειρευόταν. Η μητέρα της προσπαθεί να την κρατήσει όμως στην Γλασκώβη ώστε να αναλάβει τις ευθύνες της. Τα όνειρα του στάρντομ ως ζωτικής σημασίας στόχος επιβίωσης, σε μια ενδιαφέρουσα αλλά άνιση ταινία από τον σκηνοθέτη των “Αεροναυτών”. Όπως κι εκείνη η ταινία, έτσι και το “Wild Rose” διαθέτει ένταση, ενδιαφέρον και μια κατά τόπους συναρπαστική αίσθηση τριβής με κάτι το αληθινά απρόβλεπτο και επικίνδυνο- αλλά και μια ανάγκη για σεναριακά ακροβατικά και διαρκή τραβήγματα.

Ο #1 ωστόσο λόγος (και σχεδόν αρκετός από μόνος του!) για να δει κανείς την ταινία είναι η ανερχόμενη, εκπληκτική νεαρή ηθοποιός Τζέσι Μπάκλεϊ, που είδαμε στο πανέμορφο βρετανικό “Beast”, στο “Chernobyl” του ΗΒΟ, και σύντομα στην πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Τσάρλι Κάουφμαν.

Το Κόλπο του Αιώνα

(“El Robo del Siglo”, Άριελ Γουίνογραδ, 1ω54λ)

*****

Συμμορία κρατά 23 ανθρώπους ομήρους σε μια τράπεζα προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στο θησαυροφυλάκιο αλλά η άφιξη της αστυνομίας και των μίντια περιπλέκει τα πάντα. Όταν οι αστυνομικοί πάρουν την γεμάτη ρίσκο απόφαση να εφορμήσουν στο υποκατάστημα, θα συναντήσουν κάτι τελείως απρόσμενο. Βασισμένο στην ιστορία μιας αληθινής ληστείας, το φιλμ συνδυάζει κωμικά στοιχεία με δράση και σασπένς για να προσφέρει ένα γνώριμο αλλά αξιοπρεπές αποτέλεσμα για τους φανς του ισπανόφωνου αστυνομικού σινεμά. Από τον σκηνοθέτη του “στο Χόλιγουντ το κάνουν καλύτερα” προ ετών αργεντίνικου σουξέ “10 Μέρες Χωρίς τη Μαμά”.

Όνειρα στην Καλιφόρνια

(“The High Note”, Νίσα Γκανάτρα, 1ω53λ)

*****

Η έτερη ταινία της εβδομάδας για τα μεγάλα μουσικά όνειρα του κόσμου του θεάματος. Πιο διασκεδαστική αλλά και λιγότερο ενδιαφέρουσα από τις δύο. Μια φιλόδοξη και ταλαντούχα κοπέλα (Ντακότα Τζόνσον, πάντα πιο καλή από όσο της χρεώνεται) δουλεύει ως προσωπική βοηθός μιας σούπερ σταρ (Τρέισι Έλις Ρος του πετυχημένου σίτκομ “black-ish” έχοντας το μεγάλο όνειρο πως θα καταφέρει να αποδείξει την αξία της ως παραγωγός. Μπορείτε να μαντέψετε πώς θα πάει αυτό. Κι όταν λέμε “αυτό”, εννοούμε τα πάντα. Ανώδυνα διασκεδαστικό, πλήρως αναμενόμενη ανάλαφρη διασκέδαση για το καλοκαιράκι, από την σκηνοθέτη του “Late Night” με την Έμμα Τόμσον (για το οποίο ισχύουν βασικά τα ίδια).

Έναν Γιατρό Παρακαλώ (“Docteur?”, Τριστάν Σεγκελά, 1ω30λ). Παραμονή Χριστουγέννων, ο εφημερεύων γιατρός Σερζ μπλέκει σε ατύχημα με έναν ντιλιβερά και αναγκάζεται να στείλει εκείνον στη θέση του. Ακούγεται ξεκαρδιστικό όσο και επίκαιρο.

Ο Πειρατής Μαυροδόντης και το Μαγικό Διαμάντι (“Captain Sabertooth and the Magic Diamond”, Μαρίτ Μουμ Ον, Ράσμους Σίβερτσεν, 1ω22λ). Δύο νεαροί πειρατές αναζητούν το χαμένο αδερφό τους, ένα βαμπίρ με εγκαύματα, και ένα χαμένο μαγικό διαμάντι. Νορβηγικό animation βασισμένο σε σειρά παιδικών βιβλίων.

Σε streaming

Η Παλιά Φρουρά

(“The Old Guard”, Τζίνα Πρινς-Μπάιθγουντ, 1ω58λ)

*****

Μια λεγεώνα αθάνατων μισθοφόρων με ηγέτη την χιλιάδων ετών Άντι (Ανδρομάχη!) της Σαρλίζ Θερόν, προστατεύει την ανθρωπότητα, αποστολή την αποστολή. Όταν όμως η υπόπτων συνθηκών νέα δουλειά που αναλαμβάνει ανατινάζει τον κόσμο τους, η Άντι θα πρέπει να συμμαχήσει με μια πεζοναύτη που μόλις στρατολογήθηκε, για να προστατέψουν αυτή την Παλιά Φρουρά από οικονομικά συμφέροντα αμοραλιστικής εκμετάλλευσης.

Μακράν η καλύτερη ταινία της εβδομάδας και ίσως και η καλύτερη νέα ταινία που θα δούμε αυτό το καλοκαίρι των ακυρωμένων μπλοκμπάστερ, η περιπέτεια παραγωγής Netflix βρίσκει τον σπουδαίο συγγραφέα και σεναριογράφο κόμικς Γκρεγκ Ρούκα να διασκευάζει ο ίδιος το εναλλακτικά υπερηρωικό κόμικ του που δημιούργησε μαζί με τον σχεδιαστή Λεάντρο Φερνάντεζ πριν μερικά χρόνια. Ο Ρούκα ως συγγραφέας έχει πλούσιο background στο κατασκοπικό θρίλερ (η σειρά κόμικ του “Queen & Country” παραμένει μια από τις ωραιότερες σειρές της τελευταίας 20ετίας) και το νουάρ μυστήριο, καθώς και μια βαθιά έγνοια για πληγωμένους, ανθρώπινων διαστάσεων, υπαρξιακών αγωνιών ήρωες, σε μια διαρκή καθημερινή σύγκρουση με το πεπρωμένο τους. Είναι ο πρώτος σεναριογράφος που βρέθηκε κάποτε να γράφει ταυτόχρονα τους τρεις μεγάλους υπερήρωες της DC (Σούπερμαν, Μπάτμαν, Wonder Woman) σε διαφορετικές σειρές, αναδεικνύοντας κάτι το αγνά ανθρώπινο στον καθένα και καθεμιά τους.

Τα γράφουμε αυτά διότι εύκολα αναγνωρίζει κανείς τις εντελώς γνώριμες ιδέες πίσω από τα επιμέρους κομμάτια αυτής της “Φρουράς”, από την αθανασία ως κατάρα στην corporate εκμετάλλευση, όμως εδώ αυτό που θα μπορούσε να έχει εύκολα μετατραπεί σε απόβλητο, β’ διαλογής X-Men ξεπατίκωμα, αναπτύσσεται σε αυτή την περιπέτεια ως διασκεδαστικά γκρίζο, μια περιπέτεια που κινείται καθώς σκέφτεται και σκέφτεται καθώς κινείται. Πίσω από την κάμερα η Τζίνα Πρινς-Μπάιθγουντ δοκιμάζεται σε ένα νέο για αυτήν είδος, έχοντας προηγουμένως υπάρξη δημιουργός μιας αξιοπρόσεκτης φιλμογραφίας με (προσωπικό αγαπημένο) απόγειο τον εντελώς ενδόμυχα ρομαντικό θρίαμβο του “Beyond the Lights”- την καλύτερη κινηματογραφική εκδοχή του “Σωματοφύλακα” που έχουμε δει, κι αυτό συμπεριλαμβάνει και τον ίδιο τον “Σωματοφύλακα”.

Η Πρινς-Μπάιθγουντ πετυχαίνει μια αξιοπρόσεκτη ισορροπία ανάμεσα στο δράμα και τη δράση, τη φροντίδα στη λεπτομέρεια και το άπλωμα της μυθολογίας. Καθώς μαθαίνουμε περισσότερα για τις ζωές, τις συχνά υπερεπικές αυτές ζωές (υπάρξεις καλύτερα, όχι απλώς ζωές) αυτών των ηρώων, νιώθεις το παρελθόν τους να σκίζει τα στενά όρια της απλής, συμβατικής σημερινής ύπαρξης, καθώς ένας πλούσιους προσωπικός μύθος πασχίζει να απελευθερωθεί. Δύο μέλη της Φρουράς μοιράζονται μια κοινή, ρομαντικά επικολυρική διαδρομή πάθους και αίματος, ενώ η ίδια η ηγέτης μοιάζει μεγαλύτερη από την -όποια- ζωή κάθε φορά που ταξιδεύουμε στο παρελθόν της.

Μεγάλο ρόλο σε αυτή την ενσάρκωση παίζει φυσικά κι η Σαρλίζ Θερόν που έχει καταφέρει να αναδειχθεί στην κατεξοχήν σύγχρονη Strong, Silent Type ήρωα, που λέγανε και στο παλιό Χόλιγουντ. Η Θερόν κινείται, κοιτάζει, μιλάει, σκέφτεται, και πίσω από κάθε της κίνηση και κάθε λέξη νιώθεις πως κρύβεται μια μηχανή υπαρξιακής πάλης που μοιάζει ανίκητη αλλά η ίδια ξέρει πως είναι κάθε άλλο παρά αυτό. Το βιώνουμε μέσα από τον μακρόκοσμο (μια διαδρομή αιώνων και κληρονομιάς βίας και πολέμων), το βιώνουμε μέσα τον μικρόκοσμο (την κούραση, την παραίτηση, το πώς κάθε μικρή λεπτομέρεια μετράει ή αποκτά σημασία ή ακόμα και γίνεται όπλο ή ανάμνηση).

Τελικά, αυτή είναι η βασική λεπτομέρεια. Ένας ολόκληρος κόσμος χτισμένος γύρω από αυτή τη Φρουρά, τους βλέπει ως μια πηγή πλουτισμού ή εκμετάλλευσης, ως κάτι υπεράνθρωπο, ως κάτι -ναι- υπερηρωικό. Η ταινία δεν αρνείται τις γνώριμες οπτικές της ή τις αναμενόμενες στροφές της πλοκής της, και κατορθώνει αυτό: Να μας βάλει με τέτοιο τρόπο μες στην ματιά της κεντρικής ηρωίδας, ώστε να ξέρουμε πως βαθιά μέσα τους, ακόμα κι οι αθάνατοι ξέρουν πως είναι -τελικά- απλώς, άνθρωποι.

Επανεκδόσεις

Η Νύχτα του Κυνηγού

(“The Night of the Hunter”, Τσαρλς Λώτον, 1ω33λ, 1955)

*****

Σε πλήρως αποκατεστημένες κόπιες παρουσιάζεται ένα από τα πιο εφιαλτικά νουάρ όλων των εποχών και ταυτόχρονα η μοναδική περίπτωση ενός σκηνοθετικού ντεμπούτου από γνωρστό ηθοποιό (του Τσαρλς Λώτον) που όχι μόνο αποδείχθηκε σπάνιας αξίας αριστούργημα, αλλά και ατυχώς ήταν τελικά η μία και μοναδική ταινία της καριέρας του.

Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ πλέκει περίτεχνα και ανατριχιαστικά τη γοητεία, την πειθώ και την ωμή βία στο ρόλο ενός εγκληματία που πείθει τους πάντες πως είναι ιεροκήρυκας, προσεγγίζοντας έτσι χήρες με στόχο την περιουσία τους. Νέο του υποψήφιο θύμα, η Σέλεϊ Γουίντερς.

Ο Λώτον χρησιμοποιεί τις σκιές για να καλύψει τον πρωταγωνιστή του σε ένα πέπλο αγνώστου και αβεβαιότητας, συμπαρασύροντας τον θεατή σε ένα αρρωστημένο παιχνίδι ψυχολογικής αγωνίας. Στον βυθισμένο στην ηθική αβεβαιότητα κόσμο του φιλμ, κάθε λογής ηθική παραβολή κατασκευάζεται γύρω από μιας τουλάχιστον υποψιασμένη (αν όχι πλήρως εχθρική) στάση σε θεσμούς-θεμέλια μιας κοινωνίας όπου τα πάντα μοιάζουν διαβρωμένα και παραδομένα στην αδιαφορία, τον χειρισμό και μια ηθική βυθισμένη στις σκιές. Μια συγκλονιστική κεντρική ερμηνεία και ένας εντυπωσιακός φορμαλιστικός έλεγχος στην υπηρεσία ενός εκ των πλέον ζοφερών φιλμ της περιόδου.

Η Δίκη

(“The Trial”, Όρσον Γουέλς, 1ω58λ, 1962)

*****

Ο Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται αλλά όσο κι αν προσπαθεί, δεν καταφέρνει να μάθει τι είναι αυτό για το οποίο κατηγορείται. Ο Άντονι Πέρκινς πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Κάφκα δια χειρός Όρσον Γουέλς, γυρισμένο ανάμεσα σε δύο πολύ σπουδαιότερες ταινίες του (“Touch of Evil” και “Φάλσταφ: Οι Καμπάνες του Μεσονυκτίου”) μοιάζοντας με ένα τρόπο να περιλαμβάνει θεματικά στοιχεία κι από τις δύο. Ανάμεσα στην ριζικοσπαστικά προσωποκεντρική ανάγνωση των σαιξπηρικών κειμένων και σε μια αρρωστημένα τρομακτική ιστορία κοινωνικής διαφθοράς, η “Δίκη” (αν και όχι η πλέον εξέχουσα δουλειά του σκηνοθέτη) φέρει πολλές στυλιστικά τολμηρές ιδέες, με τον Γουέλς να μην χάνει ευκαιρία να εγκλωβίσει τον ήρωά του σε κάδρα-φυλακές και να αποτυπώσει τον ευρύτερο κοινωνικό ιστό ως δίχως ταυτότητα και χαρακτήρα κατασκευάσματα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών, κινηματογράφος
SHARE:

24Media Network