Οι ταινίες της εβδομάδας: Ο Άαρον Σόρκιν της "Δυτικής Πτέρυγας" επιστρέφει με ένα 60's δικαστικό δράμα

Η Δίκη των 7 του Σικάγου

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα, καθώς μόνο οι θερινές αίθουσες παραμένουν ανοιχτές, 2 ταινίες έρχονται στα σινεμά.

Οι κριτικές της εβδομάδας:

Η Δίκη των 7 του Σικάγου

*****

(“The Trial of Chicago 7”, Άαρον Σόρκιν, 2ω9λ)

To 1968 στο περιθώριο του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος για την ανάδειξη του υποψηφίου για τις ερχόμενες εκλογές, μια μεγάλη ειρηνική διαμαρτυρία ενάντια στην καθεστωτική τάξη και στον πόλεμο του Βιετνάμ εξελίσσεται σε μια βίαιη σύρραξη των διαδηλωτών με την αστυνομία και την Εθνική Φρουρά. Οι διοργανωτές της συγκέντρωσης, άνθρωποι με εντελώς διαφορετικά background, κίνητρα και πολιτικές πεποιθήσεις, βρίσκονται συλλήβδην κατηγορούμενοι για υποκίνηση εξέγερσης.

Στη δίκη που ακολούθησε, το καθεστώς τους στοχοποίησε θέλοντας να τους κάνει σύμβολα ενός είδους: Να δηλώσει πως οι κάθε είδους παρεκκλίσεις δεν θα γίνονται αποδεκτές. Στη διάρκεια των επόμενων μηνών πραγματοποιήθηκε μια από τις διαβόητες δίκες της αμερικάνικης Ιστορίας. «Είναι πολιτική δίκη», λέει ένας από τους κατηγορούμενος, απηυδησμένος από τον τρόπο που η εισαγγελία προσπαθεί να τους φορτώσει τη συλλογική ευθύνη ενός ολόκληρου ρεύματος κοινωνικής αλλαγής. Ο συνήγορος απαντά πως δίκη πολιτική, για τα πολιτικά πιστεύω, δεν προβλέπεται και δεν υφίσταται. Όλοι βέβαια ξέρουμε πολύ καλύτερα.

Ο Άαρον Σόρκιν, ένας σεναριογράφος όχι μόνο πολυβραβευμένος, έχοντας αφήσει στίγμα και έργο σε τηλεόραση και σινεμά, αλλά και αναγνωρισμένος λίγο-πολύ ως auteur, επιστρέφει ως σκηνοθέτης μετά το ‘Molly’s Game’. Ο Σόρκιν σε αυτό το σημείο κατέχει τόσο πλήρως την τεχνική του διαλόγου ως δράμα, ρυθμό και συναισθηματικό κυματισμό, που με έναν τρόπο είναι σαν να σκηνοθετεί έτσι κι αλλιώς τα έργα του από το χαρτί ήδη- έχοντας γράψει εξάλλου μερικά από τα πιο διάσημα κινηματογραφικά κείμενα των τελευταίων δεκαετιών, από το «ξέρεις τι είναι πιο κουλ από ένα εκατομμύριο» ‘Social Network’ μέχρι τον σκρούμπολ πολιτικό συναισθηματισμό της ‘Δυτικής Πτέρυγας‘.

Η πολιτική του πυξίδα δείχνει απαρέγκλιτα στο κέντρο, ακόμα κι ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια: Στο κέντρο της αστικής ευγένειας, της υψηλής διανόησης και ενός πομπώδους συναισθηματισμού. Όταν συμπαρασύρεται από μια αγνή ανθρωπιστική φλόγα μέσα του ο Σόρκιν μπορεί να παραδίδει έργα δύσκολο να τα αρνηθείς ακόμα κι αν είναι συχνά πολιτικά αφελής. Στις κακές στιγμές του επικρατεί μια διάθεση αφ’υψηλού διδακτισμού- κακό ταίριασμα με το ανθρωπιστικό πολιτικό μελό αυτό.

Είναι όμως τόσο καλός τεχνίτης που όποια εκδοχή του κι αν πετύχεις, έχει κάτι το γοητευτικό και το εθιστικό. Τα λέμε τώρα όλα αυτά επειδή με έναν παράξενο τρόπο, η ‘Δίκη’, χωρίς να φέρει τα γνωρίσματα ούτε του ζενίθ ούτε του ναδίρ της σορκίνειας τεχνικής, βρίσκεται μετέωρη. Ο σεναριογράφος/σκηνοθέτης παραδίδεται πλήρως στο σκηνικό δικαστηρίου (που του πρωτοαπογείωσε εξάλλου την καριέρα χάρη στο ‘Ζήτημα Τιμής’), όχι τόσο στην διαδικασία του, μιας και απουσιάζουν οι λεπτομέρειες για το πώς δουλεύει το δικαστήριο ως εργαλείο, όσο στην θεατρικότητα του όλου περιβάλλοντος.

Βάζει αμέτρητες γνώριμες φάτσες να ντυθούν ‘60s, να υποδυθούν ο καθένας τους κάποιο γνώριμο ‘60s αρχέτυπο (αλλά στην ουσία στερεότυπο) δίχως να εμβαθύνει στην πραγματικότητα στο τι είναι αυτό που κάνει ανθρώπους από διαφορετικές προσεγγιστικές οδούς της προόδου να βρίσκονται σε μεταξύ τους σύγκρουση. Δεν υπάρχει τίποτα διαφωτιστικό εδώ ή αιχμηρό ή τολμηρό, αλλά περισσότερο ένα παθιασμένο δικαστικό θέατρο: Ο δικαστής του μονίμως σκυθρωπού Φρανκ Λαντζέλα είναι μια εχθρική καρικατούρα συντήρησης, ο καλός δικηγόρος βρίσκεται σε πάλη με τον εαυτό του σε κάθε σκηνή που τον κοιτάζει η κάμερα, και κάθε μέλος των 8 (μετέπειτα 7) παραδίδει τον κινητήριο λόγο του.

Το κατά βάση μάλλον αδιάφορο ερμηνευτικά καστ αστέρων περιλαμβάνει τον Έντι Ρεντμέιν, τον Τζόζεφ Γκόρντον Λέβιτ, τον Τζέρεμι Στρονγκ του ‘Succession’, τον Γιάχια Αμπντούλ-Ματίν των ‘Watchmen’ και τον πάντα έξοχο Μαρκ Ράιλανς στο πιο σιωπηλό, διακριτικό, χαμηλού βλέμματος μάσημα σκηνικού που έχουμε δει στο σινεμά. Ο καλύτερος όλων είναι ο Σάσα Μπάρον Κοέν, ένας ερμηνευτής που καταλαβαίνει την φουσκωμένη θεατρικότητα του όλου εγχειρήματος και παίζει κάθε σκηνή σαν ένα αυτόνομο σκετσάκι.

Η κάμερα του Σόρκιν ακολουθεί χωρίς ιδιαίτερες διαθέσεις παρέμβασης την πένα του Σόρκιν, με τον διευθυντή φωτογραφίας Φαίδωνα Παπαμιχαήλ να χρωματίζει με μάλλον αναμενόμενες χροιές την εποχή. Όσες όμως χαμένες ευκαιρίες κι αν παρουσιάζει το φιλμ, όσο κι αν προτιμά την διακήρυξη ενότητας από την όποια ριψοκίνδυνη ενδοσκόπηση (το κατανοώ- είναι δύσκολοι καιροί, και κάποιος σαν τον Σόρκιν είναι βέβαιο πως πραγματικά, ειλικρινά δεν καταλαβαίνει γιατί οι άνθρωποι είναι διχασμένοι και θυμωμένοι), υπάρχει τελικά κάτι πάντα μαγνητιστικό.

Οι προθέσεις είναι αγαθές -έχω χρόνια να δω τα παλιότερα έργα του αλλά νιώθω πως πάντα ήταν- και η ψυχική ανύψωση των στιγμών ηθικής αναγνώρισης (αν όχι δικαίωσης) είναι δεδομένη. Υπάρχει κάτι το εγγενώς καθηλωτικό στο να βλέπεις Ανθρώπους Που Πιστεύουν Σε Κάτι, να εξακολουθούν να το πράττουν ακόμα και στο πρόσωπο ενός πανίσχυρου εχθρού. Οι στιγμές του σορκινικού θριάμβου είναι αυτές ακριβώς οι δηλώσεις προθέσεων και πεποιθήσεων κι όχι απαραίτητα η όποια επικράτηση.

Σε κάθε όμως περίπτωση, αυτή η ‘Δίκη’ μας κάνει να αναπολούμε τις φορές που άλλοι σκηνοθέτες ανέλαβαν κάποιο αναμφίβολα καλοδουλεμένο κείμενο του Σόρκιν. Σκηνοθέτες σαν τον Μπένετ Μίλερ στο ‘Moneyball’ ή, πάνω από όλα, σαν τον Ντέιβιντ Φίντσερ στο ‘Social Network’. Σε ταινίες όπου η συναισθηματική αγνότητα και η πνευματώδης ευφράδεια του Σόρκιν περνούσε μέσα από τη διαστρέβλωση ενός καθρέφτη που μας έδειχνε το είδωλο ενός άλλου κόσμου από αυτόν στον οποίον κατοικούν οι ήρωές του. Ίσως του δικού μας.

Κυκλοφορεί Επίσης

Vivarium

*****

(Λόρκαν Φίνεγκαν, 1ω37λ)

Ένα νέο ζευγάρι σκέφτεται να αγοράσει το πρώτο τους σπίτι και να ξεκινήσουν μαζί τη ζωή που ονειρεύονται. Καθώς ακολουθούν όμως έναν παράξενο μεσίτη, φτάνουν σε ένα απόκοσμο σύμπλεγμα πανομοιότυπων κατοικιών από το οποίο σύντομα διαπιστώνουν πως δεν μπορούν να ξεφύγουν. Τώρα βρίσκονται παγιδευμένοι εκεί, έχοντας παράλληλα και την ευθύνη του μεγαλώματος ενός μυστηριώδους παιδιού που σαν από το πουθενά βρίσκεται στη ζωή και στο σπίτι τους.

Αν κάθε λέξη αυτής της περιγραφής σας ακούγεται σαν Πολύ Έντονος Συμβολισμός τότε δεν πέφτετε έξω σχετικά με το τι πρόκειται να δείτε. Απογυμνωμένη από το οποιοδήποτε επιπλέον στοιχείο ή υποψία παραπλανητικής πλοκής, η ιστορία του Φίνεγκαν παίζει από την αρχή ως το τέλος με τα σύμβολα, τοποθετώντας τους δύο νεαρούς ήρωές της σε έναν συμμετρικού σουρεαλισμού κόσμο όπου οι εφιάλτες παίρνουν τη μορφή της νεκρικής αρμονίας.

Ο Τζέσι Άιζενμπεργκ πρωταγωνιστεί δίπλα στην Ίμοτζεν Πουτς η οποία στην πραγματικότητα σηκώνει και όλο το ερμηνευτικό βάρος του φιλμ με έναν σταδιακά όλο και πιο απαιτητικό ρόλο. Οι δυο τους ενσαρκώνουν τα αδιέξοδα όνειρα της προκάτ ενηλικίωσης, όπου το αύριο μοιάζει ανύπαρκτο και το σήμερα έχει μια αίσθηση απόμακρου, ασφυκτικού. Όλα αυτά θα ήταν ιδανικό υλικό για ένα επεισόδιο ‘Twilight Zone’, μια κλασική σειρά που θριάμβευε μέσα από την αποτύπωση βαθύτατων φόβων του ασυνείδητου, στη μορφή 20λεπτων παλπ αφηγημάτων, δίχως λίπος, δίχως τίποτα το περιττό- ένα set-up, μια αλληγορική ιδέα, μια σοκαριστική κατακλείδα.

Όπως και η μοντέρνα φλύαρη αναβίωση της σειράς, η ουσία χάνεται όσο προσπαθείς να προσθέσεις στοιχεία σε κάτι τόσο απογυμνωμένο και αρχετυπικό. Το ‘Vivarium’ δεν είναι ακριβώς φλύαρο βέβαια, όμως στην προσπάθεια να καταλάβει διάρκεια μιας ταινίας μεγάλους μήκους αυτή η ιδέα, χάνει τελικά μέρος της δύναμής της και το φιλμ καταλήγει το ίδιο μέσα σε ένα αδιέξοδο. Για μια δυνατή όμως ιδέα χτισμένη στο σινεμά με αισθητική αρμονία, και μια ελαφρώς απόκοσμη κινηματογραφική απόδραση, η ταινία είναι αξιοπρεπέστατη.

Διαβάστε τις Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο, με την αξιοπιστία και την εγκυρότητα του News247.gr.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτικές ταινιών, κινηματογράφος
SHARE:

24Media Network