Όταν δικάζεται η Μαφία στο σινεμά

Όταν δικάζεται η Μαφία στο σινεμά

Περισσότερα από 350 άτομα θα βρεθούν στο εδώλιο του κατηγορουμένου για σχέσεις κι επαφές με τη Μαφία σε μια μεγα-δίκη που ξεκίνησε αυτές τις μέρες στην Ιταλία. Αλλά ποιες είναι οι ταινίες που κοίταξαν κατάματα τη Μαφία;

Περισσότερα από 350 άτομα θα βρεθούν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ανάμεσά τους πολιτικοί και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, για σχέσεις κι επαφές με τη συγκεκριμένη ομάδα. Όπως μεταδόθηκε πριν λίγες μέρες, για τη δράση της «Ντραγκέτα» έχουν κληθεί να καταθέσουν 900 μάρτυρες και η δίκη αναμένεται να διαρκέσει τουλάχιστον ένα χρόνο, ενώ η έρευνα ξεκίνησε το 2016 με σχεδόν 2.500 αστυνομικούς να συμμετέχουν σε εφόδους.

Μπορεί σε χώρες όπως τις ΗΠΑ η παραδοσιακώς εννοούμενη Μαφία, όπως τη γνωρίσαμε μέσα πολυβραβευμένα και θρυλικά κινηματογραφικά φιλμ, από τους «Νονούς» μέχρι τους «Αδιάφθορους» να φαντάζει κομμάτι του παρελθόντος, όμως στην Ιταλία η ισχύς παραμένει. Κι αυτή η τρέχουσα, δεν είναι φυσικά η πρώτη τέτοια μεγα-δίκη του οργανωμένου εγκλήματος.

Πίσω στα ‘80s, ο Τομάζο Μπουσέτα έγινε το πρώτο αφεντικό της σισιλιάνικης Μαφίας που έγινε καταδότης. Έδωσε πληροφορίες στον Τζιοβάνι Φαλκόνε, έναν θρυλικό κατήγορο, εκκινώντας την μεγα-δίκη που κράτησε από το ‘86 ως το ‘92 και είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη εκατοντάδων μαφιόζων και τη συρρίκνωση της δύναμης και επιρροής της σισιλιάνικης Κόζα Νόστρα. Η οποία φυσικά παρόλαυτά έβαλε και τον Μπουσέτα στο στόχαστρο αλλά και τον Φαλκόνε εκτέλεσε ξεκινώντας ένα ντόμινο εξελίξεων που φτάνει μέχρι και τη σύλληψη αφεντικών ως και το 2006.

Αν όλα αυτά ακούγονται πρώτης τάξεως υλικό για μεταφορά στο σινεμά, τότε επιτρέψτε μας να σας φτιάξουμε τη μέρα: Το φιλμ αυτό είναι ο «Προδότης» του Μάρκο Μπελόκιο και κυκλοφόρησε στις αίθουσες νωρίτερα μες στη σεζόν.

Η πολιτική δράση του Μπελόκιο δε σταμάτησε ποτέ να αντικατοπτρίζεται και στο σινεμά του, και ο «Προδότης» εν προκειμένω κοιτάζει στα ‘80s αναζητώντας τις ρίζες πολιτικοκοινωνικών πληγών του σήμερα. Δε θα μπορούσε να έχει πετύχει μεγαλύτερη σύνδεση των δύο εποχών ακόμα κι αν ο ίδιος ο Μπελόκιο είχε οργανώσει την σύγχρονη δίκη.

Το απολαυστικό φιλμ πρόσφατα αναγνωρίστηκε ως κορυφαίο της χρονιάς από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου και είναι βέβαιο πως το μέλλον του επιφυλάσσει μια θέση στον κανόνα του μαφιόζικου σινεμά, καθώς τολμά να τοποθετήσει τη δράση του κυρίως μέσα σε δικαστικές αίθουσες δίχως να χάνει σε σασπένς ή σε έλεγχο εικόνας και μηνύματος από τον σπουδαίο σκηνοθέτη.

Έχουμε δει ξανά στο παρελθόν ταινίες που βάζουν τη Μαφία στο εδώλιο του κατηγορούμενου, φυσικά. Στην «Ένοχη Σιωπή» («Find me Guilty») του θρύλου Σίντνεϊ Λιουμέτ από το 2006, ο Βιν Ντίζελ παίζει έναν χαμηλής ιεραρχίας γκάνγκστερ ονόματι Τζάκι ΝτιΝόρσιο, που αναλαμβάνει την υπεράσπιση του εαυτού του στο δικαστήριο, στην αληθινή ‘80s ιστορία της μεγαλύτερης σε διάρκεια ποινικής δίκης στην ιστορία του δικαστικού συστήματος των ΗΠΑ.

Στους κλασικούς «Αδιάφθορους» του Μπράιαν Ντε Πάλμα, o Έλιοτ Νες κι η ομάδα του προσπαθούν να στήσουν μια στιβαρή νομική υπόθεση ενάντια στον Αλ Καπόνε, σε ένα φοβερά διασκεδαστικό φιλμ εποχής που με κρατώντας το κοινό σε εγρήγορση υπογραμμίζει την παραδοξότητα της καταδίκης του Καπόνε για κάτι μια παρανομία που για εκείνον φαντάζει υποσημείωση.

Φτάνοντας πια σε ταινίες φτιαγμένες για Κυριακή απόγευμα στην τηλεόραση, σε κάτι σαν την «Ένορκο» με τη Ντέμι Μουρ και τον Άλεκ Μπόλντουιν, βλέπουμε πια την ιδέα της Μαφίας να εξισώνεται στην ουσία με ένα αόριστα ισχυρό κακό. Στην πραγματικότητα η συστημικότητα της μαφιόζικης απειλής βρίσκεται εκτός κάδρου σε φιλμ σαν αυτά.

Φεύγοντας από την αίθουσα του δικαστηρίου, γυρνάμε πάντα στα εμβληματικά μαφιόζικα έπη που καθόρισαν την εικόνα της Μαφίας σε τέτοιο βαθμό, που αληθινοί μαφιόζοι έφτασαν να αντιγράφουν την τέχνη που αντέγραψε εκείνους. Μέλη του οργανωμένου εγκλήματος παρακολουθούσαν μετά μανίας τους «Sopranos» και την προσπάθεια του Τόνι να ισορροπήσει μια ζωή εγκλήματος με την καθημερινότητα ενός οικογενειάρχη στο Νιου Τζέρσεϊ των ‘90s. Ένα αφεντικό του οργανωμένου εγκλήματος, ο Γουόλτερ Σκιαβόνε, θέλησε να χτίσει μια πανομοιότυπη βίλα με εκείνη που είχε δει στον «Σημαδεμένο» με τον Αλ Πατσίνο. Και φυσικά δεν χρειάζεται καν να μιλήσουμε για τον «Νονό» και το πως καθόρισε ανεπιστρεπτί την εικόνα του Ιταλοαμερικάνου μαφιόζου.

Αυτή η σχέση της μαζικής διασκέδασης του σινεμά με την πραγματικότητα δε σταμάτησε ποτέ να αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης και εξερεύνησης. Ο καθηγητής Ντέινα Ρένγκα, συγγραφέας του βιβλίου «Mafia Movies: A Reader», λέει στο BBC πως ο Ντον Βίτο Κορλεόνε «μοιάζει με οικογενειάρχης, κάποιος που θα μπορούσες να δειπνήσεις μαζί του». Αναμφίβολα, αυτή η ιδέα επεκτείνεται και στους «Sopranos» και σε πολλά ακόμα από τα Αμερικάνικα δράματα του είδους. «Υπάρχει αυτή η αναγνώριση από το κοινό πως κάνουν φρικτά πράγματα, αλλά κάπου υπάρχει η ιδέα πως είναι εντάξει, επειδή είναι μυθοπλασία».

Ο δήμαρχος της Νάπολης έχει κατηγορήσει την σειρά «Gomorra» για την αύξηση στους δείκτες εγκλήματος στην πόλη και πως «εξανθρωπίζει το έγκλημα». Η σειρά έχει βρει διανομή σε σχεδόν 200 χώρες αλλά εντός της Ιταλίας δεν λείπουν οι έντονες αντιδράσεις, την ίδια στιγμή που αποτελεί σαρωτικό φαινόμενο, με εκατομμύρια τηλεθεατές και ασταμάτητη συζήτηση γύρω από το περιεχόμενο του σόου- όπως και άλλων παρόμοιων, σαν το «Suburra» του Netflix.

Η σειρά, που θα ολοκληρωθεί φέτος με την 5η και τελευταία σεζόν, βασίζεται στο βιβλίο του συγγραφέα και ρεπόρτερ Ρομπέρτο Σαβιάνο και αφορά την λειτουργία, τη δομή και τις εσωτερικές συγκρούσεις της ναπολιτάνικης Μαφίας μέσα από τα μάτια ενός μέλους που προσπαθεί να ανέβει στην ιεραρχία.

Τα «βασισμένα σε αληθινές ιστορίες» μαφιόζικα δράματα πάντα ήταν δημοφιλή στην Ιταλία φυσικά, αλλά πρόσφατα υπήρξε μια στροφή όχι μόνο δημοφιλίας αλλά και περιεχόμενου, φέρνοντας αυτές τις ιστορίες πολύ πιο κοντά στον σημερινό θεατή. Το πολύ πετυχημένο «Romanzo Criminale» του 2006 αφορά τρεις φίλους που παίρνουν τον έλεγχο της ρωμαϊκής Μαφίας στα ‘70s και φέρνει νέους, φωτογενείς ηθοποιούς στους κεντρικούς ρόλους (ανάμεσά τους την Άνα Μουγκλαλίς), μακριά από την ιδέα του αντι-σέξι, αγροίκου γκάνγκστερ των περασμένων δεκαετιών.

Όμως είναι η δουλειά του Σαβιάνο που έχει κάνει κυριαρχική αυτή την αμεσότητα. Διασκευάζοντας βιβλίο του Σαβιάνο, ο Κλαούντιο Τζοβανέζι σκηνοθετεί το αρκετά καλό «Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης» («Piranhas») μόλις πέρυσι, για τον 15χρονο Νικόλα και την παρέα του σε μια φτωχή συνοικία της Νάπολης και το πώς τα όνειρά τους για να ένα καλύτερο μέλλον περνάνε μέσα από τα σχέδια της τοπικής Μαφίας.

Αλλά φυσικά το αποκορύφωμα είναι το «Gomorra». Που πρώτα είδαμε σε φιλμ του 2008 από τον Ματέο Γκαρόνε με τον σπουδαίο Τόνι Σερβίλιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο και ένα Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών. Και έπειτα, σε μορφή τηλεοπτικής σειράς που γνωρίζει παγκόσμια επιτυχία. Συγκρίνοντας αυτό το νέο κύμα ιστοριών με τις πιο κλασικές Χολιγουντιανές τους αντίστοιχες, η Ιταλίδα κριτικός Ρίτα ΝτιΣάντο λέει πως «στον “Νονό”, οι ιστορίες της Μαφίας ήταν αληθινά γεγονότα τυλιγμένα στον θρύλο. Αλλά ξέρουμε πολύ περισσότερα για την Καμόρα χάρη στο έργο του Ρομπέρτο Σαβιάνο. Το κοινό τώρα βυθίζεται στην σκοτεινή ψυχή μιας αληθινής εγκληματικής οργάνωσης. Δεν έχουμε ένα αλάνθαστο αφεντικό, έχουμε νεαρούς γκάνγκστερ και άντρες με κουστούμια και γραβάτες».

«Τα πάντα έχουν παρθεί από γεγονότα», λέει ο ίδιος ο Σαβιάνο γράφοντας στον Guardian.

«Η αφήγηση είναι πετυχημένη όταν οι χαρακτήρες είναι αυθεντικοί. Αποτυπώνονται στο μέσον της καθημερινής τους μιζέριας και της κόλασης της ζωής τους». Ο Σαβιάνο έχει χρειαστεί να υπερασπιστεί τη δουλειά του όχι μόνο από όσους τον κατηγορούν πως γεννά τη βία, αλλά και σε όσους (όπως ο Μπερλουσκόνι παλιότερα) θεωρούν πως τέτοια έμφαση σε σκληρές μαφιόζικες αφηγήσεις πληγώνουν ανεπανόρθωτα την εικόνα της χώρας.

«Τι φοβίζει τον κόσμο στις ταινίες που λένε την αλήθεια για την εγκληματικότητα;», αναρωτιέται ο συγγραφέας. Θυμάται τον Φαλκόνε, που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου, που έλεγε πως «η Μαφία είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο και όπως όλα τα ανθρώπινα φαινόμενα, έχει μια αρχή, ένα μέσον, και συνεπώς θα έχει επίσης κι ένα τέλος». Ο Φαλκόνε δολοφονήθηκε το 1992 από την Κόζα Νόστρα, όμως ο αγώνας για να έρθει στο φως το οργανωμένο έγκλημα συνεχίζονται, ακόμα κι από ανθρώπους σαν τον Σαβιάνο που βλέπουν αυτά τα βιβλία, τις σειρές και τις ταινίες, σαν αληθινό εργαλείο.

«Όταν αυτά τα γεγονότα της Μαφίας κρατώνται μυστικά, αν παραμείνουν εντός των τοιχών του δικαστηρίου και των κελιών της φυλακής, η αιματοχυσία θα έχει πετύχει το σκοπό της», γράφει. «Αλλά όταν η ιστορία λέγεται, είναι σα να συμβαίνει ένα βραχυκύκλωμα. Μια ιστορία μπορεί να προσπεράσει τον κώδικα σιωπής και να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τις δυναμικές της οργάνωσης και των μελών της. Χρειάζεται απλώς ένα βιβλίο, μια σειρά, ένα φιλμ για να πέσει φως πάνω από μία μόνο πτυχή - αυτό αρκεί για να δώσει το έναυσμα για μια επανάσταση».

Διαβάστε τις Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο, με την αξιοπιστία και την εγκυρότητα του News247.gr

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κινηματογράφος, Ιταλία, Σινεμά
SHARE:

24Media Network