Η επιστροφή του Πολάνσκι και μια περιπέτεια Τζουμάντζι για τη νέα χρονιά

Η επιστροφή του Πολάνσκι και μια περιπέτεια Τζουμάντζι για τη νέα χρονιά

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα η επιστροφή του Ρόμαν Πολάνσκι με μια διάσημη πραγματική ιστορία, και ένα ανάλαφρο μπλοκμπαστερικό σίκουελ για όλη την οικογένεια.

Πιστό στο ραντεβού του με το σινεμά, το News 24/7 παρουσιάζει κάθε Πέμπτη τις νέες ταινίες που κάνουν πρεμιέρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.

Αναλυτικά οι κριτικές της εβδομάδας:

Κατηγορώ…!

*****

(“J’ Accuse”, Ρόμαν Πολάνσκι, 2ω12λ)

Καστ: Ζαν Ντιζαρντάν, Λουί Γκαρέλ, Εμανουέλ Σενιέ

Ο Ρόμαν Πολάνσκι επιστρέφει με την μάλλον πιο mainstream ταινία του εδώ και αρκετά χρόνια, τουλάχιστον μετά τον θαυμάσιο «Αόρατο Συγγραφέα» από το ξεκίνημα της -περασμένης, πια- δεκαετίας, κερδίζοντας μάλιστα το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Βενετίας (όπου το Χρυσό Λιοντάρι πήρε, θυμίζουμε, το «Τζόκερ»). Καταπιάνεται με τη διάσημη υπόθεση Ντρέιφους, για έναν λοχαγό που στα τέλη του 19ου αιώνα κατηγορείται αδίκως για κατασκοπεία για λογαριασμό της Γερμανίας και καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη στο Νησί του Διαβόλου. Σύντομα όμως οι κατήγοροί του θα ανακαλύψουν πως τα μυστικά τους συνεχίζουν να μεταδίδονται στο Γερμανικό στρατόπεδο γεννώντας τις πρώτες υποψίες, πως ο Ντρέιφους δεν ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος που πίστευαν- ή ήλπιζαν.

Είναι δύσκολο να μη δει κανείς τον ίδιο τον Πολάνσκι καθώς βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα σε αυτή την ιστορία, ενός άντρα διάσημου για το πώς κατηγορήθηκε άδικα και αμαυρώθηκε η τιμή τους προς ικανοποίηση ενός κοινού αισθήματος σε κρίση και σε ανάγκη. Ο Πολάνσκι φυσικά, που έχει κυριολεκτικά δηλώσει ένοχος για σεξ με ανήλικη, δεν έχει καμία σχέση με τον Ντρέιφους, όσο συχνά κι αν επιθυμεί και επιχειρεί μέσα από την ιστορία που λέει, το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου.

Το περίεργο είναι πως, για μια ιστορία που εμφανώς αντιλαμβάνεται ως κάτι επίπονα προσωπικό, το φιλμ είναι τελικά αρκετά παγωμένο. Ο σκηνοθέτης βέβαια είναι εμφανέστατα παρών πίσω από την κάμερα- ετούτο είναι ένα απόλυτο φιλμ διαδικασίας, για ψέμματα και αλήθειες και τη διάδοση και την καταπολέμησή τους μέσα σε κλειστούς χώρους και διαμέσου διαλόγων και λεπτομερών πράξεων. Ο Πολάνσκι ως μεγάλος δεξιοτέχνης του μέσου, ξέρει πώς να στήσει μια τέλεια τέτοια αφήγηση, διατηρώντας το ενδιαφέρον σε κάθε στροφή της ιστορίας.

Αυτού τους είδους οι ιστορίες διαδικασίας μπορεί να μοιάζουν παντοτινά ντεμοντέ (συνήθως το “procedural” αναφέρεται ως κάτι κάτι μειωτικό, ως ένας χαρακτηρισμός που αποτυπώνει το αντίθετο του κουλ) όμως στην πραγματικότητα είναι παντοτινές οι ίδιες. Μια καλή ιστορία διαδικασίας θα είναι πάντα έτοιμη για θέαση, χωρίς να είναι δέσμια καμίας μόδας ή συνθήκης- ως εκ τούτου, και με δεδομένο το πόσο μεγάλος τεχνίτης είναι ο Πολάνσκι, το φιλμ αυτό είναι γερά κατασκευασμένο. Με μεγάλο όγκο έρευνας και λεπτομέρειας στην αναπαράσταση, χωρίς να φοβάται τις λεπτομέρειες, ο Πολάνσκι έχει στήσει ένα ιστορικό procedural για μαζική κατανάλωση.

Όμως αφήνει την πλούσια ιστορική σημασία του κομματιού να συρρικνωθεί νοηματικά μπροστά στη δική του ανάγκη, και την ίδια στιγμή -είναι ο θυμός; είναι τα χρόνια που περνάνε;- το όλο εγχείρημα προβάλει μια αίσθηση απόστασης. Είναι σε πολλά σημεία μηχανικό, ψυχρό, και κάπως υπερβολικά γνώριμο. Η τεχνική είναι αναμφίβολη, η ανασύσταση της εποχής άψογη, και το καστ εξυπηρετικότατο- όμως κάπου ίσως δεν ξεπερνάει ποτέ κάποια όρια του είδους, όπως στο παρελθόν θα μπορούσε.

*H ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την 1η Ιανουαρίου.

Επίσης κυκλοφορούν

Jumanji: Η Επόμενη Πίστα

*****

(“Jumanji: The Next Level”, Τζέικ Κάσνταν, 2ω3λ)

Η παρέα από το προηγούμενο (όχι ιδιαίτερα καλό, αλλά πάντως απρόσμενα διασκεδαστικό) φιλμ επανενώνεται αλλά το παιχνίδι αυτή τη φορά έχει αλλάξει. Όταν ένα μέλος της παρέα επιστρέφει σε αυτό, οι υπόλοιποι θα πρέπει να επιστρέψουν στον κόσμο του Τζουμάντζι για τον σώσουν, όμως ό,τι ήξερα δεν ισχύει πια. Το παιχνίδι είναι γεμάτο νέους κανόνες και νέες, ανεξερεύνητες περιοχές που καλούνται να ανακαλύψουν αλλά και να υπερνικήσουν, αν πρόκειται να φέρουν τον φίλο τους πίσω.

H προηγούμενη ταινία, ριμέικ του γνωστού οικογενειακού φιλμ από τα ‘90s με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς, ήταν τελικά μια από τις πιο αναπάντεχα διασκεδαστικές μπλοκμπαστερικές ανακυκλώσεις των τελευταίων χρόνων, κερδίζοντας πολλά από το κεντρικό εύρημα που θέλει τους 4 διάσημους πρωταγωνιστές να ερμηνεύουν στην ουσία άλλους χαρακτήρες. Το σίκουελ πάει αυτή την ιδέα ένα βήμα παραπέρα, βρίσκοντας τρόπους οι χαρακτήρες να αλλάξουν σώματα και στη διάρκεια της ταινίας. Έτσι, τον Ντάνι ΝτεΒίτο (την απολαυστική νέα προσθήκη στο καστ) ερμηνεύει αρχικά ο Rock και στη συνέχεια η Ακουαφίνα (του θαυμάσιου «Farewell» που θα δούμε σύντομα στις αίθουσες και μπορεί να την φέρει υποψήφια για Όσκαρ), ενώ ο Κέβιν Χαρτ κάνει έναν απίστευτο Ντάνι Γκλόβερ.

Η περιπέτεια δεν έχει και πολλά να πει αλλά η αλληλεπίδραση των ηρώων δίνει αρκετό αέρα και με πιθανή εξαίρεση τη φουσκωμένη τρίτη πράξη, η ταινία δεν γίνεται ποτέ βαρετή. Είναι διασκεδαστικό σινεμά σε ένα αρκετά βασικό, κυρίως ερμηνευτικό επίπεδο. Κινηματογραφικά μπορεί να μην είναι φιλόδοξο, αλλά φτάνει ένα βαθιά συγκινητικό σημείο όπου η Ακουαφίνα, παίζοντας τον Ντάνι ΝτεΒίτο μονολογεί δραματικά σε ένα άλογο, κι αυτό είναι ένα επίπεδο σουρεαλισμού που ομολογουμένως δεν πετυχαίνει συχνά (έστω και κατά λάθος) το αμερικάνικο μπλοκμπάστερ.



...Για Πάντα (Γιάννης Παπαδάκος, 1ω51λ). Ο Γιάννης Τσιμιτσέλης γράφει και πρωταγωνιστεί σε ριμέικ τούρκικου ρομάντζου γυρισμένο από τον σκηνοθέτη του «Bachelor 3», για σχεσιακά δύστροπο σεφ που ερωτεύεται μοδίστρα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών
SHARE:

24Media Network