To Mank είναι ένα πικρό παραμύθι για το τέλος της χολιγουντιανής μαγείας

To Mank είναι ένα πικρό παραμύθι για το τέλος της χολιγουντιανής μαγείας

Η νέα ταινία του David Fincher προβάλλεται από σήμερα στο Netflix και δεν είναι αυτό που μοιάζει.

Μπορεί μια ταινία να παρουσιάζει μια πικρή δόση αλήθειας βασισμένη -και- σε ψέματα;

Στη νέα ταινία του, 6 χρόνια μετά το επίσης βιτριολικό Gone Girl, ο μεγαλύτερος σύγχρονος auteur του Αμερικάνικου σινεμά επιστρέφει αφηγούμενος ξανά μια ιστορία για το τι πράγματι (ή «πράγματι») συνέβη πίσω από μια άλλη, πιο γνωστή ιστορία. Στη διαδρομή παραφράζει την αλήθεια, με τρόπο που συχνά μοιάζει θυμωμένος, προσωπικός, αγνά τσαντισμένος, αλλά διάβολε, έχει μια ιστορία να σου πει και θα την πει με τον τρόπο του.

Σύμφωνα με το Oneman το σκηνικό είναι το Χόλιγουντ σε διάφορες στιγμές της διάρκειας των ‘30s καθώς οδηγούμαστε προς την δημιουργία του Πολίτη Κέιν το 1941, με κεντρική φιγούρα τον Herman J. Mankiewicz, σεναριογράφο της ταινίας και εν γένει πρόσωπο όλο και πιο δύσκολο να δουλέψει κανείς μαζί του. Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα από μια ροή που μεταπηδά στις χρονικές στιγμές σαν μεθυσμένη διήγηση που διαρκώς διακόπτεται επειδή ο αφηγητής θυμήθηκε ακόμα μια λεπτομέρεια. Μονταρισμένο από τον σπουδαίο Kirk Baxter (2 Όσκαρ για προηγούμενες ταινίες του Fincher, το Social Network και το Κορίτσι με το Τατουάζ), το φιλμ πατάει απόλυτα σε αυτή την αίσθηση κρεσέντου καθώς στιγμές διαφορετικών χρονικών περιόδων μοιάζουν αρχικά να βρίσκονται σε διάλογο μεταξύ τους και σταδιακά να επιτίθενται ωμά η μία στην άλλη με αποκορύφωμα την εκπληκτική τελική σεκάνς, όπου το παρελθόν μπήγει εξαγριωμένο τα νύχια του στο παρόν (του ήρωα).

Αυτή την αίσθηση που αναδύει η ίδια η κατασκευή της ιστορίας είναι σημαντικό να την κρατάμε υπόψη καθώς αναλογιζόμαστε το φιλμ και τι είναι αυτό που εκπροσωπεί.

Διότι, τι είναι το Mank; Είναι μια ταινία για τα αληθινά γεγονότα, ένα καλοφτιαγμένο making of της διασημότερης ταινίας στην ιστορία του σινεμά; Όχι ακριβώς. Τα γεγονότα που παρουσιάζει το φιλμ, στην καλύτερη περίπτωση αμφισβητούνται, για να το θέσουμε ευγενικά. Το σενάριο είναι γραμμένο από τον πατέρα του Fincher, Jack, σεναριογράφο και δημοσιογράφο που πέθανε το 2003 και για τον οποίο η συγκεκριμένη έρευνα αποτελούσε κάτι σαν εμμονή ζωής. Ο David κληρονόμησε το πρότζεκτ, το οποίο αρχικά επρόκειτο να σκηνοθετήσει αμέσως μετά το The Game (οπότε σιγοβράζει δεκαετίες μέσα του, επίσης σημαντικό στοιχείο να συγκρατήσουμε), και αφοσιώνεται πλήρως σε αυτή την εκδοχή των γεγονότων κατά την οποία ο ίδιος ο Orson Welles παρουσιάζεται περίπου σαν ταλαντούχος και χαρισματικός φαφλατάκος που ξέρει να πουλάει καλά τον εαυτό του, την ώρα που ο Mank κάνει όλη τη δουλειά.

Τα ζητήματα του Fincher με τον Welles δε θα τα λύσουμε εδώ, εξάλλου προσωπικά το βρίσκω πάντα διασκεδαστικό όταν μεγάλοι σκηνοθέτες δεν διστάζουν να λοιδωρήσουν άλλους μεγάλους σκηνοθέτες. Να, ας πούμε, απολαύστε τον Welles εδώ να κράζει τον Woody Allen, και γενικότερα μια ντουζίνα άλλους auteurs στο ίδιο twitter thread:

Αντιθέτως, έχει ενδιαφέρον αν αποδεχθούμε για χάριν συζήτησης την φιντσερική εκδοχή του Welles, να δούμε την ιστορία από την πλευρά του Mank. Του σεναριογράφου που έχοντας φτυαρίσει αμέτρητο σκατό στην διαδρομή της καριέρας του χωρίς ποτέ να έχει ανελιχθεί όσο ενδεχομένως να μπορούσε, τώρα βρίσκεται σε μια απομόνωση δημιουργώντας το έργο της ζωής του, σμιλεύοντάς το από υλικά μιας καριέρας-χαμένης ευκαιρίας.

Στον ρόλο του Mank o Gary Oldman είναι φανταστικός, μίλια μακριά από ερμηνείες-μιμήσεις και παραφουσκωμένες καρικατούρες, σε οδηγεί να ξεχάσεις ότι βλέπεις εκείνον. Μοιάζει διαρκώς ένα βήμα όχι πριν την καταστροφή, αλλά ένα βήμα παραδίπλα της. Σαν να περπατά παράλληλα μαζί της, να κοιτάζει το κενό, να χαμογελά πικρά και να συνεχίζει να περπατά, με τη σιγουριά και την φαινομενική ανεμελιά ενός ανθρώπου που δεν τον ενδιαφέρει να ξεμπλέξει- γιατί όλο και περισσότερο κατανοεί πως δεν υπάρχει κάποια ιδανική διέξοδος. Το κρατάμε κι αυτό.

Τι είναι λοιπόν το Mank; Είναι μια ταινία για την μαγεία του κινηματογράφου; Όχι. Για την ακρίβεια το πλήρως αντίθετο. Μέσα από την ιστορία του σεναριογράφου του Πολίτη Κέιν ταξιδεύουμε τόσο σε δικές του προσωπικές στιγμές της διαδρομής του, όταν γνωρίζει την Marion Davies (στο ρόλο η πάντα καλή Amanda Seyfried), όταν γίνεται απρόσμενα φίλος με τον μεγιστάνα William Hearst (τον οποίο παίζει με επαρκέστατη λανιστερική ταϊγουινότητα ο Charles Dance), όταν ο αδερφός του (ο Tom Pelphrey της ερμηνείας-έκπληξης της 3ης σεζόν του Ozark) προσπαθεί διαρκώς να τον προειδοποιήσει και να τον προστατέψει από όλα τα κατά καιρούς λάθη που κάνει.

Μέσα από αυτή την προσωπική πορεία, η ταινία χτίζει και μια εικόνα του παλιού Χόλιγουντ του μεσοπολέμου, παραθέτοντας έναν χείμαρρο ονομάτων και προσώπων που κανείς casual θεατής δεν είναι φυσικά δυνατόν να συγκρατήσει και να ακολουθήσει. Προτείνω απλά αυτό: Just go with it, γιατί δεν έχει σημασία. Είναι σαν τα ονόματα της Ιταλικής πολιτικής σκηνής στο Il Divo του Sorrentino, είναι όπερα. Είναι αλήθεια, αλλά θα μπορούσε να μην είναι. Σαν το Χόλιγουντ πίσω από τα σπουδαιότερα κατασκευάσματά του.

Εδώ, η «μαγεία του σινεμά» είναι: Ο θρυλικός στουντιάρχης Louis B. Mayer να εξηγεί σε εργαζόμενους της MGM γιατί πρέπει όλοι να βάλουν ένα χεράκι να σωθεί το στούντιο, καταλαβαίνετε τώρα, δύσκολες οι εποχές, δεν βγαίνουν τα οικονομικά, εδώ κάνουμε τέχνη, κάνουμε κάτι όμορφο, δίνουμε στον κόσμο κάτι να πιστεύει αλλά ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΟΥΜΕ, πρέπει όλοι μας, ναι κι εσύ ανώνυμε τεχνικέ που δουλεύεις 8ωρο, να φάμε μια μείωση στους μισθούς γιατί αλλιώς πώς θα συνεχίσουμε να υπηρετούμε αυτό το όνειρο; Ο Mayer πουλάει το παραμύθι γιατί η δουλειά του (όπως και του Χόλιγουντ) είναι να πουλάει παραμύθια, οι εργαζόμενοι χάνουν λεφτά, και ο ίδιος ικανοποιημένος από την περφόρμανς του αποχωρεί με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Σινεμά
SHARE:

24Media Network