Ξανά νέες ταινίες στα σινεμά: Επιστρέφουν Οικονομίδης, Pixar, "Παράσιτα"

Παιχνίδια Ζευγαριών  (“Double Vies / Non-Fiction”, Ολιβιέ Ασαγιάς, 1ω47λ)

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα η πρώτη Πέμπτη με νέες ταινίες στις αίθουσες εδώ και 3 μήνες. Μαζί επιστρέφουν μερικά από τα χιτ της σεζόν.

Ύστερα από 3 μήνες τα θερινά σινεμά είναι έτοιμα να υποδεχτούν τους θεατές και μαζί κάποιες νέες ταινίες. Κάποιες αίθουσες είναι ανοιχτές ήδη από τις αρχές της εβδομάδας με πρόγραμμα αποτελούμενο από κάποιες από τις επιτυχίες της χρονιάς, όπως τα ‘Παράσιτα’ ή την ‘Ευτυχία’, ενώ από σήμερα αρχίζουν δειλά-δειλά οι νέες κυκλοφορίες.

Ταυτόχρονα, επιστρέφουν ταινίες των οποίων η διαδρομή κόπηκε απότομα ενώ είχαν εμφανώς ακόμα αρκετή ζωή μπροστά τους στις αίθουσες- ταινίες όπως η “Μπαλάντα” του Γιάννη Οικονομίδη και το “Φύγαμε!” της Pixar. Όπως και το “Μάντεψε Ποιος Ήρθε για τα Γενέθλιά Σου” με την Κατρίν Ντενέβ το οποίο θα άνοιγε την Πέμπτη που έκλεισαν τα σινεμά.

Μαζί με αυτές τις επιστροφές, έχουμε 2 νέες ταινίες, μία με τον δημοφιλή Ντάνι Μπουν και μία με τη Ζιλιέτ Μπινός, ενώ για πρώτη φορά στις ελληνικές αίθουσες βρίσκουμε αυτή τη βδομάδα 3 από τις πρώτες ταινίες του θριαμβευτή των Όσκαρ Μπονγκ Τζουν-χο, σκηνοθέτη των ‘Παράσιτων’.

Οι κριτικές της εβδομάδας:

Παιχνίδια Ζευγαριών

(“Double Vies / Non-Fiction”, Ολιβιέ Ασαγιάς, 1ω47λ)

2/5

Σε πρώτη ματιά, μοιάζει με κλασική ανάλαφρη γαλλική φάρσα σχέσεων, με μέλη της ανώτερης μεσαίας τάξης να αμπελοφιλοσοφούν μέσα σε ένα εντελώς προστατευμένο τους περιβάλλον πάνω στις σχέσεις και στην κοινωνία που τους -ας πούμε- περιτριγυρίζει. Ένας επιτυχημένος νοβελίστας διαπιστώνει με σοκ πως ο εκδότης του (Γκιγιόμ Κανέ) για πρώτη φορά αρνείται να δημοσιεύσει ένα νέο του βιβλίο, ως κάτι πλέον παρωχημένο. Η εταιρεία του έχει προσλάβει μια νεαρή γυναίκα για να φέρει την εταιρεία πιο κοντά στην ψηφιακή εποχή και να δανείσει τη γλώσσα και την μοντέρνα ευαισθησία της σε μια βιομηχανία ξεχασμένη στο παρελθόν. Ταυτόχρονα, η σύζυγός του (Ζιλιέτ Μπινός) είναι ηθοποιός που ζυγίζει το δίλημμα του αν θα επιστρέψει για νέα σεζόν του αδιάφορου τηλεοπτικού αστυνομικού σίριαλ στο οποίο πρωταγωνιστεί.

Φυσικά οι πάντες κοιμούνται με τους και τις συζύγους των άλλων. Ο Ασαγιάς έχει επιλέξει αυτό το περιτύλιγμα χαρακτήρων και καταστάσεων για να αναπτύξει με παντελώς ευθύ τρόπο τις απόψεις του πάνω στην τεχνολογία και τα social media, δίχως να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να προσαρμοστεί σε κάποια μοντέρνα ιδέα ρυθμού ή μοτίβων, φέρνοντας την ταινία του σε μια παράλληλη διαδρομή με το ακυρωμένο βιβλίο του παλιομοδίτη συγγραφέα πρωταγωνιστή του. Ο τόνος παραμένει ανάλαφρος από την αρχή ως το τέλος, δίνοντας στο φιλμ την αύρα μιας παρωδίας, στην ουσία, του εαυτού του.

Ο σκηνοθέτης έχει πάντως στο παρελθόν αγγίξει αντίστοιχα ζητήματα με πολύ πιο αιχμηρό τρόπο, κάτι που κάνει ακόμα πιο αξιοπερίεργο το “Παιχνίδια Ζευγαριών” ως επιτηδευμένο στυλιστικό πείραμα. Στην προηγούμενη ταινία του, το εξαιρετικό “Personal Shopper” με την Κρίστεν Στιούαρτ, ο Ασαγιάς υπήρξε από τους πρώτους σκηνοθέτες που κατάφεραν να αποτυπώσουν κινηματογραφικά την αισθητική κενότητας και αγωνίας της ψηφιακής επικοινωνίας, ενώ στο παλιότερο καλτ “Demonlover” του είχε ενδιαφερθεί για την ψηφιακή επανάσταση με πιο ευρύτερα βιομηχανικούς όρους. Ότι τα “Παιχνίδια” μοιάζουν θεματολογικά ξεπερασμένα (μπλογκς; e-books;) και θεματικά αδιέξοδα (μοιάζουν περισσότερο σαν παραλήρημα απόψεων παρά ως κάποια αληθινή εξέταση ιδεών) ήδη από τη στιγμή της γέννησής τους, δείχνει ξεκάθαρα πρόθεση- ο σκηνοθέτης δηλώνει πως αυτή είναι η φούσκα στην οποία επιθυμεί να λειτουργεί, η φούσκα στην οποία θέλει να γεννιέται και να πεθαίνει κάθε του έργο.

Είναι διασκεδαστική σαν δήλωση, και σίγουρα πολύ πιο καίριο φιλμ ως κομμάτι του συνόλου έργου του Ασαγιάς παρά ως αυτόνομο φιλμικό κείμενο. Το οποίο είναι γραμμένο και παιγμένο με ανάλαφρο και διασκεδαστικό τρόπο από την αρχή ως το τέλος (υπάρχει μέσα ένα ομολογουμένως εκπληκτικό αστείο που εμπλέκει τη “Λευκή Κορδέλα” του Χάνεκε με το “Star Wars” του Τζ. Τζ. Έιμπραμς), με λάιτ ποπ αναφορές και ολίγο από αισθηματικό μπλέξιμο, δίχως σε κανένα σημείο να μοιάζει αληθινά επίκαιρο ή αληθινά καίριο- ή αληθινά αναγκαίο. Σαν ένα ανάλαφρο, και προπαντώς αναλογικό, group chat.

Μάντεψε Ποιος Ήρθε για τα Γενέθλιά Σου;

(“Fête de famille”, Σεντρίκ Καν, 1ω41λ)

2/5

H μητέρα της φαμίλιας συγκεντρώνει όλους τους αγαπημένους της σε ένα μεγάλο εξοχικό για να γιορτάσει τα γενέθλιά της. Η εκτεταμένη οικογένεια επανενώνεται και όλοι βρίσκουν σημεία ενδιαφέροντας και (επανα)σύνδεσης, μέχρι που η άφιξη της απρόβλεπτης κόρης δυναμιτίζει την κατάσταση.

Παντελώς γνώριμων δυναμικών οικογενειακό δράμα που βασίζεται στα πρόσωπα και τους ηθοποιούς για να κυλήσει δίχως εκπλήξεις ή ιδιαίτερα ρίσκα προς την κατάληξή του. Το δράμα αποτυπώνεται μέσα από μια διαρκή, επεισοδιακού τύπου κλιμάκωση, η Εμανουέλ Μπερκό κρατά το ενδιαφέρον μέσα από τις εκρήξεις της και η διαρκής της αντίθεση με την κεντρική ηρωίδα της Κατρίν Ντενέβ (που είναι φυσικά το κύριο χαρτί ενδιαφέροντος του όλου εγχειρήματος) συγκρατεί ένα κάποιο ενδιαφέρον. Κατά τα άλλα τίποτα το ιδιαίτερο.

Οι Αταίριαστοι

(“Le Lion”, Λουντοβίκ Κολμπό-Ζιστίν, 1ω35λ). Ασθενής ψυχιατρικού νοσοκομείου προσποιείται πως είναι τρελός, κι ο φροντιστής του θα αρχίσει να αμφισβητεί την ψυχική του κατάσταση. Με τον Ντάνι Μπουν, για να πάει καλά η θερινή περίοδος.

Αφιέρωμα Μπονγκ Τζουν-χο: Μνήμες Φόνων (“Memories of Murder / Salinui chueok”, 2ω11λ), Μητέρα (“Mother / Madeo”, 2ω9λ), “Σκύλος που Γαβγίζει” (“Barking Dogs Never Bite / Flandersui gae”, 1ω50λ). 3 από τις 4 πρώτες ταινίες του σκηνοθέτη των “Παράσιτων” προβάλλονται για πρώτη φορά στα ελληνικά σινεμά. Οι “Μνήμες Φόνων” είναι το διασημότερο και επιδραστικότερο (για τους φανς ταινιών τύπου “Zodiac” είναι must) αλλά το κρυφά καλύτερο όλων είναι η νεο-νουάρ τραγωδία της “Μητέρας”. Συνεχίζεται φυσικά σε πολλά σινεμά και το φιλμ της χρονιάς, “Παράσιτα”.

Επιστρέφουν εκ νέου

Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

(Γιάννης Οικονομίδης, 2ω20λ)

3/5

Κάπου στην ελληνική επαρχία, μια γυναίκα αποφασίζει να εγκαταλείψει τον επιχειρηματία σύζυγό της για έναν πρώην λαϊκό τραγουδιστή, παίρνοντας μαζί ένα εκατομμύριο ευρώ. Κάτι που φυσικά δε θα περάσει έτσι, μιας κι ο παρατημένος άντρας ξεκινά ένα κύκλο εμμονής και εκδίκησης που θα συνεπάρει όλη την τοπική κοινωνία σε ένα ξέσπασμα βίας.

Ο Γιάννης Οικονομίδης επιστρέφει με την πιο ευθέως διασκεδαστική ταινία του, μια γκανγκστερική ιστορία με στοιχεία παρωδίας που εντοπίζει στην επαρχία όλα τα απαραίτητα στοιχεία βουβής οργής που απαιτούνται για το σκηνικό ενός τέτοιου στόρι. Η απολαυστική εμμονή του με το αγνό ελληνικό trash είναι πασιφανέστερη ίσως από κάθε άλλη φορά, εστιάζοντας τη δράση γύρω από εκρηκτικές σκηνές διαλόγων με τις οποίες οι ηθοποιοί του εμφανέστατα περνάνε υπέροχα. Το καστ εξάλλου αποτελείται από γνώριμες φάτσες του οικονομιδικού και όχι μόνο θιάσου, από τον Μουρίκη και τον Σταμουλακάτο μέχρι τον Γιαννόπουλο και τον Τσορτέκη.

Ως προς τον ρυθμό το φιλμ κάπου ξεφεύγει από τον έλεγχο, ξεφουσκώνοντας μετά τη μέση, κάτι προβληματικό ιδιαίτερα σε συνδυασμό με την απουσία ενός κάποιου ειδικού βάρους που συναντάμε στα πρώιμα και πιο άγρια έργα του σκηνοθέτη. Αλλά αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό- ειδικά το πρώτο μισό του φιλμ είναι εγγυημένη απόλαυση για τους φανς του Οικονομίδη, πιάνοντας με ειλικρίνεια ένα κοινωνικό vibe που πολλοί σύγχρονοί του δημιουργοί ατυχώς αγνοούν, και παραδίδοντας σερί μονόπρακτα λεκτικών ηφαιστείων.

Φύγαμε

(“Onward”, Νταν Σκάνλον, 1ω42λ)

3/5

Σε έναν κόσμο που κάποτε υπήρχε μαγεία αλλά είναι πλέον κρυμμένη ή έχει ξεχαστεί, δύο έφηβα ξωτικά αδέρφια ξεκινούν ένα περιπετειώδες ταξίδι αναζήτησης ενός κρυστάλλου που σε συνδυασμό με ένα κάποτε ξεχασμένο ξόρκι, μπορεί να φέρει πίσω τον πατέρα τους, για λίγες έστω ώρες.

Η φόρμουλα της Pixar εφαρμόζεται σχεδόν στην εντέλεια, σε μια περιπέτεια λιγοστών εκπλήξεων αλλά που διαθέτει ωστόσο την γοητεία της και δεν σταματά στιγμή να διασκεδάζει. Η πιο ενδιαφέρουσα λοξή ματιά του φιλμ προκύπτει όταν κοιτά τον χαμένο κόσμο της μαγείας καταπλακωμένο υπό το βάρος της δίχως ταυτότητα corporate ανάπτυξης.

Δεν ολοκληρώνεται ποτέ κάποια θεωρία πέραν των σταθερών παρατηρήσεων περί αναζήτησης του θαυμαστού και περί συμβιβασμού με την ενήλικη πραγματικότητα, όμως μέσα από τη σχέση των δύο αδερφών προκύπτει μια αληθινά συγκινητική δυναμική. Η δράση είναι στιβαρή, και το μεγάλος τέρας του φινάλε είναι από τα εντυπωσιακά κατασκευάσματα που έχει προσφέρει ως τώρα η Pixar. Δε νομίζω πως θα το θυμόμαστε στο μέλλον, πάντως.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κινηματογράφος, κριτική ταινιών
SHARE:

24Media Network