Photo by Georgia Panagopoulou / Tourette Photography
Photo by Georgia Panagopoulou / Tourette Photography ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ/ TOURETTE PHOTOGRAPHY
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΒΙΑ

Ο Γιάννης Καυκάς θα μπορούσε να είναι νεκρός από χτύπημα αστυνομικού

Λίγες ημέρες μετά την απόφαση που αναγνώρισε την δολοφονική επίθεση σε βάρος του, ο Γιάννης Καυκάς μιλά για την συγκάλυψη των ενόχων, την ανάρρωση και ανασύρει τις μνήμες από το 2011.

«Προθανάτια». Το έγγραφο της εισαγωγής του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας, το μεσημέρι της 11ης Μαϊου 2011, περιέγραφε με αυτή τη λέξη, την κατάσταση στην οποία μεταφέρθηκε στην πύλη ο Γιάννης Καυκάς, από ένα ασθενοφόρο που πραγματοποίησε μια τρελή πορεία από την Σταδίου ως τη Νίκαια σε χρόνο λιγότερο από 15 λεπτά.

Ακριβώς 10 χρόνια αργότερα, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών επιβεβαίωσε πως αστυνομικός των ΥΑΤ, τον χτύπησε με αγριότητα στο κεφάλι «με ιδιαιτέρως βαρύ αντικείμενο». Το δικαστήριο, την εβδομάδα που πέρασε δικαίωσε εν μέρει την 10 ετή προσπάθεια του να αναγνωριστεί η δολοφονική επίθεση εναντίον του. Με την απόφασή αναγνωρίζεται η ευθύνη του Δημοσίου για αδιάκριτη χρήση βίας, επιδικάζοντας αποζημίωση 50.000 ευρώ στο θύμα για ηθική βλάβη, πάντα με την εκκρεμότητα της έφεσης.

"Η απόφαση τεκμηριώνει την απόλυτη ευθύνη της Αστυνομίας στην απόπειρα δολοφονίας εναντίον μου. Το δικαστήριο επιδίκασε μια αποζημίωση, κάτι που μου είναι παντελώς αδιάφορο. Ποιος μπορεί να μου κοστολογίσει αυτό που πέρασα; Τονίζω την φράση απόπειρα δολοφονίας, γιατί η κατηγορία προς διερεύνηση τότε ήταν της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης. Για μένα είναι εξοργιστικό το ότι ένας άνθρωπος προσπάθησε να μου διαλύσει το κρανίο με πυροσβεστήρα και η ερευνώμενη κατηγορία ήταν ήδη για να πέσει στα μαλακά. Για μένα είναι απόπειρα δολοφονίας, το έχω ζήσει, το ξέρω», λέει ο ίδιος στο Magazine.

Οι δράστες δεν θα τιμωρηθούν ποτέ

Αυτή όμως, δεν ήταν η δική για την τιμωρία του δράστη της επίθεσης. Ή απόφαση αφορά την αγωγή που έκανε το θύμα εναντίον του ελληνικού Δημοσίου, όταν κατάλαβε πως η έρευνα για τους ενόχους θα κατέληγε χωρίς να αποδοθεί καμία ευθύνη. Οι αστυνομικοί που παραλίγο να δολοφονήσουν τον Γιάννη Καυκά, δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν καμία τιμωρία για την πράξη τους, καθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με απαλλακτικό του βούλευμα το 2018, έχει αποφανθεί πως δεν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις για να παραπέμψει σε δίκη κάποιον από τους 17 άνδρες των ΜΑΤ που κατηγορήθηκαν για βαριά σκοπούμενη βλάβη.

Η πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το βιντεοληπτικό υλικό, τις μαρτυρίες και τις συνομιλίες του κέντρου της Αστυνομίας, αναγνωρίζει πως στο σημείο που χτυπήθηκε ο Καυκάς δεν βρίσκονταν επεισόδια σε εξέλιξη. Προσδιορίζει τον χρόνο της επίθεσης από τις 13:55 ως τις 14:05 και αναφέρει πως στο σημείο επιχειρούσαν δύο διμοιρίες ΥΑΤ, παρά τις εντολές του Κέντρου Επιχειρήσεων να αποσυρθούν από το οδόστρωμα καθώς δεν υπήρχε λόγος να βρίσκονται τόσο κοντά στην πορεία. Ακόμη, προσδιορίζει πως 4 Αστυνομικοί, μέλη των διμοιριών, είχαν χρεωμένους στον εξοπλισμό τους ατομικούς πυροσβεστήρες.

"Προφανώς και δεν με χτύπησαν επειδή είμαι ο Γιάννης Καυκάς. Με χτύπησαν επειδή ήμουν ένας απεργός με συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση. Όταν έκλεισε το ποινικό δικαστήριο καλούμουν να πάρω αποφάσεις για το κατά πόσο αντέχω εγώ και η οικογένειά μου να σέρνεται αυτή η ιστορία. Σε προσωπικό επίπεδο, ήρθε τώρα ένα δικαστήριο και μου είπε: “Πράγματι σε χτύπησαν”. Ωστόσο μένει ένα κενό, γιατί κανείς δεν τιμωρήθηκε και γιατί η Αστυνομία μετά από αυτήν την απόφαση δεν έχει κανέναν λόγο να σταματήσει να το κάνει αυτό. Γιατί να σταματήσει; Επειδή θα δώσει το κράτος μια αποζημίωση;"

Προφανώς και δεν με χτύπησαν επειδή είμαι ο Γιάννης Καυκάς. Με χτύπησαν επειδή ήμουν ένας απεργός με συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση.

Σήμερα, ο 41χρονος Γιάννης Καυκάς, είναι επαγγελματίας στην ψυχική υγεία. Όταν όμως ο Πάνος Παπανικολάου, ο γιατρός που τον κράτησε στη ζωή, διαπίστωνε την κατάσταση του το μεσημέρι της 11ης Μαίου, πίστευε πως πολύ δύσκολα θα καταφέρει να σταθεί ξανά στα πόδια του.

"Αν καθόμουν θα είχα πεθάνει"

Εκείνη την Τετάρτη, 11 Μαΐου του 2011, είχε προκηρυχτεί πανεργατική απεργία. Ο Καυκάς, βρισκόταν στην διαδήλωση με την Συνέλευση Αντίστασης και Αλληλεγγύης Κυψέλης/Πατησίων, στην οποία ήταν ενεργός. Η συμμετοχή δεν ήταν αντίστοιχη άλλων μεγάλων διαδηλώσεων της εποχής. Ενώ η πορεία πέρασε μπροστά από την πλατεία Συντάγματος και αποχωρούσε προς τα Προπύλαια για να ολοκληρωθεί, χωρίς να έχει προκληθεί ένταση, διμοιρίες των ΜΑΤ δημιούργησαν κλοιό αριστερά και δεξιά από τους διαδηλωτές.

Ο Καυκάς κρατούσε το ανοιγμένο πανό της Συνέλευσης και θυμάται πως άρχισε να φοβάται βλέποντας τον κλοιό. "Είχαν περικυκλώσει χωρίς λόγο συγκεκριμένα μπλοκ της πορείας, δηλαδή τα ταξικά σωματεία βάσης, συνελεύσεις γειτονιάς, αναρχικές συλλογικότητες και κάποιες αριστερές οργανώσεις".

Με το που πέρασε τη διασταύρωση της Βουκουρεστίου, ο Καυκάς άκουσε τις πρώτες κρότου-λάμψης πίσω του και είδε τους Αστυνομικούς να επιτίθενται με πρωτοφανή -όπως την περιγράφει- αγριότητα στο πλήθος. "Δεν το έχω ξαναδεί αυτό. Ψέκαζαν εξ επαφής, πετούσαν κρότου λάμψης εξ’ επαφής, το ξύλο ήταν ανελέητο, ενώ δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής γιατί είχαν μπλοκάρει πλέον και την μπροστινή πλευρά της πορείας. Παρ’ όλα αυτά θυμάμαι ότι φώναζα 'Ψυχραιμία ακολουθούμε το πανό και αποχωρούμε'. Ξαφνικά δέχομαι ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού και καταλαβαίνω πως τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. Σκέφτομαι 'Τώρα τελείωσα'. Τραντάχτηκε όλη μου η ύπαρξη. Κατευθείαν δέχομαι ένα δεύτερο χτύπημα. Εκεί θυμάμαι να σκέφτομαι 'Tώρα πρέπει να βγω από εδώ'. Ακουμπάω το κεφάλι μου, βλέπω στο χέρι μου τα αίματα και προσπαθώ να κρατηθώ στα πόδια μου και να μην λιποθυμήσω. Βλέποντας θολά, έβαλα στόχο να φτάσω στον παλιό Ελευθερουδάκη όπου υπήρχε μια εσοχή, σκεπτόμενος πως εκεί θα υπάρχει τουλάχιστον ένας ανοιχτός χώρος να κάτσω. Δεν ξέρω πως έφτασα, δεν θυμάμαι. Αν τελικά στεκόμουν εκεί ή καθόμουν στο έδαφος, όπως είπαν και στο νοσοκομείο αργότερα, θα είχα πεθάνει στην άκρη του δρόμου. Δεν είναι υπερβολή".

"Ένιωθα να με καταλαμβάνει λήθαργος"

Από εκείνες τις στιγμές μέχρι την ώρα που έπεσε σε κώμα πάνω στον αξονικό τομογράφο του νοσοκομείου της Νίκαιας, ο Γιάννης Καυκάς θυμάται μόνο στιγμιότυπα. Η αφήγησή τους, μέχρι και σήμερα του προκαλεί μεγάλη συναισθηματική ένταση.

Έξω από τον Ελευθερουδάκη μια κοπέλα που δεν γνώριζε, στην οποία λέει ότι χρωστάει τη ζωή του, τον έπιασε από το χέρι και κινήθηκαν μαζί μέσα από τη στοά της οδού Αμερικής. Εκεί πωλήτριες ενός καταστήματος καλλυντικών, βλέποντας τα αίματα στο κεφάλι του, τους έστειλαν σε ένα διπλανό φαρμακείο. Ο φαρμακοποιός τους έδωσε ένα κομμάτι χαρτί κουζίνας και έκλεισε την πόρτα. "Εμφανίστηκε ένας γιατρός που δεν ήταν στην πορεία. Είδε τα αίματα να τρέχουν μέσα από το δεξί αυτί μου και κατάλαβε πως έχω εσωτερική αιμορραγία. Μου έκανε μια απλή εξέταση πιέζοντας το κεφάλι μου. Τον θυμάμαι να λέει έντρομος: “Μην τον αφήσετε να χάσει τις αισθήσεις του είναι πολύ σοβαρά”. Ένιωθα να καταλαμβάνει όλο μου το σώμα ένας λήθαργος. Άκουγα τις λέξεις του που επιβεβαίωναν τον φόβο μου ότι τα πράγματα δεν είναι καλά. Σκεφτόμουν “Κρατήσου, μην πέσεις”. Είχε μαζευτεί κόσμος που μου μιλούσε, δεν καταλάβαινα τι μου έλεγαν αλλά αντιλαμβανόμουν ότι το κάνουν για να μείνω ξύπνιος. Έδωσα το κινητό μου και ζήτησα να καλέσουν τον αδερφό μου που ήταν στην πορεία. Τον θυμάμαι να φτάνει στο σημείο και αυτή ήταν μια στιγμή ανακούφισης".

Εμφανίστηκε ένας γιατρός που δεν ήταν στην πορεία. Είδε τα αίματα να τρέχουν μέσα από το δεξί αυτί μου και κατάλαβε πως έχω εσωτερική αιμορραγία. Μου έκανε μια απλή εξέταση πιέζοντας το κεφάλι μου. Τον θυμάμαι να λέει έντρομος: “Μην τον αφήσετε να χάσει τις αισθήσεις του είναι πολύ σοβαρά.

Πλέον, ο Καυκάς με τη βοήθεια των ανθρώπων που τον κρατούσαν, είχε βρεθεί στην έξοδο της στοάς, επί της οδού Σταδίου. "Θυμάμαι τον γιατρό να φωνάζει “Σταματήστε ένα ασθενοφόρο”. Περνούσαν αρκετά, γιατί υπήρχαν πάνω από 100 τραυματίες, αλλά κανένα δεν σταματούσε. Βγαίνει ο αδερφός μου στη μέση του δρόμου και σταματάει ένα, μπαίνοντας μπροστά του με ανοιχτά τα χέρια. Οι τραυματιοφορείς έλεγαν πως δεν μπορούν να με πάρουν γιατί είχαν ήδη μέσα άλλον τραυματία. Ο γιατρός που ήταν μαζί μου τους φωνάζει “Πάρτε τον τώρα και φύγετε!”. Επιμένουν οι τραυματιοφορείς πως δεν μπορούν. Θυμάμαι να με βουτάει ο γιατρός από τα ρούχα και να ανοίγει την πόρτα του ασθενοφόρου για να με βάλει μέσα με το ζόρι".

Την ώρα που τον βάζουν στο ασθενοφόρο, ο Καυκάς θυμάται μια διμοιρία ΜΑΤ να περνάει δίπλα του, με κάποιον από τους αστυνομικούς να ειρωνεύεται: "Άντε, θα τα κάνεις τα ραμματάκια σου". Το ασθενοφόρο, στο οποίο επιβιβάστηκε και ο αδερφός του προκειμένου να τον απασχολεί ώστε να μην χάσει τις αισθήσεις του, πραγματοποιώντας ένα σλάλομ στους δρόμους της Αθήνας έφτασε στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας.

Photo by Georgia Panagopoulou / Tourette Photography
"Αΐντε θα τα κάνεις τα ραμματάκια σου" , είπε ένας αστυνομικός περνώντας μπροστά από τον αιμόφυρτο Γιάννη Καυκά. ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ/ TOURETTE PHOTOGRAPHY

Τα τελευταία πράγματα που θυμάται είναι να του κόβουν τα ρούχα με ψαλίδι στην είσοδο του νοσοκομείου, να τον βάζουν σε φορείο και να φτάνει στον αξονικό τομογράφο. Εκεί έπεσε σε κώμα και ξύπνησε δέκα ημέρες αργότερα, αφού είχε χειρουργηθεί. Οι γιατροί, τις πρώτες ώρες δεν πίστευαν πως θα καταφέρει να βγει ζωντανός από το νοσοκομείο. Μετέφεραν στους οικείους του πως θα πρέπει να στηρίξουν την οικογένειά του, γιατί οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν λίγες.

Ξυπνώντας από το κώμα, χωρίς να ξέρει πόσες ημέρες έχουν περάσει ούτε ποια είναι η κατάστασή του, ο Καυκάς από τα πρώτα πράγματα που ήθελε να κάνει ήταν να μεταφέρει σε όσους βρίσκονταν γύρω από το κρεβάτι του, το τι έγινε. Δεν μπορούσε να μιλήσει γιατί του είχαν κάνει τραχειοτομή. Του έδωσαν ένα στυλό και μετά από πολλές προσπάθειες, αφού δεν μπορούσε εύκολα να συντονίσει το χέρι του, έγραψε: «Με χτύπησαν οι μπάτσοι με πυροσβεστήρα».

"Η Αστυνομία επιχείρησε εξαρχής να συγκαλύψει"

Η ανάρρωση είναι μια διαδικασία, δεν είναι μια στιγμή, τονίζει ο Καυκάς, ο οποίος όταν βγήκε από το νοσοκομείο χρειαζόταν χρόνο ακόμη και για να κινήσει το πόδι του προκειμένου να ανέβει ένα σκαλί. Τα χτυπήματα στο δεξί και πίσω μέρος του κεφαλιού, του είχαν προκαλέσει σοβαρές βλάβες στο νευρικό σύστημα.

Την περίοδο που τον χτύπησαν, είχε πάρει το πτυχίο του στην Ψυχολογία, έκανε το μεταπτυχιακό του στη Φωτογραφία και εργαζόταν ως σερβιτόρος και περιστασιακά ως φωτογράφος. Μήνες μετά το εξιτήριο, προσπαθούσε με την πρώτη ευκαιρία να επιστρέψει στη ζωή του αν και δεν επιτρεπόταν. Κάποιες φορές πέρασε από τα μαγαζιά που είχε δουλέψει ως σερβιτόρος. Μια μέρα έκανε κάτι ακόμη πιο ακραίο. Έφυγε από την “επιτήρηση” της οικογένειάς του λέγοντας πως θέλει να πάει μια βόλτα και πέρασε από μια συγκέντρωση των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα. Στάθηκε μπροστά στο σημείο που χτυπήθηκε και μέσα του φώναζε: "Είμαι εδώ! Είμαι εδώ και ζω!". Στην πραγματικότητα όμως του πήρε ένα χρόνο να σταθεί ξανά στα πόδια του. Μόλις το Φθινόπωρο του 2012 κατάφερε να επιστρέψει στη δουλειά του.

"Τα πράγματα δεν θα είναι ποτέ όπως ήταν. Είναι σαν να έχεις υποστεί μια μεγάλη πληγή, να έχει επουλωθεί και όταν την πιέζεις να πονάει. Μέρος της ανάρρωσης είναι και να συνεχίζω να το παλεύω ή να μιλάω γι αυτό. Το αριστερό μου χέρι δεν λειτουργεί καλά. Δυσκολεύομαι να πιάσω μια κανάτα και να βάλω νερό για παράδειγμα. Αλλά πλέον ζω με αυτό. Είναι εκεί και μου θυμίζει τι μου έκαναν. Η όλη υπόθεση όμως ακόμη με τραβάει πίσω. Δηλαδή, γιατί πρέπει να είμαι αυτός; Γιατί πρέπει να βγαίνω ως ο Καυκάς το θύμα αστυνομικής βίας; Αύριο μεθαύριο το παιδί μου θα με ρωτήσει γι’ αυτό. Γιατί να του βάλω φόβο; Είναι πολύ βαρύ να σκέφτομαι πως θα μπορούσα να είχα πεθάνει σε εκείνο το σημείο".

Τα πράγματα δεν θα είναι ποτέ όπως ήταν. Είναι σαν να έχεις υποστεί μια μεγάλη πληγή, να έχει επουλωθεί και όταν την πιέζεις να πονάει.

Σήμερα, δέκα χρόνια αργότερα, δηλώνει πως είναι πλέον δυνατός, χαρούμενος για το γεγονός ότι ζει ενώ λέει με έμφαση: "Είμαι ενεργός πολίτης και πλέον έχω χίλιους λόγους γι’αυτό». Ο ίδιος δεν ξεχνά ότι το γεγονός πως συγκεντρώθηκαν τόσα στοιχεία, οφείλεται στο ότι κάποιοι άνθρωποι δραστηριοποιήθηκαν άμεσα. «Η Αστυνομία επιχείρησε αμέσως να το συγκαλύψει. Διέρρεε πως το περιστατικό έγινε στη Σταδίου, προσπαθώντας να προκαλέσει σύγχυση μεταξύ του σημείου που με παρέλαβε το ασθενοφόρο και του σημείου της επίθεσης ώστε να μην βρεθούν ποτέ οι ένοχοι. Η οικογένεια μου έτρεξε για να συγκεντρώσει υλικό και μαρτυρίες. Ήταν πολύ σημαντικό πως η κοπέλα που με βρήκε χτυπημένο πήγε αμέσως να δώσει κατάθεση. Σύντροφοι που ήταν μαζί μου στο πανό έβγαλαν ανακοίνωση με τα ονόματά τους το ίδιο βράδυ για το πού βρίσκονταν οι ίδιοι και τι είδαν ακριβώς. Όλα τα στοιχεία συγκεντρώθηκαν επειδή άνθρωποι αποφάσισαν να δράσουν άμεσα".

Αρκετό καιρό μετά από το εξιτήριο, όταν πλέον ο Καυκάς μπορούσε να δεχτεί την ιδέα ότι θα έρθουν Αστυνομικοί σπίτι του, άρχισε να δίνει καταθέσεις. Του ζητήθηκε δείγμα DNA. "Στην αρχή αρνήθηκα να δώσω και αποδεικνύεται τελικά πως ήταν σωστή απόφαση. Το DNA είναι ένα επιστημονικό στοιχείο που όμως η Αστυνομία το χρησιμοποιεί με έναν επιστημονικοφανή τρόπο κατά το δοκούν. Θεώρησα προσχηματικό το αίτημα να δώσω δείγμα. Η ίδια αυτή υπηρεσία που με χτύπησε, διενεργούσε υποτίθεται έρευνα για να βρεθούν οι υπεύθυνοι. Τελικά αποφάσισα να δώσω ώστε να εξαντλήσω τις πιθανότητες να εντοπιστούν οι ένοχοι. Πάνω στον εξοπλισμό των Αστυνομικών βρέθηκε DNA κάποιου τρίτου, αλλά μου είπαν πως το δείγμα που βρέθηκε δεν ήταν αρκετό για να γίνει η συσχέτιση με το δικό μου. Έτσι δεν ενοχοποιήθηκε κανείς. Για αντίστοιχη ποσότητα δείγματος βέβαια, άνθρωποι όπως αυτή η κοπέλα, η Ηριάννα και άλλοι, έχουν πάει φυλακή".

Κλείνοντας, εξηγεί στο Magazine μιλώντας για την στάση του σήμερα, απέναντι στο κράτος που δεν τιμώρησε ποτέ εκείνους που παραλίγο να του στερήσουν τη ζωή : "Έχω την πολιτική μου τοποθέτηση, ξέρω ποιος είναι ο ρόλος μου. Δεν είμαι φοβικός, έρχομαι σε επαφή με ανθρώπους. Ως επαγγελματίας έχω δουλέψει με πρόσφυγες ή περιθωριοποιημένους που η συστημική βία είναι η καθημερινότητά τους. Ορίζω τον εαυτό μου σε αυτόν τον κόσμο αντιπαραθετικά από αυτούς που μου επιτέθηκαν. Αν ο δικός τους κόσμος συμβολίζεται από το χέρι του αστυνομικού που με χτύπησε με τον πυροσβεστήρα, ο δικός μου κόσμος συμβολίζεται από το χέρι της κοπέλας που με έπιασε και μου είπε “Πάμε μαζί”, από το χέρι των συντρόφων που με έπιασαν, από το χέρι του αδερφού μου και το χέρι του γιατρού".

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Πρόσωπα, Αστυνομική Βία, Δικαιοσύνη