ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΓΙΑΪΤΖΟΓΛΟΥ-WATKINSON

O Γιάννης Μπέζος είναι πολύ καλά

Πριν από λίγες μέρες τα fake news τον ήθελαν νεκρό. Ο ιδιος νιώθει σαν να είναι 15 χρονών.

Στην αρχή της βδομάδας νοσηλευόταν. Σε ειδικό θάλαμο για ασθενείς με COVID-19 του «Λαϊκού». Ή μήπως, ήταν στο «Σωτηρία»; Ή σε ΜΕΘ; Ποιος ξέρει... Πάντως, Δευτέρα πρωί, κάποιοι είχαν βαλθεί να πεθάνουν τον Γιάννη Μπέζο. «Κάποιος βλαξ ήθελε να κάνει τον έξυπνο! Είμαι πολύ καλά.» θα έλεγε ο ίδιος λίγο αργότερα στο Magazine από τα Χανιά όπου βρισκόταν για δυο παραστάσεις του «Οθέλλου», την παραγωγή σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια στην οποία πρωταγωνιστεί.

Είχαμε βρεθεί για να τα πούμε στην Αθήνα, λίγο μετά την πρεμιέρα της παράστασης στο Θέατρο Βράχων. Στην διάρκειά της, θυμάμαι, οι δυο 20άρες που κάθονταν δίπλα μου (η μια με η άλλη χωρίς μάσκα) είχαν φανατιστεί κανονικά με τις διπρόσωπες μηχανορραφίες του Ιάγου. Κάθε τόσο, τις άκουγα που ειρωνεύονταν τα χειριστικά λόγια του χολωμένου συμπλεγματικού στρατιώτη, ο οποίος διαβάλει την Δυσδαιμόνα στον άντρα της, τον Οθέλλο, κι εκείνος, πεπεισμένος ότι πρόκειται για τελειωμένη μοιχαλίδα, την πνίγει πάνω στην νυφική παστάδα… Τα δυο κορίτσια το ζούσαν 100%. Α, πρόκειται σίγουρα για παραγωγή που δικαιώνει τον σαιξπηρικό μύθο, που σέβεται τον θεατή, και που, κυρίως, προάγει την λαϊκότητα του θεάτρου.

Μιλώντας, όμως, με τον Γιάννη Μπέζο, η θεματολογική βεντάλια ανοίγει πολύ πέρα από το θέατρο ή την λαϊκότητά του. Έχει έναν ολόδικό του τρόπο να τοποθετείται με σαφήνεια και φαινομενική παρορμητικότητα πάνω σε σχεδόν οποιοδήποτε ζήτημα μπορεί να απασχολεί έναν «ζωντανό», ενεργό πολίτη τούτης της χώρας. Κι έχει κι ένα μοναδικό ταλέντο να παρεξηγείται. Από τους άλλους. Αν και του αναγνωρίζεται ότι είναι παρρησιαστικός και ειλικρινής, συχνά του καταλογίζουν απόλυτες απόψεις, ίσως και ωμές.

Δεν είναι καθόλου έτσι, θεωρώ.

Σαφώς έχει απόψεις –πολύ συγκεκριμένες, μάλιστα. Εκείνο, ωστόσο, που τον ωθεί να τις πετάει à volonté δεν είναι καμιά πρεμούρα να δειχτεί, καμία υπεροψία να ρουμπώσει, καμία διάθεση να κάνει τον ξερόλα. Όχι. Είναι, για αρχή, μια απέχθεια που τρέφει προς κάθε είδους εύκολα κλισέ. Κι είναι, θαρρώ, η νεανική φόρα που κουβαλάει σχεδόν ερήμην του σαν βέρος θεατρίνος, που τον οδηγεί να λέει αφιλτράριστα όσα σκέφτεται και πιστεύει. «Εγώ αισθάνομαι 15 χρόνων, δεν καταλαβαίνω τίποτα,» μου λέει κάποια στιγμή που τον ρωτάω τι συμβουλή θα είχε να δώσει στην κόρη του, την Ηρώ Μπέζου, η οποία ακολουθεί με πανθομολογούμενη επιτυχία το επάγγελμα εκείνου και της γυναίκας του, Ναταλίας Τσαλίκη.

«Δεν μου αρέσει να δίνω συμβουλές. Αλλά αυτό που με απασχολεί εμένα είναι να διατηρεί πάντα μέσα της ερωτηματικά [η Ηρώ]. Γιατί αυτή η δουλειά δεν μαθαίνεται ποτέ. Είναι βιωματική πολύ, και πάντα σε εκπλήσσει.» Του λέω πως αυτή η συμβουλή για διατήρηση της σπίθας και της αέναης ερώτησης μέσα σου θα ήταν και ευρύτερα μια ωραία οδηγία για την ζωή. «Βεβαίως!» υπερθεματίζει. «Να διατηρείς μια ανησυχία. Να μην τελματώνεις, να μην αφήνεσαι.» Αμήν.

Στο φινάλε της παράστασης, όταν ο Οθέλλος πνίγει την Δυσδαιμόνα από ζήλια, έπεσε μια παγωμάρα, ο κόσμος έκανε, νομίζω, σύνδεση με την υπόθεση Καρολάιν…
Το ξέρω ότι το θύμισε στο κοινό, αλλά εμένα ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό –ούτε μ’ ενδιαφέρει κιόλας. Είναι, πάντως, κάτι παραπάνω από φανερό ότι θα δημιουργήσει μια σύνδεση, γιατί είναι πολύ νωπό.

Πώς την κρίνεις, αλήθεια, όλη αυτή την κουβέντα περί διάκρισης μεταξύ γυναικοκτονίας και ανθρωποκτονίας;
Τι νόημα έχει όλο αυτό, δεν το καταλαβαίνω…

Γίνεται μια πολύ μεγάλη κουβέντα στα σόσιαλ…
Καλά, στα σόσιαλ γίνονται διάφορες κουβέντες, οι περισσότερες ανόητες. Έχουμε χάσει λίγο το μέτρο. Κι επειδή στα ζητήματα αυτά ό,τι και να πεις ρίχνει λίγο λάδι στην φωτιά, θα πω, λοιπόν, παν μέτρον άριστον. Έχουμε άλλα προβλήματα, πολύ πιο ουσιαστικά. Δεν τίθεται θέμα ανθρωποκτονίας και γυναικοκτονίας: ή σέβεσαι τον άλλον άνθρωπο, ή δεν τον σέβεσαι. Τώρα, αυτή η περίπτωση [συζυγοκτονία στα Γλυκά Νερά], που συζητάμε, τι να πεις; Αυτές οι κινήσεις, να σκοτώσεις, να οργανώσεις, να βγάλεις τις κάμερες, να σκοτώσεις τον σκύλο, να αφήσεις το παιδάκι –μιλάμε για απίστευτα πράματα! Και να υποδύεσαι επί ένα μήνα –πώς το κάνεις αυτό το πράμα; Δεν υπάρχει σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή… Στο έργο [τον «Οθέλλο»] κάποια στιγμή, ο Ροδρίγος, όταν τον ωθεί ο Ιάγος να σκοτώσει, λέει «ένας άνθρωπος λιγότερος, ένας νεκρός παραπάνω». Τότε! Και τώρα μπορεί να μην το λέμε, αλλά κάπως έτσι είναι σε ορισμένες περιπτώσεις: η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία αξία. Βέβαια, ο μεγάλος Σαίξπηρ έχει βάλει κι αυτόν τον μονόλογο της Αιμιλίας –βλέπεις τι λέει το στόμα της εκεί πέρα; [εν πολλοίς, ότι οι γυναίκες είναι κι αυτές άνθρωποι με επιθυμίες και αδυναμίες]. Το φαντάζεσαι εκείνη την εποχή; Θα μπορούσαν να την είχανε κρεμάσει!

Ακραία φεμινιστικό τότε! Άρα, παραμένει επίκαιρος ο Σαίξπηρ;
Ο Σαίξπηρ έχει μια βεντάλια από έργα. Είναι μερικά πράγματα που συνομιλούν με τον χρόνο έτσι κι αλλιώς. Συγκεκριμένα σ’ αυτό το έργο –το οποίο δεν έχει να κάνει μόνο με την ζήλια, έχει να κάνει με την ανθρώπινη αδυναμία, με την σκοτεινιά των ανθρώπων, με το φύλο, με την πόλη, με το πώς αντιλαμβανόμαστε έναν άλλον που δεν μας μοιάζει, με τη θέση της γυναίκας– κατονομάζονται τα πράγματα.

Αυτές οι κινήσεις, να σκοτώσεις, να οργανώσεις, να βγάλεις τις κάμερες, να σκοτώσεις τον σκύλο, να αφήσεις το παιδάκι –μιλάμε για απίστευτα πράματα! Και να υποδύεσαι επί ένα μήνα –πώς το κάνεις αυτό το πράμα;

Ποια η γνώμη σου για την σύγχρονη ελληνική δραματουργία;
Αν μιλάμε για νέους συγγραφείς, 30-35 χρόνων, δεν βλέπω κάποια δραστηριότητα. Δεν έχουμε δει το μεγάλο έργο. Έχω την εντύπωση ότι το θέατρο παθαίνει αυτό που παθαίνει και ο κινηματογράφος [στην Ελλάδα]. Το παθαίνει συχνά κι η λογοτεχνία. Τα έργα δεν αναφέρονται στην κοινωνία, αναφέρονται στην παρέα. Κι αυτό δεν έχει μέλλον. Στο παλιό σινεμά, ας πούμε, το οποίο το εξέφραζε ο Κούνδουρος, ο Αγγελόπουλος, ακόμα κι ο Τζαβέλας ή ο Σακελλάριος κι ο Δαλιανίδης, αυτοί οι άνθρωποι αναφερόντουσαν στην κοινωνία. Τώρα αναφέρονται στην παρέα, στις σχέσεις, στις μειονότητες, στις σεξουαλικές ιδιαιτερότητες. Συρρικνώνεται το πράμα, κατάλαβες;

Το πρόβλημα του θεάτρου δεν ήταν ο COVID –είναι ο κακός μας εαυτός.

Ταυτόχρονα διευρύνεται, όμως, γιατί ανοίγει σε θεματολογίες που μέχρι πρότινος ήταν ταμπού.
Καμία αντίρρηση. Μπορείς, όμως, να το κάνεις αυτό, χωρίς να απευθύνεσαι στην παρέα… Είναι θέμα ύφους. Μπορεί να είναι μια μικρή, προσωπική ιστορία, αλλά αυτή η ιστορία να μας ενδιαφέρει όλους. Πολλές φορές, συγχέουμε αυτό που θεωρούμε λαϊκό με το ευτελές. Γιατί; Να, προχτές παίξαμε σε ένα θέατρο 2.000 θέσεων. Δεν μπορεί να μην είναι λαϊκό αυτό! Είναι της μόδας, λέει, να κάνεις παραστάσεις, όπου ο θεατής, για να τις παρακολουθήσει, θα πρέπει να ξέρει το έργο! Μου ‘πανε προχθές, ότι κάποιοι σκηνοθέτες σου λένε «α, εμένα στις παραστάσεις μου, πρέπει να ξέρουν το έργο». Μα, τι θα πει «πρέπει να ξέρουν το έργο»; Υποτίθεται ότι ως θεατής είμαι άγραφο χαρτί και δεν γνωρίζω. Δεν ξέρει ο κόσμος όλον τον Τσέχοφ και τον Στρίντμπεργκ… Και καλά να γίνεται [αυτό] στο δωμάτιό σου. Όταν το κάνεις στην Επίδαυρο ή στο Ηρώδειο, πώς τολμάς και φέρνεις 10.000 ανθρώπους και τους λες πρέπει να έχετε διαβάσει, πρέπει να έχετε κάνει πέντε σεμινάρια πριν; Αυτά είναι τα προβλήματα τα μεγάλα του χώρου. Το πρόβλημα του θεάτρου δεν ήταν ο COVID –είναι ο κακός μας εαυτός [γέλια].

Την ανάδυση μιας καλύτερης νέας ελληνικής τηλεόρασης την βλέπεις;
Όοοχι, δεν υπάρχει αυτό! Κάνουν απόπειρες να γίνει κάτι με συνδρομητικά, με διάφορες πλατφόρμες. Αυτά, όμως, θέλουν εξ αρχής φτιάξιμο, θεματολογικά. Δηλαδή, εάν κάνεις πλατφόρμα συνδρομητική, πρέπει το υλικό να είναι ολοκαίνουριο –δεν παίρνεις εμένα να παίξει πάλι! Καινούρια πράματα! Ξερίζωμα! Εξ αρχής: άλλο πράμα, άλλη θεματολογία, σκηνοθέτες νέοι, νέα πρόσωπα. Εμείς πρέπει να είμαστε συμπληρωματικά πρόσωπα, και όχι να τραβάμε το καράβι. Αλλά, όπως βλέπεις, είναι πάλι το ίδιο και το ίδιο.

Μερικά νέα σίριαλ, όμως, όπως ο «Σιωπηλός δρόμος», που έχει νέα παιδιά, ως επί το πλείστον, και μια αισθητική λίγο Netflix, με πολλά εξωτερικά γυρίσματα;
Τατιάνα μου, δεν είναι θέμα γυρισμάτων. Είναι θέμα τι ζωή έχει αυτό το πράμα. Τα χρήματα είναι απαραίτητο στοιχείο, αλλά δεν είναι το μόνο. Κάνουμε τηλεόραση, δεν κάνουμε κινηματογράφο. Η τηλεόραση είναι οικιακή συσκευή, τελεία και παύλα! Βεβαίως, γίνονται απόπειρες καλές, και ο «Σιωπηλός δρόμος», κι άλλα πράματα γίνονται. Αλλά είναι άτολμη η τηλεόρασή μας. Και θεματολογικά είναι άτολμη. Εγώ τους το έχω πει, επειδή τους ξέρω όλους εξ απαλών ονύχων: θα σας ξεπεράσει ο κόσμος κάποια στιγμή. Εκεί που απευθύνεστε, θα ζητάνε άλλα πράματα. Και θα έχετε μείνει πίσω. Αυτοί [οι υπεύθυνοι των καναλιών] μετράνε πολύ τα ριάλιτι… Αλλά ο «Σιωπηλός δρόμος», ας πούμε, δεν έχει αντίπαλο το ριάλιτι. Είναι σε ένα άλλο γήπεδο. Και στο γήπεδο το δικό μας, το τι κάνουμε είναι ευθύνη δική μας. Δεν έχει σημασία «τι έχει απέναντι». Ας έχει! Εσύ θα πρέπει να κάνεις την δουλειά σου. Ας πούμε, έχει μια πάρα πολύ ωραία εκπομπή τώρα στην ΕΡΤ, που είναι ο [Νίκος] Πορτοκάλογλου με την [Ρένα] Μόρφη [το «Μουσικό κουτί»], η οποία κρατάει το στυλ της, έχει ένα επίπεδο στον τρόπο που παρουσιάζεται, κρατάει χαμηλούς τόνους και λες, να μια όαση. Λέει, «δεν το βλέπουν». Δεν έχει σημασία που δεν το βλέπουν, σιγά-σιγά θα καταγραφεί [στην συνείδηση του κόσμου]. Θέλει υπομονή αυτό το πράμα. Φυσικά δεν το βλέπουν, αφού βλέπουν ό,τι κάνει θόρυβο. Κι επειδή τον ξέρω τον Νίκο [Πορτοκάλογλου], σου λέει, «στην εκπομπή το παιχνίδι θα το κάνω εγώ, δεν θα το κάνει το κοινό»… Να, λοιπόν, που έχουμε ένα πολύ καλό δείγμα μουσικής εκπομπής. Και τους την δείχνεις και δεν θέλουν να την δουν, θέλουν άλλα. Να τα λέμε όπως είναι: έχει κι ο κόσμος ευθύνες.

Λένε, όμως, πως ο κόσμος διαπλάθεται εύκολα…
Ναι, αλλά γιατί διαπλάθεται όλο προς τα εκεί, και δεν διαπλάθεται προς την ανάποδη; Γιατί έχει ροπή προς το εύκολο! Του μοιάζει αυτό που βλέπει… Τον χαλαρώνει, τον κατευνάζει. Δεν είναι κακό να υπάρχει [το εύκολο], πρέπει να υπάρχει κι αυτό. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχει μόνο αυτό. Τρεις ώρες συνέχεια! Άσε πια όλες αυτές τις εκπομπές μαγειρικής. Τόση λατρεία με την μαγειρική; Έλεος, δηλαδή έλεος! Τώρα, ας πούμε, άρχισαν πάλι, θα κάνουμε πολλές σειρές, παντού. Ωραία, και παλιότερα είχαμε πολλές σειρές· κάποτε, το 2000 θυμάμαι, είχαμε 40 σειρές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν καλές… Πρώτα-πρώτα, δεν μπορεί η ελληνική αγορά να τα καταναλώσει όλα αυτά τα προϊόντα. [Είναι] Πάρα πολλά. Πού θα οδηγηθούμε δεν ξέρω…

Είσαι απαισιόδοξος;
Καθόλου απαισιόδοξος. Αλλά η ιδιωτική τηλεόραση είναι φοβισμένη. Πανικοβάλλεται από τα νούμερα.


Αισθάνεσαι ότι την τηλεόραση και την έχεις υπηρετήσει, και σε έχει εξυπηρετήσει;
Ναι, ναι… Της έδωσα και μου έδωσε. Αλλά με πολύ κόπο, πολλή δουλειά. Και, να σου πω την αλήθεια, δεν την έκανα ποτέ με την πρώτη μου σκέψη να είναι τα χρήματα. Θα μπορούσα να βγάλω πολλαπλάσια χρήματα από την τηλεόραση, αν έκανα άλλα πράγματα που μου είπανε. Δεν το ‘κανα. Ό,τι έκανα, το αγαπούσα πολύ. Βεβαίως πληρωνόμουνα και καλά, αλλά δεν το έκανα για τα λεφτά. Η τηλεόραση, όμως, είναι χρονοβόρο μέσο, θέλει δουλειά πολλή, κι επειδή εγώ ανακατευόμουνα και στην προετοιμασία, ε, αυτό ήταν κουραστικό. Αλλά, παράπονο δεν έχω.

Δεν έχω πρόβλημα με τους σκηνοθέτες. Με τα «ψώνια» έχω πρόβλημα. Βλακείες δεν ανέχομαι. Πλέον, βαρέθηκα.

Πώς συνεργαστήκατε με τον Αιμίλιο [Χειλάκη]; Είχατε ξαναδουλέψει στον «Δον Ζουάν» στο Εθνικό, έτσι;
Ναι, ήταν η πρώτη του σκηνοθεσία τότε. Μια χαρά είναι [η συνεργασία]. Εγώ, δεν έχω πρόβλημα με τους σκηνοθέτες. Με τα «ψώνια» έχω πρόβλημα [γέλια]. Δεν έχω πρόβλημα, δηλαδή, να μου πει κάποιος κάτι –αλλά πρέπει να μου πει κάτι. Δεν μπορώ να πάω με όποιον να ‘ναι, και να ακούω βλακείες. Βλακείες δεν ανέχομαι. Πλέον, βαρέθηκα.

Θα σου έλεγε κάποιος, βέβαια, ότι το τι είναι βλακεία και τι όχι είναι υποκειμενικό…
Προφανώς. Εγώ θα το κρίνω, εγώ παίρνω την ευθύνη [γέλια]. Μπορώ, τέλος πάντων, μετά από τόσα χρόνια να καταλάβω εάν κάποιος ξέρει τι του γίνεται ή δεν ξέρει. Ξες, πολλές φορές έχει σημασία και η πρόθεση στην δουλειά μας. Δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα. Βλέπεις την πρόθεση του άλλου να καταθέσει κάτι επί της ουσίας. Τώρα, το αν θα του βγει 100% δεν είναι και το πιο απλό, και μάλιστα σε τέτοιο ρεπερτόριο. Αλλά, δεν καταλαβαίνω αν κάποιος είναι σαχλαμαράκιας, ή θέλει να πουλήσει μούρη; Έχουμε πολλούς τέτοιους, γεμάτο είναι το θέατρο. Ο Αιμίλιος είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει ερωτηματικά. Έχει αγωνία, είναι ένας ταλαντούχος άνθρωπος, παλεύει… Έχει και ένα συν, που εγώ το προσμετρώ: έχει χάσει τα λεφτά του στο θέατρο. Μεγάλη υπόθεση αυτό. Δεν είναι ένας από τους χιλιάδες κρατικοδίαιτους, οι οποίοι βρίζουν μονίμως το κράτος και είναι με την χερούκλα απλωμένη ταυτόχρονα… Αυτοί είναι οι λεγόμενοι αντισυστημικοί [γέλια]. Όλοι εμείς οι συστημικοί περιμένουμε το ταμείο. Οι αντισυστημικοί περιμένουν το κράτος! Τέλος πάντων… Ο Αιμίλιος, όμως, έχει ουσιαστικές αγωνίες, προσπαθεί, είναι ένας πολύ ευγενής άνθρωπος, ένας πάρα πολύ καλός συνεργάτης.

Πώς την βίωσες, αλήθεια, την αναμέτρηση με τον Μαυριτανό [τον Οθέλλο];
Ξέρεις, εμένα δεν με βαραίνουν τα έργα. Έχω την άποψη ότι γράφτηκαν για να χαρούμε, όχι για να ταλαιπωρηθούμε. Και διαβάζοντας έναν ρόλο, έχω το ένστικτο, καταλαβαίνω εάν έχω την δυνατότητα να το ζωντανέψω αυτό το πράγμα μέσα από μένα. Μπορεί να υπάρχουν άλλα έργα ή άλλοι ρόλοι που δεν τα καταλαβαίνω. Χωρίς να μειώνω καθόλου την αξία των έργων αυτών.

Δώσε μου ένα παράδειγμα.
Ας πούμε, δεν θέλω να παίξω τον Μπέκετ. Δεν θέλω, δεν μου λέει κάτι. Όχι δεν μου λέει κάτι, δεν τον καταλαβαίνω. Δεν επικοινωνώ με αυτά τα πράγματα, βαριέμαι. Μπορεί να φταίω εγώ, μπορεί να φταίνε οι παραστάσεις, δεν ξέρω, αλλά δεν… Η γυναίκα μου έκανε κάποτε τις «Ευτυχισμένες μέρες» [μονόλογος του Μπέκετ], [και της έλεγα] χαρά στο κουράγιο σου! Εγώ ούτε μια ώρα [δεν θα άντεχα να το κάνω]. Με κουράζουν, τα βαριέμαι, με βαραίνουν αυτά τα έργα. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι επειδή εγώ δεν θέλω να τα παίξω, πως ο Μπέκετ δεν είναι μεγαλοφυής! Είναι σαν την αρχαία τραγωδία. Δεν είναι η καρδιά μου να παίξω αρχαία τραγωδία. Μπορεί κάποια στιγμή, δεν ξέρω… Είχα δυο-τρεις ευκαιρίες να παίξω, αλλά να μου πουν πήγαινε κάνε τον «Προμηθέα δεσμώτη», ας πούμε, δεν θέλω. Δεν μου λέει η διάθεσή μου τέτοια πράματα.

Εγώ, σε αντίθεση με πολλούς νέους συναδέλφους μου, ξεκίνησα από πάρα πολύ χαμηλά, δεν ήξερα άνθρωπο, και ξεκίνησα λέγοντας μια ατάκα.

Από την φύση σου ήσουν έτσι, χωρίς απωθημένα, ή μεγαλώνοντας έμαθες να τα τιθασεύεις;
Δεν είχα ποτέ απωθημένα. Εγώ, σε αντίθεση με πολλούς νέους συναδέλφους μου, ξεκίνησα από πάρα πολύ χαμηλά, δεν ήξερα άνθρωπο, και ξεκίνησα λέγοντας μια ατάκα. Κι έκανα πράγματα που ούτε φανταζόμουν ποτέ ότι θα τα ‘κανα. Είμαι υπερπλήρης, δεν έχω κανένα απωθημένο, ούτε μου λείπει κάτι. Η μόνη μου έγνοια είναι ό,τι κάνω κάθε φορά –είτε είναι Οθέλλος, είτε είναι Φεϊντό, είτε Τσιφόρος, είτε Αριστοφάνης– να γίνεται με αγωνία. Δική μου αγωνία. Να μην γίνεται, δηλαδή, επιπόλαια και πρόχειρα. Αλλά δεν διαχωρίζω [τα έργα] σε εύκολα και δύσκολα. Όλα είναι και εύκολα και δύσκολα. Εξαρτάται σε ποιες συνθήκες γίνονται. Μπορεί να πάρεις ένα έργο που όλοι το θεωρούν απλό, και να ταλαιπωρηθείς μέσα σε ένα σχήμα που δεν σε ευνοεί. Ενώ μπορεί να παίξεις, αντίθετα, ένα έργο θεωρητικά βαρύ κι ασήκωτο, και να είναι για σένα μια μεγάλη άσκηση παιχνιδιού. Και γοητείας.

Μιλώντας για συνθήκες σε έναν θίασο, όλα αυτά που αποκαλύφθηκαν φέτος, αυτές οι ακραίες συμπεριφορές συνιστούν μια, κατά κάποιο τρόπο, μισο-αποδεκτή κατάσταση στο θέατρο;
Αυτές οι γνωστές υποθέσεις, που τώρα κρίνονται κοινωνικά ή νομικά, είναι ακραία πράγματα, σίγουρα. Υπάρχει, όμως, κάτι γενικότερο που είναι χειρότερο. Η κακή και απαξιωτική συμπεριφορά. Και είναι χειρότερο, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να το συνηθίσουμε. Ιδίως οι νεότεροι. Δηλαδή, ότι ο σκηνοθέτης, ο θιασάρχης, ο παραγωγός, ο πρωταγωνιστής κλπ συμπεριφέρεται σαν να έχει δίπλα του [κάνει μια χειρονομία περιφρόνησης]… Ενώ ο πολιτισμένος άνθρωπος κρίνεται από το πώς συμπεριφέρεται στον αδύνατο, όχι στον δυνατό. Αυτό είναι λίγο διαδεδομένο στον χώρο. Και αυτό είναι το χειρότερο. Γιατί είναι αυτό που επιτρέπει και τις ακραίες συμπεριφορές. Ένα πρόβλημα είναι αυτό. Και το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι ότι είμαστε πάααρα πολλοί. Άκουγα προχθές ότι το Σωματείο έχει 7.000 μέλη. Δηλαδή, 6.500 ανέργους…

Και είναι και όσοι δεν είναι καν εγγεγραμμένοι.
Δηλαδή, είναι 10.000! Και δουλεύουν οι 500. Τόσοι δουλεύουν, μετρημένοι, αν βάλουμε τα θέατρα κάτω. Εννοώ ποιοι παίρνουν μισθό, έτσι; Και αυτό, ότι το σωματείο δυνάμωσε, δεν σημαίνει τίποτα. Δυνάμωσε από ανέργους. Πρέπει να έχουμε αντικείμενο, πρέπει να έχεις χώρο να εργαστείς, να διεκδικήσεις, να πολεμήσεις. Όταν, όμως, υπάρχει τέτοια διαθεσιμότητα… Οι γυναίκες δε –εκατομμύρια, σωρηδόν. Πας σε μια σχολή¸ και σε μια τάξη με 15 άτομα είναι 13 γυναίκες και δυο αγόρια. Ε, [ανάμεσά τους] υπάρχουν και κάποιες που είναι διαθέσιμες, που είναι έτοιμες για όλα. Και βγαίνουν κι οι μάγκες, έτοιμοι να πέσουν πάνω τους, οπότε θα δημιουργηθούν αυτά. Αλλά όταν υπάρχει συμπεριφορά άσχημη και απαξιωτική, είναι συλλογική ευθύνη, του θιάσου. Και εγώ ρίχνω ευθύνη μεγάλη και στους παραγωγούς. Δεν μπορεί ο παραγωγός να ανέχεται τέτοιες συμπεριφορές. Όπως και στην περίπτωση των θεσμών. Εάν, δηλαδή, κάποιος στο Εθνικό Θέατρο συμπεριφέρεται άσχημα, έχει ευθύνη η διεύθυνση του θεάτρου, να παρακολουθήσει και να παρέμβει. Εγώ δεν λέω να γίνουμε παιδική χαρά. Βεβαίως θα υπάρχει ένταση [στην πρόβα, στην παράσταση], αλλά να υπάρχει ένταση αποκαλυπτική και καλλιτεχνική. Όχι πάει ο καθένας, εκεί πέρα, και κάνει τον Βοναπάρτη… Έχει παραγίνει αυτό το πράμα! Μα πώς τα ανέχεστε; Γιατί δεν μιλάτε, ρε παιδιά; Πάει ο καθένας, ο οποίος έχει 500 συμπλέγματα, έχει ανασφάλειες –ωραία, αυτά μπορεί να είναι και δημιουργικά πράγματα στην δουλειά μας, αλλά υπάρχει ένα μέτρο. Είναι δυνατόν εγώ να βρίζω ένα παιδί που μόλις βγήκε από την σχολή; Πρώτα-πρώτα είναι τόσο εύκολο! Και τόσο ντροπή!

Αλήθεια, αν και ουσιαστικά δεν έχουμε ξεμπερδέψει, τι μας άφησε η πανδημία;
Μας άφησε έναν φόβο. Και ελπίζω να μας άφησε μια αίσθηση ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη. Η ελευθερία πάει παρέα με την ευθύνη, και θέλει πότισμα καθημερινό. Το είδαμε: αποφεύγουμε να χαιρετηθούμε, αποφεύγουμε να βρεθούμε… Ποιος μας το απαγορεύει; Η ζωή. Άρα, το να είμαστε ελεύθεροι δεν είναι δεδομένο. Δεν ξέρω αν το καταλάβαμε αυτό. Εγώ το επαναλαμβάνω συνέχεια, μπας και ερεθίσω κανέναν και το σκεφτεί. Βεβαίως, [η πανδημία] μας άφησε προβλήματα οικονομικά, ψυχολογικά, κλπ, αλλά, προσωπικά, θα το εγγράψω ως θετικό αν μας αφήσει την αίσθηση και την γνώση ότι δεν είναι όλα αυτονόητα.

Η πανδημία μας άφησε έναν φόβο. Και ελπίζω να μας άφησε μια αίσθηση ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη. Η ελευθερία πάει παρέα με την ευθύνη, και θέλει πότισμα καθημερινό.

Φοβάσαι ότι στο όνομα της υγειονομικής ασφάλειας διακυβεύονται θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα; Ότι μας περιορίζουν με την δικαιολογία της πανδημίας, και στην πραγματικότητα χάνουμε κεκτημένα;
Προσπαθώ να καταλάβω τι ακριβώς χάνουμε… Το θέμα της υγείας είναι πολύ λεπτό. Και όταν λέμε δημόσια υγεία πρόκειται για κάτι δημόσιο, όχι ατομικό. Ένας μου λέει, «δεν κάνω εμβόλιο γιατί έχω δικαίωμα στο σώμα μου». Ναι, στο σώμα σου έχεις, στο δικό μου δεν έχεις. Γιατί δεν πρόκειται για κάτι ιδιωτικό, δεν είναι κάτι δικό σου. Τα πράγματα είναι τόσο συγκεχυμένα… Αλλά δεν νομίζω ότι οι Έλληνες κινδυνεύουμε να μας περιορίσουν τα δικαιώματα –δεν υπάρχει περίπτωση, δηλαδή! Και να μας τα περιορίσουν, πάλι δεν θα μας τα περιορίσουν, όπως ξέρεις πολύ καλά [γέλια]. Δεν κινδυνεύουμε απ’ αυτό. Το θέμα μας είναι να ωριμάσουμε λιγάκι. Να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μας πάνω στον πλανήτη, να συμπεριφερθεί ο καθένας ξεχωριστά ώριμα. [Στην πανδημία] Θα απαντήσει η επιστήμη, θα ξεπεραστούν όλα αυτά, αλλά ορισμένα πράγματα θα πρέπει να μας μείνουν. Όπως το πώς συμπεριφερόμαστε σε δημόσιους χώρους, η υγιεινή μας, το πώς συμπεριφερόμαστε σε δομές υγείας –εγώ σε δομές υγείας δεν θα την έβγαζα ποτέ την μάσκα, να σου πω την αλήθεια. Όπως και στα μέσα μεταφοράς, κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι κινδυνεύουν θα μπορούσαν να διατηρήσουν την μάσκα. Είναι θέμα σεβασμού στην ανθρώπινη ζωή. Καταλαβαίνω ότι μερικοί φοβούνται, δεν θέλουν να εμβολιαστούνε, να βάλουν κάτι στο σώμα τους. Αλλά όταν ολόκληρη η επιστημονική κοινότητα σε διαβεβαιώνει ότι αυτό πρέπει να γίνει; Λένε, «κινδυνεύω από το εμβόλιο». Ναι, αλλά κινδυνεύεις περισσότερο από την ασθένεια, φίλε.

Σε κυνηγάει καθόλου μια αίσθηση ότι συχνά πράγματα που λες εκλαμβάνονται ως προβοκατόρικα;
Ναι! Δεν με απασχολεί, όμως. Πρώτα-πρώτα, δεν νομίζω ότι έχει κανείς την όρεξη την δική μου. Γενικά, δεν έχουν την όρεξη την δική μας οι άνθρωποι. Πιστεύω, πάντως, ότι πρέπει να μιλούμε άνετα κι ελεύθερα, αλλά να ξέρουμε και τι λέμε. Να μην μιλάμε για να δημιουργήσουμε εντυπώσεις, αλλά να μιλάμε εκφράζοντας την δική μας αλήθεια κάθε φορά. Εγώ δεν μπορώ να συμπεριφέρομαι ικανοποιώντας τις προθέσεις των άλλων. Έχω δικές μου απόψεις. Και θέλω να τις πω. Εάν ενοχλούνε, θα τις κουβεντιάσω. Οι άνθρωποι, όμως, οι οποίοι κάνουν προσωπικές επιθέσεις δεν με απασχολούν καθόλου, τους θεωρώ ανόητους –δηλαδή, χωρίς νόημα. Εάν κάποιος μου απαντήσει επιχειρηματολογώντας, είμαι διατεθειμένος να συζητήσω μαζί του. Επίσης, δεν απαντώ ποτέ σε ανώνυμα δημοσιεύματα –δεν απαντώ γενικά, δηλαδή. Όχι, δεν με απασχολεί [το ότι τα λεγόμενά του εκλαμβάνονται ως προβοκατόρικα]. Και δεν έχω πρόβλημα με τους ανθρώπους.


Ο Γιάννης Μπέζος πρωταγωνιστεί στον "Οθέλλο" του Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία του Αιμίλιου Χειλάκη.
CULTURE ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ