Ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν σταματούν ποτέ να μαθαίνουν
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ MAGAZINE

Ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν σταματούν ποτέ να μαθαίνουν

Η καλλιτεχνική συνάντηση της χρονιάς στην παράσταση «Ιχνευταί» του Σοφοκλή.

Μια πολύτιμη συνάντηση θα συντελεστεί στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 23, 24 και 25 Ιουλίου 2021. Το κοινό της θα συναντηθεί για πρώτη φορά με το έργο «Ιχνευταί» του Σοφοκλή, έργο που σώζεται αποσπασματικά και πρόκειται να φέρει για πρώτη φορά στην πάντα δυνατή και πάντα σημαίνουσα σκηνή της Επιδαύρου ο σκηνοθέτης Μιχαήλ Μαρμαρινός. Είχε προηγηθεί μια άλλη συνάντηση πριν από αυτήν, αυτή με τον Σταμάτη Κραουνάκη που ερμηνεύει τον Σιληνό στην παράσταση. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και ο Σταμάτης Κραουνάκης συνδέονται με φιλία και με αγάπη για την τέχνη, για τη δημιουργική διαδικασία αλλά και τη μουσική η γέννηση της οποία συντελείται μπροστά στα μάτια μας, πρώτη φορά κατά των μύθο των Ιχνευτών στη σκηνή.

Οι δύο σπουδαίοι καλλιτέχνες, ενώνονται από τη δίψα τους για μάθηση, μια αέναη ανάγκη που εκφράζεται στο έργο και των δύο, από την επιθυμία τους για εξέλιξη μέσω της δημιουργίας κι από τη μεγάλη γιορτή που αποτελεί η επιστροφή της Τέχνης στη ζωή μας μετά τη σιωπηρή περίοδο της πανδημίας. Ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, μας μιλούν για την παράσταση που αγάπησαν τους Ιχνευτές, λίγες ημέρες πριν την παρουσιάσουν για πρώτη φορά στην ιστορία των Επιδαυρίων.

«Το περιμέναμε πέρσι, είναι λίγο καλύτερα από τότε, ή τουλάχιστον έχουμε αυτή την ψευδαίσθηση συνολικά. Είναι και καλύτερα γιατί το θέμα των εμβολίων έχει λίγο απωθήσει τον φόβο. Πέρσι δεν υπήρχε κάποια τέτοια προοπτική, οπότε σε αυτό το θέμα έχει λίγο προχωρήσει η ανθρωπότητα», σημειώνει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός για την επιστροφή των Ιχνευτών στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου στο οποίο εντάχθηκαν πρώτη φορά το 2020 αλλά λόγω του κορονοϊού δεν τους είδαμε ποτέ ως τώρα.

«Προέκυψε μετά την καραντίνα να έρθουν κάποιες υποχρεώσεις μαζεμένες, αλλά το βασικότερο όλων είναι αυτή η παράσταση που θα κάνουμε τώρα για την οποία είμαι πολύ χαρούμενος», λέει ο Σταμάτης Κραουνάκης που ζει ένα πολύ δημιουργικό καλοκαίρι με πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την δημιουργική έκρηξη να έχουν οι Ιχνευτές. «Υπήρχαν πράγματα που περίμεναν και προέκυψαν οι Εκκλησιάζουσες τις οποίες δεν περιμέναμε. Έκαναν έναρξη στο Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος στην Κύπρο, ξαναζεστάθηκε η παράσταση και θα κάνει κι αυτή μια βόλτα τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα και χαίρομαι γι’ αυτό, γιατί δεν το πρόλαβαν, δεν «φαγώθηκε» η παράσταση, δεν το χορτάσαμε ούτε εμείς. Στην Κύπρο έγινε θρίαμβος και αποφασίσαμε με το θέατρο Τέχνης να το κάνουμε μερικές παραστάσεις. Δεν με απασχόλησε αυτή η παράσταση, απλώς έχω χαρά που θα γίνει. Παράλληλα είμαι στο studio και ετοιμάζω τα τραγούδια της Ελεονώρας Ζουγανέλη. Ξέρετε, εγώ στην καραντίνα δούλευα. Έμεινα μέσα και δούλεψα γιατί τι άλλο να κάνει κανείς; Να γκρινιάζει;», σημειώνει.

Το φετινό του καλοκαίρι έχει πολύ θέατρο μέσα του και όπως μου επισημαίνει «Πάντα έχει πολύ θέατρο το καλοκαίρι μου και να μην το ψάχνω και να μην το κυνηγάω έρχεται. Οι Ιχνευτές είναι το κυρίως πρόγραμμα. Είχε γίνει ήδη μια πολύ μεγάλη προεργασία από πέρσι. Είχαμε δουλέψει 1,5 μήνα περίπου».

Ιδέα του Μιχαήλ να με καλέσει στο έργο αυτό. Την ώρα που μου το πρότεινε καταρχάς ήταν μια έκπληξη για μένα το ό,τι με διάλεξε για τον ρόλο- Σταμάτης Κραουνάκης.

Όπως λέει ο συνθέτης ήταν «ιδέα του Μιχαήλ να με καλέσει στο έργο αυτό. Την ώρα που μου το πρότεινε καταρχάς ήταν μια έκπληξη για μένα το ό,τι με διάλεξε για τον ρόλο, όχι σαν μουσικό ή κάτι τέτοιο αλλά για τον ρόλο. Τώρα που το ζω μπορεί να καταλαβαίνω κι εγώ γιατί με επέλεξε ο Μιχαήλ. Σημασία έχει ότι νιώθουμε όλοι χαρούμενοι. Καταλαβαίνουμε όλοι ότι απ’ όλους μας μαζί κάτι γεννιέται. Νομίζω αυτή η παράσταση θα αφήσει πολύ γερό ίχνος, είναι πολύ καινούργιο κι όχι μόνο το έργο, αλλά το διάβασμά του από τον Μαρμαρινό και γι’ αυτό νομίζω το διάλεξε. Είναι μια πολύ ισχυρή κατάθεση», θα μου πει.

«Είναι μία πολύ αποκαλυπτική χαρά η συνάντηση και η συνύπαρξή μας με τον Σταμάτη», σημειώνει από πλευράς του ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. «Ο Σταμάτης είναι ένας πολύ μεγάλος καλλιτέχνης, γι’ αυτό και στην παράσταση συμμετέχει με αυτή την ευρύτητα της ύπαρξής του. Δεν είναι ηθοποιός ο Σταμάτης, είναι ένας καλλιτέχνης, που μπορεί να είναι και πολύ καλός ηθοποιός γιατί έχει τα πάντα, αίσθηση στίχου, ρυθμού, μουσικότητας. Και φυσικά επειδή είναι ένας πολύ μεγάλος καλλιτέχνης, έχει ένα βαθύ ήθος, σεβασμό, της ομαδικής συνεργασίας, των σκέψεων και των νοημάτων και ειδικά όταν πιστεύει κανείς στον άλλο, γιατί με τον Σταμάτη έχουμε ιστορία φιλίας και πιο πριν. Αν ψάξει κανείς όλη τη βιβλιογραφία των προσωπογραφιών δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο Σιληνό κατά τη γνώμη μου», εξηγεί ο σκηνοθέτης της παράστασης.

Το κομμάτι αυτό της προσωπογραφίας στο θέατρο είναι για τον ίδιο ένα «κρίσιμο μυστήριο, παιγνιώδες και σοβαρό ταυτόχρονα, το ποια προσωπικότητα μπορεί να προσδώσει σώμα και αίμα σε μια άυλη ύπαρξη. Είμαι ευτυχισμένος, γιατί δεν ξέρω ποια θα είναι η δική μου επάρκεια, αλλά η επάρκεια των προσώπων που έχουν αναλάβει να εκπροσωπήσουν αυτούς τους ήρωες και τους ρόλους έχουν τρομερές ιδιότητες, τις οποίες τις προσδίδουν απλόχερα και ο Σταμάτης κάνει το ίδιο κι εκεί. Υπάρχει μία αγάπη γενναιόδωρη στην συνύπαρξη και την παρουσία μας εκεί».

Δεν είναι ηθοποιός ο Σταμάτης, είναι ένας καλλιτέχνης, που μπορεί να είναι και πολύ καλός ηθοποιός γιατί έχει τα πάντα, αίσθηση στίχου, ρυθμού, μουσικότητας.- Μιχαήλ Μαρμαρινός.

Μιλώντας για τον ρόλο του, ο Σταμάτης Κραουνάκης εξηγεί πώς οι ρόλοι σε αυτά τα έργα δεν είναι ρεαλιστικοί αλλά σύμβολα. «Αυτός είναι ένα πανάρχαιο ον με τα παιδιά του όλα, όλος ο χορός τον φωνάζει πατέρα, που πάει να βοηθήσει τον Απόλλωνα να βρει τα βόδια που έχει χάσει. Και αυτό είναι ήδη από μόνο του μια πολύ μαγική στιγμή για το πώς ξεδιπλώνεται το έργο στην κορφή του όρους Κυλλήνη», τονίζει. Η αναζήτηση των βοδιών μας οδηγεί τελικά στη «θεογονία της μουσικής», όπως τονίζει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

«Το έργο αυτό είναι ένα σατυρικό δράμα και ξεκινάει με μία πλοκή αναζήτησης του κλεμμένου κοπαδιού βοδιών του Απόλλωνα. Το ενδιαφέρον είναι ότι βλέπουμε να εμφανίζεται κάποιος που μοιράζεται αυτή την απελπισία κι εμείς δεν ξέρουμε ποιος είναι κι είναι κατά τη γνώμη μου υπέροχο γιατί είναι η απελπισία ενός θεού που τον έχει εξανθρωπίσει. Μόνο όταν εμφανίζεται ο Σιληνός και τον αποκαλεί Φοίβο καταλαβαίνουμε ότι αυτός είναι ο Απόλλωνας κι αναρωτιόμαστε “Μα καλά έτσι είναι ο Απόλλωνας;”. Αυτό είναι μεγάλη διαχείριση από τον Σοφοκλή ο οποίος δεν φειδόταν ούτε τόλμης ούτε τίποτα για να σε εμπλέξει. Μέσα από μια πολύ γρήγορη συμφωνία, λοιπόν, στην οποία ο Απόλλωνος υπόσχεται ότι θα τους δώσει χρυσάφι αν του βρουν τα βόδια οι Ιχνευτές, ξεκινά μια αναζήτηση, κατά την οποία πέφτουν πάνω σε κάτι που δεν γνωρίζουν τι είναι ακόμα, το οποίο είναι η μουσική. Εξ αφορμής της αναζήτησης των βοδιών έχουμε να κάνουμε με τη Θεογονία της μουσικής. Σε αυτό το έργο μπροστά τα μάτια μας χρίζεται θεός της μουσικής ο Απόλλων, ενώ ο Ερμής ήταν εκείνος που ανακάλυψε τη λύρα», εξηγεί ο σκηνοθέτης για την υπόθεση της παράστασης.

Το κείμενο της παράστασης είναι εκείνο στο οποίο στέκονται και οι δύο. «Είναι ένα κείμενο συγκλονιστικό. Ήδη το Φεστιβάλ κυκλοφόρησε το βιβλίο. Είναι το μόνο κείμενο που μιλάει για την αρχή της Μουσικής κι όχι μόνο. Βγαίνει το βουνό και μιλάει για τη βία που υφίσταται. Πείτε μου ποιο τωρινό κείμενο το κάνει αυτό; Ο Μιχαήλ ήρθε, λοιπόν, με την εξαιρετική μετάφραση του 1933 του Δαυίδ και μου διάβασε το έργο. Και είπα το “Ναι”», επισημαίνει ο Σταμάτης Κραουνάκης για το ρόλο που έπαιξε το κείμενο στην απόφαση του να βρεθεί ως υποκριτής στην Επίδαυρο για δεύτερη φορά στη ζωή του.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν σταματούν ποτέ να μαθαίνουν
Ο Σταμάτης Κραουνάκης στους "Ιχνευταί" ΚΩΣΤΗΣ ΦΩΚΑΣ

«Τώρα που έχω μπει πια σε αυτή την πραγματικά ωραία περιπέτεια και προσπαθώ κι εγώ με όλες μου τις δυνάμεις να έρθω κοντά στο όραμα του Μιχαήλ και δείχνει ευχαριστημένος. Είχα έναν σχετικό πανικό γιατί συνυπάρχω με τεράστιους πρωταγωνιστές στη σκηνή τους οποίους λατρεύω και είναι οι κατ’ επιλογήν μου νούμερο ένα και η Αμαλία Μουτούση και ο Χάρης Φραγκούλης. Τους λατρεύω και από την αρχή έλεγα “Πώς θα παίξω με αυτούς τους ηθοποιούς; Θα κάθομαι να τους κοιτάζω”», μοιράζεται ο Σταμάτης Κραουνάκης.

«Πλέον δεν έχω άγχος», επισημαίνει στη συνέχεια. «Με αγκάλιασαν όλοι με πάρα πολύ αγάπη, με είχαν στο νου τους. Κι όχι μόνο τα δύο αυτά παιδιά, όλοι είναι εξαιρετικοί επαγγελματίες. Ο χορός είναι διαμάντια, είναι η Θεοδώρα Τζήμου, η Ηλέκτρα Νικολούζου, ο Μάνος Πετράκης, ο χορογράφος μας ο Τάσος Καραχάλιος έχει κάνει τρομερή δουλειά εις βάθος με τα σώματα και είναι και ο ίδιος στο χορό. Έχουμε επίσης ένας εξαρετικό συνθέτη τον Billy Bultheel, ένα τρομερό ταλέντο κι εκπληκτικό πλάσμα, που έχει κάνει τόσο ωραία ελληνική, μουσική γραφή μοντέρνα, με τέσσερα χάλκινα στις κερκίδες ζωντανά. Για μένα αυτός είναι ένας ήχος ανεξίτηλος μαζί με τα κουδούνια που φοράνε οι Ιχνευτές, τα οποία δεν είναι ίδια και το καθένα βγάζει κι άλλο ήχο και είδατε; Σας μιλάω πάλι σαν μουσικός (γέλια)», τονίζει.

Η μουσική και ο λόγος άλλωστε για τον ίδιο αλλά και για τον Μιχαήλ Μαρμαρινό δεν ξεχωρίζουν στο Αρχαίο Δράμα. «Όταν μιλάμε για Αρχαίο Δράμα δεν μπορούμε να μιλάμε για πρόζα. Όλο το Αρχαίο Δράμα είναι μουσική περίπτωση. Όποιος δεν κατανοεί μουσική δεν μπορεί να ερμηνεύσει Αρχαίο Δράμα. Δεν υπάρχει τρόπος να ερμηνευθεί αν δεν υπάρχει μουσικότητα. Αυτό μου λέει η εμπειρία μου στα τόσα χρόνια που έχω κάνει κυρίως Αριστοφάνη αλλά και 3 τραγωδίες», όπως εξηγεί ο Σταμάτης Κραουνάκης..

«Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το λόγο και τη μουσική. Δεν μπορώ να αποκολλήσω τη μουσική από οποιαδήποτε δράση πάνω στο κείμενο. Δεν εννοώ μόνο μουσική του κειμένου ή μουσική του νοήματος, που είναι ύψιστης σημασίας. Θεωρώ ότι η σκηνοθεσία είναι μουσική γενικά. Αυτή η φέτα του χρόνου την οποία διαχειρίζεσαι πάνω σε έναν τόπο, έναν χώρο, ένα σκηνικό, είναι μόνο μουσική κι όταν επιτυγχάνει η μουσική της εξίσωση, τότε μόνο εγώ αισθάνομαι καλά», συμπληρώνει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

Του επισημαίνω ότι διάλεξε ένα έργο το οποίο ξεκινά από μία αφετηρία δυσκολίας, καθώς το κοινό δεν είναι εξοικειωμένο μαζί του από παραστάσεις του παρελθόντος. «Πολλά έργα τα οποία είναι πλήρη και γνωστά, δεν ανεβαίνουν εύκολα, όπως ο Ηρακλής Μαινόμενος που είναι ένα συγκλονιστικό χορικό έργο. Παρ’ όλο που είναι ένα συγκλονιστικό έργο, ίσως δεν έχει όλες τις παραμέτρους που ελκύουν τους θιάσους για την Επίδαυρο, που έχουν να κάνουν με μεγάλους πρωταγωνιστικούς ρόλους, με την έννοια την τυπική. Οπότε ζουν σε μια μία παρασκιά, ενώ έχουν μεγάλη σημασία. Ο Ηρακλής Μαινόμενος είναι ένα συγκλονιστικό τέτοιο έργο, το είχα ανεβάσει με το Εθνικό και ήταν μια πολύ επιτυχής παράσταση», σημειώνει ο σκηνοθέτης.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν σταματούν ποτέ να μαθαίνουν
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. MALIAKOS

«Είναι θέμα κριτηρίων, με τι καταπιάνεται κανείς και τι τον ενδιαφέρει. Η Επίδαυρος είναι ένας τόπος που ανεβαίνουν γνωστά έργα αλλά οφείλει να είναι κι ένας τόπος όπου ανεβαίνουν πράγματα που είναι μια καινούργια συνάντηση με το κοινό κι αυτό είναι και το νόημα του Φεστιβάλ μερικές φορές. Έτσι συμβαίνει και τώρα. Με αυτό το έργο ερείπιο, θα μπορούσα να πω, γιατί είναι ένα θραύσμα που έχει όμως ταυτόχρονα πάνω του και την ανασκευή ενός ακρωτηριασμένου γλυπτού. Αυτό σου επιτρέπει να δεις πολύ καθαρά τη φόρμα του και να βλέπεις μαζί και την προσθήκη του νέου υλικού στους αρμούς εκεί όπου είχε σπάσει», προσθέτει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

«Υπήρχε η τύχη εδώ, να πέσουμε πάνω σε ένα πόνημα ενός σημαντικού Γερμανού επιστήμονα, Αρχαιολόγου και Φιλολόγου που λέγεται Carl Roberts. Μετά την ανακάλυψη του ερειπίου αυτού στον πάπυρο της Οξυρρύγχου, ασχολήθηκε με αυτό. Επειδή το έργο καταπιάνεται με τη γέννηση του Ερμή, αυτό είναι η αφορμή του, έπιασε τον ύμνο του Ερμή, τον οποίο επίσης δεν έχουμε ολόκληρο και μπόρεσε να συμπληρώσει με αυτή τη δεξιοτεχνία που σας έλεγα πριν, μόνο πολύ υψηλοί επαγγελματίες μπορούν να το κάνουν αυτό, και μας έχει παραδοθεί ένα κείμενο που έχει αυτήν την ανασκευή σε σημεία που έλειπαν και το οποίο είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις που δεν είναι Σοφοκλής. Αυτό είναι πολύ γοητευτικό», σημειώνει επανερχόμενος στο κείμενο και τη σημασία του ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

«Είναι συγκλονιστικό εύρημα η μετάφραση αυτού του έργου, που είναι μία μετάφραση του 1933 του Εμμανουήλ Δαυίδ. Είναι μία έμμετρη μετάφραση κατευθείαν από το αρχαίο και το γερμανικό κείμενο, η οποία νομίζω πώς είναι μνημείο ελληνικής γλώσσας και μεταφραστικό μνημείο σπάνιο. Αφενός προσδίδει ένα κομμάτι μουσικότητας στις σκέψεις και τα νοήματα, γιατί είναι εξαιρετικής σύνθεσης έμμετρη μετάφραση αυτή κι από την άλλη αν και είναι του 33 δεν νιώθεις την ανάγκη να αλλάξεις ούτε μία λέξη. Έχω δουλέψει πολύ με μεταφράσεις και παρεμβαίνω πάντοτε, πράγμα που είναι και θεμιτό και ωραίο,, αλλά εδώ τι να πω; Ήταν αποκάλυψη», τονίζει εξηγώντας ότι οι συγκυρίες που τον οδήγησαν σε αυτό το έργο ήταν πολλές.

Ο έμμετρος λόγος της μετάφρασης δημιούργησε μία ευκολία για τον Σταμάτη Κραουνάκη. «Επειδή η μετάφραση είναι έμμετρη είχα μεγάλη ευκολία στο να προσεγγίσω το ρυθμό και τον ήχο του έργου. Ο Μιχαήλ είναι πάρα πολύ απαιτητικός, έχει μια πολύ δικιά του μέθοδο. Δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο που σκηνοθετούν άλλοι σκηνοθέτες. Εμένα μου ήταν άγνωστη, οπότε μπήκα σαν παιδί. Ήμουν μαθητής κι αυτό με έκανε μικρότερο και στην ηλικία και στη συνείδηση. Είμαι σε ένα πανηγύρι, είναι δώρο για μένα. Πάω με αυτήν την ομάδα, με αυτόν τον σκηνοθέτη, με αυτούς τους συνεργάτες σε ένα θέατρο που το έχω πατήσει, το έχω περπατήσει, δεν έχω δηλαδή το τρακ το λεγόμενο της Επιδαύρου και η χαρά μου που είμαι με αυτούς τους ανθρώπους σε αυτή την περιπέτεια, αυτό για μένα είναι από μόνο του, το βραβείο μου», εξηγεί ο Σταμάτης Κραουνάκης.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν σταματούν ποτέ να μαθαίνουν
Ο θίασος της παράστασης. ΚΩΣΤΗΣ ΦΩΚΑΣ

Η αίσθηση της γιορτής και της χαράς, της εκ νέου συνάντησης σωμάτων και σκέψεων εμπεριέχεται όχι μόνο στη συνεργασία των δύο ανδρών αλλά και στην ίδια την παράσταση με έναν τρόπο, που έρχεται μετά από 1,5 χρόνο πανδημίας. Πώς άλλαξε αυτό το διάστημα τον τρόπο που σκηνοθέτησε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός το έργο του; Ο ίδιος απαντά. «Αλλάζει με έναν τρόπο που δεν είναι ορατός, δεν περιγράφεται και δεν είναι ακριβώς ανεξήγητος. Μέσα από αυτό το έργο γιορτάζουμε ξανά τη συνάντηση των σωμάτων. Πιθανόν έτσι να κάναμε και πριν, αλλά τώρα ίσως έχει και μια συνείδηση και μια συναίσθηση της αξίας αυτής της συνάντησης. Μία αγκαλιά πάντα έχει μεγάλη σημασία, αλλά εδώ έχει και την αξία της συνείδησης του τι σημαίνει να σου λείπει αυτό. Με αυτήν την έννοια έχει μια εσωτερική γιορτή η παράσταση που δεν θα μπορούσε να υπάρξει εύκολα χωρίς αυτήν. Έχει να κάνει με την επανανακάλυψη της αγκαλιάς και της εγγύτητας των σωμάτων. Αυτό είναι που γιορτάζει σιωπηλά η ίδια η παράσταση».

«Νομίζω ότι στο θέατρο αντιλαμβάνεται κανείς τι είναι αυτό που μας έλειψε πριν. Γιατί μας έχει λείψει. Το θέατρο είναι μία γιορτή την οποία έπληξε βαθιά ο κορονοϊός. Λες και είχε πρόβλημα μαζί του», προσθέτει ο σκηνοθέτης.

«Εμένα ο πρώτος εγκλεισμός μου χάρισε έναν δίσκο, καθώς “Η γιορτή στα σπίτια” γεννήθηκε στην πρώτη καραντίνα και επωάστηκε μέσα από τη σελίδα μου στο Facebook στην πρώτη καραντίνα και έκανε τεράστια εμπορική επιτυχία στη δεύτερη καραντίνα, με πωλήσεις που πια σπανίως γίνονται στη δισκογραφία. Το λέω από την πρώτη καραντίνα και το λέω και τώρα, πιστεύω ότι τίποτα δεν θα γυρίσει πίσω και τίποτα δεν θα είναι ίδιο. Όλοι θα βρούμε τρόπους και όποιος πηγαίνει πίσω με τους ίδιους τρόπους δεν θα δει χαΐρι. Είναι υποχρεωμένη η τέχνη να εφεύρει τους τρόπους της κι εγώ βλέπω από τα πράγματα που βγήκαν στον αέρα, ότι εκεί που κάτι πραγματικά προσφέρεται κάτι για την ψυχή του ανθρώπου και το κοινό, ο κόσμος είναι εκεί. Οι παραστάσεις της Τάνιας Τσανακλίδου και της Λίνας Νικολακοπούλου για παράδειγμα και οι παραστάσεις του Φοίβου Δεληβοριά και του Δημήτρη Καραντζά είναι γεμάτες», τονίζει ο Σταμάτης Κραουνάκης για το θέμα της τέχνης μετά την πανδημία.

«Δεν θα ξαναγυρίσουμε στα ίδια, δεν μπορούμε, αλλάζει όλο το σύστημα», σημειώνει από πλευράς του ο Σταμάτης Κραουνάκης. «Ο κάθε καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος κι αυτή την προσπάθεια την κάνω τώρα και με την αγαπημένη μου Ελεονώρα στο καινούργιο έργο που της δίνω, να ανοίξει την πόρτα στην επόμενη μέρα. Αυτή είναι η δουλειά μας. Το θέμα είναι να είναι δημιουργικός και εμπνευσμένος ο τρόπος που θα βρούμε. Ο κόσμος έχει απαιτήσεις αυτή τη στιγμή γι΄ αυτό που θα δει», λέει και συμφωνούμε ότι κάποια από τα θεάματα που είδαμε φέτος δείχνουν να είναι εξαιρετικά φρέσκα. « Ήμασταν κλεισμένες βρύσες για πολύ καιρό, τώρα ανοίξανε, τρέχει το νερό κι είναι λογικό», επισημαίνει.

Κοντά στον Μιχαήλ Μαρμαρινό, ο Σταμάτης Κραουνάκης έγινε ξανά μαθητής, όπως είπε. Κι είναι ένας πολύ ευχαριστημένος μαθητής. «Ο Μαρμαρινός εκμαιεύει το έργο από τους υποκριτές δεν το επιβάλει. Ένα μεγάλο μέρος της προετοιμασίας ήταν το πώς καταλάβαιναν οι υποκριτές το έργο. Πήγαμε στο έργο λέξη λέξη, σιγά σιγά. Για 20 μέρες περίπου ίσως και παραπάνω, ο θίασος ανίχνευε το έργο με τον δικό του τρόπο ο καθένας. Με προτάσεις, με ευρήματα κι άρχισε σιγά σιγά όπως μοίραζε το παιχνίδι ο σκηνοθέτης με μια μέθοδο καταπληκτική που έχει, μόνο με κινήσεις των χεριών, να το συνειδητοποιεί κι όλο το σύστημα. Είναι πολύ ιδιαίτερη μέθοδος, είναι σαν σαμάνος, είναι μαγικό. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί τον ήξεραν τον μηχανισμό, εγώ τον έμαθα», εξηγεί ο Σταμάτης Κραουνάκης.

«Είχε ελευθερία η διαδικασία αρκεί να ήσουν έτοιμος να δοθείς. Εμένα μου έλεγε από την αρχή μη διαβάζεις λόγια θα τα βρεις. Παρ’ όλα αυτά τα διάβαζα. Και τώρα που το βιβλίο μου έχει γίνει φύλλο και φτερό, το διαβάζω κάθε μέρα. Ακόμα και χθες που τελειώσαμε την πρόβα στη 1 το βράδυ, του έστειλα ένα email και τον ρωτούσα “Να ενισχύσω τα σημεία που υπάρχει απόστροφος όπως το κάνουν οι άλλοι γιατί εγώ δεν το κάνω” και η απάντησή του ήταν “Έλεος πια”», διευκρινίζει γελώντας.

Χωρίς το τρακ της Επιδαύρου, αγκαλιασμένος από τον θίασο, νιώθει ότι είναι «Απολύτως κουρδισμένος να τα φέρω πέρα. Δούλεψα πολύ και με το κοστούμι μου και με τα ρούχα μου και με τα λόγια μου και με το υπέροχο μπαστούνι μου που μου έφτιαξε ένας εξαιρετικός ξυλογλύπτης Θεσσαλονικιός, που το έχω ερωτευτεί και με τα κουδούνια μου και με την ομιλία μου κι όλο αυτό που έχει χτιστεί γύρω από ένα εξαιρετικό και πολύ παράξενο πράγμα και στο σκηνικό και στα ρούχα που έχει φτιάξει ο υπέροχος σκηνογράφος Γιώργος Σαπουντζής . Στην παράστασή μας μυρίζουν όλα καθαρό θέατρο», επισημαίνει.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης αισθάνεται ότι το να ακολουθεί το όραμα του Μιχαήλ Μαρμαρινού είναι τουλάχιστον «λυτρωτικό». «Δεν ξέρετε πόσο με λυτρώνει, όταν είμαι υπό τις οδηγίες ενός σκηνοθέτη είμαι τυφλά υπάκουος. Βεβαίως κι εγώ με την εμπειρία μου μόλις καταλάβω και που πάμε, θα βοηθήσω, θα προτείνω πράγματα, όπως έκανα ακόμα και χθες σε μία σκηνή που είναι μια υπέροχη στιγμή του έργου. Στη σκηνή αυτή χτυπάμε τη γη για να βγει έξω αυτό που ακούμε και δεν ξέρουμε τι είναι, που είναι από τα πιο κουραστικά σημεία για μας, αλλά η ενέργεια που έχουν αυτά τα παιδιά, ο εξαιρετικός χορός μας είναι κάτι φοβερό. Για μένα είναι οι μεγάλοι ήρωες της παράσταση αυτής ο χορός», σημειώνει.

Δεν είναι, όμως, ο μόνος που νιώθει ότι μαθαίνει από την συνεργασία του με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Ο σκηνοθέτης πάντα μαθαίνει από τους ηθοποιούς του. «Στην τέχνη, τη δημιουργία, όταν ξεκινάς κάτι είσαι αδαής. Απόλυτα αδαής. Η διαδικασία σε μαθαίνει. Κι η διαδικασία αυτή στο θέατρο είναι οι Ιχνευτές πίσω από τους Ιχνευτές είναι οι ηθοποιοί, οι προσωπικότητες σε έναν βαθμό συνειδητά σε έναν βαθμό ερήμην τους, που σε οδηγούν σε ατραπούς που κυρίως δεν τις περίμενες κι εμένα αυτό με ενδιαφέρει πάρα πολύ σε μία πρόβα. Εγώ βάζω μια γενικότερη συνθήκη η οποία εξειδικεύεται μέσα από τις διαδρομές και τις προσωπικότητες των ίδιων των ηθοποιών κι από τη μεταξύ τους συνύπαρξη και χημεία. Αυτό είναι κάθε φορά μια ανακάλυψη», εξηγεί ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

«Το λέω αυτό γιατί είναι απόλυτα σίγουρο, ότι όταν ξεκινάς μια δουλειά είσαι απόλυτα αδαής. Κανένα παρελθόν και καμία ασφάλεια δεν μπορεί να σε διασώσει κι αν χρειαστεί να ανακαλύψεις τον τροχό πρέπει να το κάνεις ξανά από την αρχή. Πάντα κοιτάς από μία γωνιά την άβυσσο, από μία γωνιά απ’ όπου δεν την έχεις ξαναδεί», συμπληρώνει.

Αναρωτιέμαι αν αυτή του η στάση είναι που τον βοηθά να μη φοβάται τους «εξουσιαστικούς» ρόλους του σκηνοθέτη ή του Καλλιτεχνικού Διευθυντή μιας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας που έχει αναλάβει στην Ελευσίνα. «Η αλήθεια είναι ότι σε οποιαδήποτε δημιουργία μικρότερης η μεγαλύτερης κλίμακας, είσαι από μία καινούργια γωνία μπροστά σε μία άβυσσο και κάπως πρέπει να την περάσεις, να την επισκεφθείς. Αυτό είναι η δημιουργικότητα. Και όταν το κάνεις αυτό, το ίδιο το σώμα παίρνει έναν ρυθμό, έναν τρόπο κι είναι το μόνο πράγμα αυτό που νομίζεις ότι ξέρεις. Ο ρυθμός ενός σώματος απέναντι στον κάθε φορά δημιουργικό φόβο. Αυτός ο παλμός είναι που σε κάνει να λες «Πάμε να δούμε κι αυτό», γιατί όντως και το να είσαι καλλιτεχνικός διευθυντής σε μία πολιτισμική πρωτεύουσα είναι και μία θεσμική θέση», αναφέρει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

«Αυτό που με ελκύει και είπα «ναι» όταν μου προτάθηκε, είναι ακριβώς για την ποιότητα της αβύσσου που βλέπω μπροστά μου. Για τη δημιουργικότητα αυτού του σημείου όχι για τη θεσμικότητα του ρόλου, αυτή είναι συνεπαγωγή κι απλώς τη χρειάζεσαι για να μπορέσεις να κάνεις πέντε πράγματα. Τώρα μαθαίνω κι εγώ ότι αυτή η θεσμικότητα έχει κι άλλα συμπαρομαρτούντα μαζί που είναι ικανά να φάει η φακή το λάδι Εκεί πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός και πολύ τυχερός», συμπληρώνει.

Ιχνευταί, του Σοφοκλή, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 23- 25/7 στις 21.00

Τα πρόσωπα της παράστασης: Χάρης Φραγκούλης (Απόλλων), Σταμάτης Κραουνάκης (Σιληνός), Αμαλία Μουτούση (Κυλλήνη), Steve Katona (Ερμής)

Χορός Σατύρων (με αλφαβητική σειρά) Λάμπρος Γραμματικός, Adrian Frieling, Αλεξάνδρα Καζάζου, Τάσος Καραχάλιος, Χρήστος Κραγιόπουλος, Άγγελος Νεράντζης, Ηλέκτρα Νικολούζου, Μάνος Πετράκης, Θεοδώρα Τζήμου, Ανδρομάχη Φουντουλίδου

Μουσικοί Μενέλαος Μωραΐτης τούμπα, Σπύρος Βέργης ευφώνιο, Δημήτρης Αλεξανδράκης τούμπα, Λεωνίδας Παλαμιώτης ευφώνιο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Culture, Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, Θέατρο