Δ. Χριστόπουλος: Ποιος είναι έλληνας πολίτης; Όταν η ιστορία λειτουργεί σαν βαρίδι

Δ. Χριστόπουλος: Ποιος είναι έλληνας πολίτης; Όταν η ιστορία λειτουργεί σαν βαρίδι

Ο καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Δημήτρης Χριστόπουλος με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του με τίτλο "ποιος είναι Έλληνας πολίτης" μιλά στο News 24/7 για τον Έλληνα του σήμερα, την ιθαγένεια και την ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Μπαίνοντας στη νέα δεκαετία, ετοιμαζόμαστε σαν λαός και έθνος να γιορτάσουμε τους δυο αιώνες από την έναρξη της Επανάστασης που οδήγησε στην δημιουργία του κράτους το 1830. Μετά από 200 χρόνια στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης και σταυροδρόμι ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, κάποια ερωτήματα παραμένουν. Ένα από αυτά είναι το «ποιος είναι ο έλληνας πολίτης;». Ερώτημα διχαστικό που αν κάποιος σκεφτεί πως πριν μερικά χρόνια κάποιοι ωρύονταν για να μην κρατήσει ένα αριστούχος μαθητής αλβανικής καταγωγής την ελληνική σημαία και τώρα η τηλεοπτική ζώνη του prime time της Δευτέρας γεμίζει με όμορφα μεταναστόπουλα που διεκδικούν μια θέση στην show business στο όνομα του “diversity”, τότε μάλλον έχουν αλλάξει πολλά.

Όπως γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος, καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών στο βιβλίο του «Ποιος είναι έλληνας πολίτης;» εκδόσεις Βιβλιόραμα. «Τα χρόνια της ελληνικής κρίσης ήταν η εποχή που άλλαξαν με δραστικό τρόπο οι θεμελιακοί προσανατολισμοί της ιδιότητας του έλληνα πολίτη.» Είναι το πρώτο βιβλίο που κάνει μια ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας. Μέχρι πριν μια δεκαετία ακόμη για την ελληνική ιθαγένεια έγραφαν μόνο κάποιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών και καθηγητές ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Βιβλία τεχνικής φύσης και όχι ιστορικοπολιτικά βιβλία. Το βιβλίο είχε κάνει ήδη δύο εκδόσεις, είχε εξαντληθεί, διδάσκεται σε πανεπιστήμια οπότε ήταν μάλλον ανάγκη να βγει, και ακαδημαϊκή και πολιτική και λειτουργική.

Το εξώφυλλό του βιβλίου, του Δημήτρη Χριστόπουλου,
Το εξώφυλλό του βιβλίου, του Δημήτρη Χριστόπουλου, "Ποιός είναι έλληνας πολίτης;" από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος συμμετείχε πολύ ενεργά και στην μεταρρύθμιση του 2010 και του 2015 οπότε το βιβλίο είναι και λίγο βιωματικό με κάποιο τρόπο. Ωστόσο παραμένει ένα ακαδημαϊκό βιβλίο με μια πολύ σημαντική ιδιομορφία. Με τον ίδιο τον τίτλο του παίρνει θέση σε ένα ερώτημα που «αναπόδραστα σφυρηλατεί την κοινή μοίρα των ανθρώπων που ζουν σε αυτόν τον τόπο ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Ή κυρίως σε αυτές.»

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος μίλησε στο News 24/7 για το βιβλίο.

Η πρώτη έκδοση του «Ποιος είναι Έλληνας πολίτης» είναι του 2012. Γιατί ξαναβγάζετε το βιβλίο το 2019;

Έχουν μεσολαβήσει σημαντικές εξελίξεις όλα αυτά τα χρόνια που έπρεπε να καταγραφούν. Το βιβλίο αυτό ουσιαστικά είναι η ιστορία της Ελλάδας μέσα από τα μάτια της ιδιότητας του πολίτη . Πως συγκροτείται το Ελληνικό κράτος και η ιδέα του Έλληνα πολίτη από την εποχή των επαναστατικών συνταγμάτων ως την ανταλλαγή των πληθυσμών, ποιές είναι οι περιπέτειες του εμφυλίου και μετά σε βάρος των αντιφρονούντων και των μειονοτικών πληθυσμών, και πώς από το τέλος της δεκαετίας του 70 και ύστερα μπαίνουμε σε μια άλλη διαχείριση του θέματος με αποτέλεσμα την αλλαγή του 2010. Το 2010 που είχαμε την μεγάλη μεταρρύθμιση στο δίκαιο της ελληνικής ιθαγένειας, κάναμε έναν μεγάλο δρασκελισμό. Από ένα δίκαιο φτιαγμένο για την Ελλάδα του Ψυχρού Πολέμου, βρεθήκαμε σε ένα δίκαιο που μιας χώρας που έχει γίνει μεταναστευτικός προορισμός. Αυτό το αμφισβήτησε το Συμβούλιο της Επικρατείας με μια θλιβερή απόφαση το 2013 και το 2015 ευτυχώς υπήρξε η πολιτική βούληση για την ολοκλήρωση της συμπερίληψη των μεταναστών και των παιδιών τους. Το βιβλίο λοιπόν περιέχει και την δεύτερη φάση της μεταρρύθμισης, την εδραίωση της έως τις ημέρες μας. Για να λέμε κι ονόματα πρωθυπουργών υπέρμαχων της μεταρρύθμισης: Παπανδρέου και Τσίπρας και το όνομα του ορκισμένου πολέμιου: Αν. Σαμαράς.

Κατά κάποιο τρόπο η ελληνική ιθαγένεια αποτελεί ένα θέμα «χρυσό δισκοπότηρο» για το ελληνικό κράτος. Είναι μια ερώτηση για την οποία κανείς δεν ήθελε να δώσει ξεκάθαρη απάντηση και τώρα το ελληνικό κράτος έχει φτάσει σε ένα σημείο να αναρωτιέται για τον ίδιο του τον εαυτό.

Η ιθαγένεια ήταν πάντα η καρδιά του κρεμμυδιού της κυριαρχίας. Το άβατο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πως μέχρι το 2010 όταν το ελληνικό κράτος δεν ήθελε να πολιτογραφήσει κάποιον τον απέρριπτε και δεν αιτιολογούσε την απάντηση του. Επίσης η διοίκηση δεν υπάγονταν σε νόμιμες προθεσμίες Αυτά τα δύο βγάζουν το δίκαιο της ιθαγένειας εκτός κράτους δικαίου. Ουσιαστικά δηλαδή μιλάμε για αποφάσεις κι όχι κανόνες. Η ιθαγένεια υπήρξε άσκηση κυριαρχικής αρμοδιότητας του κράτους. Προνόμιο και όχι δικαίωμα και σε όποιον αρέσει. Αυτή η γραμμή πήγε να παλινορθωθεί το 13 με την απόφαση του ΣτΕ που αποτελεί ένα όνειδος στην ιστορία του και το «σώθηκε» το 2015. Αυτά πιστεύουν κι αυτοί που κυβερνούν σήμερα δυστυχώς.

Ποια πολιτική ανάγκη εξυπηρετεί το βιβλίο;

Η ιθαγένεια έχει τα χαρακτηριστικά του «ιδανικού ειδώλου» που θέλουμε να είμαστε ως κοινότητα. Το ποιος θέλουμε να είναι πολίτης είναι ιδεολογικοπολιτική επιλογή. Θέλουμε πολίτη τον μετανάστη δεύτερης γενιάς ή όχι, τον έλληνα του εξωτερικού ή όχι. Αυτές είναι όλες πολιτικές στρατηγικές οι οποίες αναδεικνύουν με τον πιο πανηγυρικό τρόπο το κεντρικό πολιτικό επίδικο. Το ποιοι θέλουμε να είμαστε: ποιους θέλουμε να αποκλείσουμε και ποιους να συμπεριλάβουμε. Η ιθαγένεια δεν είναι απλώς το δελτίο ταυτότητας μας είναι Η ταυτότητα μας. Υπό την έννοια αυτή δεν είναι ένα απλά πολιτικό ερώτημα, είναι ΤΟ πολιτικό ερώτημα.

Οι απαντήσεις που δίνουμε στο ερώτημα αν π.χ. «το αλβανάκι που γεννιέται εδώ δικαιούται να έχει πρόσβαση στην ελληνική ιθαγένεια;» δεν είναι μια τεχνικού, αισθητικού ή πολιτισμικού τύπου Αντανακλά τον σκληρό πυρήνα του πως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Εκεί χωριζόμαστε Ο Αντ. Σαμαράς λέει πως το ελληνικό έθνος είναι έθνος και όχι πληθυσμός. Άλλοι πιστεύουμε ότι το έθνος δεν είναι ένα κλειστό σύστημα. Ζει επειδή είναι ανοιχτό σύστημα κι αναζωογονείται. Αν το κλείσουμε θα πεθάνει. Τα έθνη που κλείστηκαν στον εαυτό τους και άλλα που έβλεπαν τους πάντες γύρω τους ως εχθρούς επιχειρούν να αυτοκτονήσουν. Δείτε τι γίνεται τώρα με τη Μεγάλη Βρετανία, τι έγινε πριν 20 χρόνια με την Σερβία και τι παθαίνουμε κι εμείς με τους εκάστοτε εθνικιστικούς παροξυσμούς.

Η μόνη λύση εναντίον του φυλετισμού είναι α ανοιχτό έθνος που ανήκει σε όλους όσους νιώθουν ότι ανήκουν σε αυτό. Αυτή είναι η συνταγή βιωσιμότητας, μακροζωίας, αντοχής και δικαιοσύνης.

Ωστόσο, τα τελευταία 100 χρόνια και περισσότερο, η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει περάσει από χίλια μύρια κύματα και δεν έχουμε ξεκινήσει κάποιο διάλογο για την ταυτότητα μας. Η Γερμανία π.χ. ξεκίνησε τον διάλογο μετά την πτώση του τείχους.

Η ελληνική κοινωνία βιώνει από τη στιγμή της ίδρυσής της και στη μεγαλύτερη διάρκεια του 20ου αιώνα, μείζονες τομές και διαιρέσεις με τον Εθνικό διχασμό και τον εμφύλιο να προεξέχουν. Ο εμφύλιος ως πόλεμος λήγει το 1949. Ως το 1974 έχουμε ένα παρατεταμένο μετεμφυλιακό κράτος ενώ μόλις το 1989 ολοκληρώνεται η άρση όλων των συνεπειών του εμφυλίου. Τότε ακριβώς, με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάδα γίνεται προορισμός μεταναστών. Πριν καλά καλά λυθούν οι εσωτερικές διαιρέσεις προκύπτει και μια νέα δια της μεταναστευτικής παρουσίας. Υπό την έννοια αυτή, η συζήτηση που γίνεται απ’το 2010 για την ιθαγένεια δεν είναι εξαιτίας της μετανάστευσης, αλλά ι δια της μετανάστευσης. Αν μιλούσαμε για ιθαγένεια το 1950 δεν θα μιλούσαμε ι μετανάστες αλλά για κομμουνιστές που την στερήθηκαν . Η συζήτηση στην Ελλάδα της μετανάστευσης κατέληξε σε μια νομοθετική ρύθμιση το 2010. Μπορεί να πήρε σχεδόν είκοσι χρόνια αλλά με αυτή την ιστορική αποσκευή που έχει η χώρα μας, όσο και να σας κάνει εντύπωση, δεν αργήσαμε.

Του χρόνου θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Θα γιορτάσουμε δύο αιώνες ιθαγένεια, δυο αιώνες έλληνας πολίτης. Τα επαναστατικά συντάγματα στο Άστρος και την Τροιζήνα έλεγαν: «Έλληνας πολίτης είναι ο χριστιανός κάτοικος του κράτους».

Τι σημαίνει αυτό;

Η διαμονή είναι μείζον κριτήριο διότι η ανεξαρτησία είναι προϊόν πολέμου . Το θρησκευτικό κριτήριο δεν είναι ένδειξη θρησκοληψίας αλλά ταυτότητας: = ο εχθρός ήταν ο Οθωμανός μουσουλμάνος. Έλληνας και μουσουλμάνος δεν πάει. Αργότερα αυτή η κληρονομιά παρουσιάζει τις πρώτες ρωγμές. Τι είναι ο Εβραίος της Χαλκίδας, της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης; Τι είναι ο Βουλγαρόφωνος της Δράμας, της Φλώρινας και της Καστοριάς; Τι είναι αργότερα ο Θρακιώτης μειονοτικός ; Δι’αυτών των πληθυσμών βλέπουμε πως η συνταγή “Έλληνας είναι ο χριστιανός” ενώ παρουσιάζει στοιχεία εξαιρετικής ιστορικής ανθεκτικότητας κάποιες στιγμές δεν καταφέρνει να απεικονίσει και να αποδώσει το όλον. . Μη σας εντυπωσιάζει: μέχρι το 2010 οι δικηγόροι που ασχολούνταν με πολιτογραφήσεις αλλοδαπών έλεγαν στους πελάτες τους που ήταν μουσουλμάνοι πως . «ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσεις ελληνική ιθαγένεια είναι βαπτιστείς». . Άρα βλέπεις λοιπόν πως η ιθαγένεια έχει ένα ι πολύ βαρύ ιδεολογικό φορτίο το οποίο καμία φορά μας καθηλώνει. Λέω καμιά φορά στους φοιτητές μου: Η ιστορία λειτουργεί πολλές φορές όχι σαν πυξίδα αλλά σαν βαρίδι. Και στην Ελλάδα η ιστορία της ιθαγένειας λειτούργησε κατεξοχήν σαν βαρίδι. Ευκαιρία να λειτουργήσει ως πυξίδα για το μέλλον.

Μου λέτε πως αυτός που «έλυσε τον γρίφο» της ιθαγένειας ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου.

Ναι, με υπουργό Ραγκούση και γενικό γραμματέα μεταναστευτικής πολιτικής τον Ανδρέα Τάκη Το 2010 η μεγάλη διαίρεση στην ελληνική κοινωνία ξεκίνησε να είναι το «μνημόνιο – αντιμνημόνιο»: Τελικά όμως η διαίρεση γύρω από το “ποιος είναι Έλληνας πολίτης” αποδείχθηκε ανθεκτικότερη. Πλέον ουδείς συζητάει για Μνημόνια με την ένταση που συζητούσαμε τότε, ενώ όλοι θα συζητάμε πάντα για το “ποιος είναι Έλληνας πολίτης” έχοντας απέναντί μας το τον Αντώνη Σαμαρά, τον Άνθιμο Θεσσαλονίκης κι άλλους εκπροσώπους του ελληνικού φυλετισμού.

Να επισημάνω ωστόσο ότι ο τρόπος που αντέδρασε η συντηρητική παράταξη στην νομοθεσία για την Ιθαγένεια το 2010 ήταν εντελώς πιο φοβικός και επιθετικός από αυτόν που αντέδρασε πέντε χρόνια αργότερα. Θέλω να πω πως ο χρόνος λειαίνει και η εμπειρία της διακυβέρνησης φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά με ρεαλιστικό τρόπο στα επίδικα του νόμου για την ιθαγένεια που θέλει τα παιδιά των ανθρώπων που γεννιούνται στην χώρα να έχουν την ελληνική ιθαγένεια. Το 2010 το θεώρησε “προδοσία” μαζί με τον Καρατζαφέρη που έδινε τον τόνο, ενώ το 2015 η ένταση είχε πέσει πολύ Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία που μπαίνει ο πήχης. Όταν μπαίνει ψηλά, όπως μπήκε στην ιθαγένεια, Δεν πέφτει.

Το debate γύρω από την ιθαγένεια έχει προχωρήσει; Σε τι φάση βρισκόμαστε;

Ναι έχει προχωρήσει! Βρισκόμαστε σε μια φάση που το μεγαλύτερο ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας αποδέχεται τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται και εξ’αντικειμένου πρέπει να έχουν πρόσβαση στην ελληνική ιθαγένεια. Αυτό αφορά τα παιδιά όχι τους ενήλικες όμως. Εδώ ι υπάρχει ακόμα μεγάλη αντίσταση. Τέλος, η ανάδυση της άκρας δεξιάς και της ξενοφοβίας δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Είναι δυστυχώς κι η ευρωπαϊκή συγκυρία βαριά ενώ η συζήτηση για το προσφυγικό στην Ευρώπη την κάνει ακόμη πιο δύσκολη.

Αυτό που μου περιγράφετε είναι πως εκτός από την οικονομική κρίση τα τελευταία δέκα χρόνια η ελληνική κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη και με την ταυτότητα της.

Ε, αν έχεις ένα εκατομμύριο ανθρώπους στη χώρα τι θα τους κάνεις; Για μια ζωή αλλοδαπούς θα τους έχεις; Θα πρέπει κάποια στιγμή να αντιμετωπίσεις το ερώτημα. Αυτός δεν είναι ανθρωπισμός, είναι στοιχειώδης πολιτικός ρεαλισμός. Πρέπει να απαντήσεις το ερώτημα της ενσωμάτωσης τους. Η κτήση ιθαγένειας είναι ένας τέτοιος μηχανισμός. . Η λύση απέναντι στο φυλετισμό είναι το πολιτικό έθνος. Το έθνος ως η σύμπτωση των βουλήσεων των ανθρώπων που νιώθουν ότι ανήκουν σε αυτό.

Μόλις μου ήρθαν στο μυαλό όσα έλεγε ο Αντώνης Σαμαράς στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας πριν λίγες εβδομάδες για «λαθρομεταναστευτικό» και «εισβολή».

Ναι, για αυτό έδωσε την ιθαγένεια στον Αντετοκούνμπο και μια εικόνα της Παναγίας να πάει να γίνει MVP κατά παράβαση των νόμων που ο ίδιος ψήφισε. Ντροπή. Η Νέα Δημοκρατία μεταπολιτευτικά παλεύει να συγκρατήσει στο εσωτερικό της το μείζον τμήμα του ελληνικού βασιλοχουντισμού. Κακά τα ψέματα, αυτό είναι συνταγή εκλογικής επιτυχίας για την παράταξη. Το 2020 δεν μπορούμε να μιλάμε με τους ίδιους όρους Ωστόσο μιλάμε για μια άκρα δεξιά με ένα σαφέστατο πολιτικοιδεολογικό στίγμα που δεν είναι αμιγώς ελληνικό αλλά ευρωπαϊκό. Ο κ. Σαμαράς μιλάει απροκατάληπτα σαν τον Έλληνα Όρμπαν. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι έτσι κι είναι μεγάλο λάθος του ΣΥΡΙΖΑ να αντιμετωπίζει συλλήβδην τη Νέα Δημοκρατία ως άκρα δεξιά. Φωνές σαν του κου Σαμαρά υπάρχουν στην ελληνική δεξιά ωστόσο δεν θα αγγίξουν το νόμο για την ιθαγένεια, την αποτέφρωση ή την ταυτότητα φύλου. Όπως δεν άγγιξαν παλιότερα τον πολιτικό γάμο, την ισότητα των φύλων κλπ. Υπάρχουν μεταρρυθμίσεις που ήρθαν για να μείνουν γιατί έχουν μια αυτοτελή δυναμική στην εδραίωση της κοινωνικής δικαιοσύνης, συνοχής και του ευ ζην. Και η συντηρητική παράταξη το καταλαβαίνει παρά τις πρόσκαιρες αντίθετες φωνασκίες.

Υπάρχει και το κομμάτι της αριστεράς που λέει «χαρτιά σε όλους τους μετανάστες εδώ και τώρα». Είναι ρεαλιστικό αυτό το πρόταγμα;

Πλέον δεν το ακούω και τόσο συχνά αυτό μετά την εμπειρία της διακυβέρνησης που άφησε πίσω τη Μόρια. Για να είμαστε και δίκαιοι. Όντως στην αριστερά υπάρχει ένα κομμάτι κόσμου που μιλάει για ανοιχτά σύνορα και καλά κάνει. Κι εγώ αν με ρωτήσεις αν ονειρεύομαι κόσμο με σύνορα θα σου πω “όχι”. Ωστόσο, αυτό που απαντώ είναι πως σε ένα κόσμο των κρατών το να υποθέσουμε πως δεν υπάρχουν σύνορα είναι αντιφατικό. Από εκεί και ύστερα αυτό που έχουμε να διεκδικήσουμε σε αυτό τον κόσμο είναι π.χ. τα σύνορα να μην είναι ναρκοθετημένα, να μην γίνονται επαναπροωθήσεις, να υπάρχουν σοβαρές υπηρεσίες υποδοχής και λοιπά. Κοινώς να μην κάνουμε το βίο των ανθρώπων αβίωτο, όπως συμβαίνει σήμερα. Από εκεί και ύστερα μπορώ να σας βεβαιώσω πως οι μετανάστες που πάνε κάπου, πάνε με την προϋπόθεση να δουλέψουν όχι να μείνουν άνεργοι. Είμαι σε μια λογική ανθρώπινης μεταχείρισης στο όνομα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της κοινωνικής συνοχής και της ασφάλειας. Αντιθέτως αυτοί που μονοπωλούν τον λόγο τους με τη λέξη «ασφάλεια» τα έχουν κάνει μαντάρα με το προσφυγικό και κάνουν τον κόσμο μας πιο ανασφαλή. Όσοι κυβερνούν σήμερα στο όνομα της ασφάλειας έχουν κάνει την κοινωνία μας εύφλεκτο υλικό με κίνδυνο να τιναχτούμε στο αέρα. Και δεν είναι μόνο το θέμα των προσφύγων και των μεταναστών. Είναι πως δημιουργείται μια τεράστια ιδεολογικοπολιτική πόλωση γύρω από την διαχείριση του προσφυγικού κι όχι μόνο. Η κοινωνία χρειάζεται καταλλαγή. Αυτό πρέπει να το καταλάβει η σημερινή κυβέρνηση πριν είναι αργά.

Θα μου κάνετε ένα σχόλιο για την ψήφο των αποδήμων; Έγινε πολλή συζήτηση.

Συζητάμε για την ψήφο των αποδήμων από το 1974. Τότε η συντηρητική παράταξη δεν ήθελε την ψήφο των αποδήμων γιατί φοβόταν πως οι gastarbeiter που έφυγαν από το 1960 και ύστερα θα ρίξουν την ευθύνη της μετανάστευσης τους στην δεξιά. Για αυτό ήταν εξαιρετικά επιφυλακτική. Από ένα σημείο και ύστερα η δεξιά αρχίζει και ενσωματώνει την αφήγηση περί ψήφου εκτός επικράτειας. Και η αριστερά αρχίζει και νιώθει αμήχανη γιατί νιώθει ένα μεγάλο κομμάτι της διασποράς και κυρίως αυτή που έχει ισχυρούς δεσμούς με την εκκλησία στις ΗΠΑ είναι υπερσυντηρητική. Και σε αυτό δεν έχει άδικο. Το 2001 βάλαμε στο Σύνταγμα μας αυξημένη πλειοψηφία για την θέσπιση σχετικού νόμου και χρειάστηκαν κοντά 20 χρόνια για να βρεθεί η συναίνεση. Όλα τα κράτη όταν νομοθετούν την ψήφο εκτός επικράτειας το κάνουν εισάγοντας μια σειρά από περιορισμούς. Εδώ βάλαμε τη ι φορολογική δήλωση, τα δυο χρόνια διαμονής στη χώρα την τελευταία 35ετία και μια σειρά από παράγοντες που πρακτικά θα έχουν ως αποτέλεσμα πως από το σύνολο των Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό μόνο ένα μικρό ποσοστό θα μπορέσει να ψηφίσει. Ουσιαστικά αυτοί που φύγανε λόγω της κρίσης. Αυτό μου φαίνεται δίκαιο απλώς θα μπορούσε να επιτευχθεί με νομοτεχνικά καλύτερο τρόπο.

Αν απαντούσατε στο ερώτημα του βιβλίου σας «Ποιος είναι ο Έλληνας πολίτης» όχι ακαδημαϊκά αλλά πιο «Σαββοπουλικά». Θα μπορούσατε να σκιαγραφήσετε μια καρικατούρα του Έλληνα πολίτη το 2020, ποια θα ήταν αυτή;

Στο εξώφυλλο του βιβλίου έχει ένα απόσπασμα πίνακα ενός αγαπημένου παιδικού μου φίλου, έλληνα ζωγράφου που μας άφησε πρόωρα το 2007, του Σπύρου Παπαγιαννόπουλου. Τέσσερις άνδρες. Ένας παπάς, ένας ναυτικός, ένας που φοράει φέσι κι ένας μαύρος. Ο χριστιανός,, ο κοσμογυριστής δουλευτής, ο μειονοτικός, ο μετανάστης.

SHARE:

24Media Network