Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

ΠΩΣ Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΉΝΑΣ ΕΓΡΑΨΕ ΕΝΑ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΑΦΡΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ

Η ζωή του άλλαξε όταν είδε τους Clash στο Καλλιμάρμαρο το 1985 και η αγάπη του για το rock ’n’ roll τον οδήγησε στον ανεξάντλητο πλούτο της μαύρης μουσικής. Μετά από 30 χρόνια έρευνας, ο γνωστός ραδιοφωνικός παραγωγός και δημοσιογράφος στο νέο του βιβλίο μας καθοδηγεί στη πολύπλοκη πολιτικοκοινωνική πορεία από την κατάργηση της δουλείας ως το πρόσφατο Black Lives Matter.

Δύο αδέρφια μεγαλώνουν ασφυκτιώντας μέσα στο -λιγότερο ή περισσότερο, αντιληπτό πάντως ως αφόρητα- αυστηρό πλαίσιο της οικογένειάς τους, το πρωτότοκο κάνει τη «βρώμικη δουλειά», επαναστατεί και το νεότερο ακολουθεί στο ήδη χαραγμένο μονοπάτι προς την ελευθερία.

Η ιστορία είναι κλασική και στον πυρήνα της μοιάζει απαράλλαχτη όμως καμία εκδοχή της δεν είναι ίδια με τις υπόλοιπες γιατί οι βιωμένες λεπτομέρειες της κάθε ζωής δεν μπορούν παρά να είναι διαφορετικές από των υπολοίπων – όπως και οι συνέπειες των φαινομενικά κοινών απ’ άκρη σ’ άκρη νεανικών αποφάσεων.

Αλλού για παράδειγμα οδηγήθηκε, όπως γνωρίζουμε από το αυτοβιογραφικό Almost Famous, ο γεννημένος στο Παλμ Σπρινγκς της Καλιφόρνια, δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και σεναριογράφος Κάμερον Κρόου ακούγοντας τους δίσκους που άφησε πίσω της η αδερφή του όταν έφυγε μακριά από την control freak μητέρα τους, αλλού ο γεννημένος στου Ζωγράφου της Αθήνας δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας Θανάσης Μήνας.

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

«Γεννήθηκα σε ένα υπόγειο στου Ζωγράφου και μεγάλωσα στο περιβάλλον μιας οικογένειας της εργατικής τάξης. Οι γονείς μου ωστόσο, όπως και οι περισσότεροι στην ευρύτερη οικογένειά μας, ήταν συντηρητικοί. Λέξεις όπως “αριστερά”, “ροκ”, “μπαράκια”, κλπ, ήταν απαγορευμένες στο σόι στη δεκαετία του ‘70. Τον ασφυκτικό κλοιό έσπασε πρώτη η αδελφή μου, που ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από εμένα, η οποία -παρά τον χαμό που έγινε στο σπίτι- οργανώθηκε στην ΚΝΕ στα τέλη του ’70. Άκουγε ρεμπέτικα και κλασικό ροκ, Doors, John Lennon, Pink Floyd, το “Hey Hey, My My” του Neil Young που είχε κυκλοφορήσει εκείνη την εποχή», λέει σήμερα, στα 55 του πια ο Μήνας. Και μετά ήρθε το punk και άλλαξε τα πάντα.

«Ένας αγαπημένος μου ξάδελφος Αμπελοκηπιώτης, εφτά χρόνια μεγαλύτερος από εμένα, κόντρα κι αυτός στις οικογενειακές παραδόσεις, είχε είδε μυηθεί στο punk∙ με μύησε και μένα γύρω στο 1981, γράφοντάς μου κασέτες με Clash, Ramones, Patti Smith, Ian Dury, Bowie. Ο ίδιος ξάδελφος παρεμπιπτόντως με μύησε και στη Θύρα 13».

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Τρεις εμπειρίες ξεχωρίζει ο Μήνας ως τις πιο κρίσιμες της ζωής του μέχρι τότε (και ανάμεσα στις πιο κρίσιμες γενικά), όλες τους συναυλιακές: «το 1981 η αδελφή μου με παίρνει από το χέρι και με πηγαίνει στη συναυλία του Rory Gallagher στη Νέα Φιλαδέλφεια. Ξύλο, δακρυγόνα, τρεχάλα, το βάπτισμα του πυρός. Το 1983 ο ξάδελφος με παίρνει μαζί του στους Bauhaus στο Σπόρτινγκ. Η πρώτη γνωριμία με τον Υπόγειο Κόσμο. Και το 1985 η πιο αποφασιστική στιγμή: οι Clash στο Rock In Athens».

Δεν μπορεί φυσικά να ξέρει αν και πόσο θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά η εξίσωση της ζωής του χωρίς τους παραπάνω παράγοντες, δεν μπορεί όμως κιόλας να αποκλείσει ότι απαλείφοντάς τους ίσως και να μην είχε -πάντα με έμφαση σε θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο- γράψει μέχρι σήμερα χιλιάδες λέξεις σε εφημερίδες, περιοδικά και σάιτ, ίσως να μην είχε παρουσιάσει εκατοντάδες εκπομπές στο ραδιόφωνο, ίσως μάλιστα να μην είχε γράψει και τα δικά του βιβλία: τη συλλογή δοκιμίων Για τον Pynchon (2023) με θέμα τα έργα του Αμερικανού, ακριβοθώρητου συγγραφέα Τόμας Πίντσον, και το Black Power που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις (όπως και το προηγούμενο) και «παρακολουθεί τα αφροαμερικανικά κινήματα από τους πρώτους υπέρμαχους της κατάργησης της δουλείας, τους λεγόμενους Abolitionists, στο Black Power των 60’s και, από εκεί, έως το πρόσφατο Black Lives Matter».

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Στον πρόλογο του βιβλίου ο Μήνας σημειώνει ότι η εξερεύνηση της αφροαμερικανικής ιστορίας και κουλτούρας έχει ως αφετηρία ένα μουσικό ερώτημα που έθεσε πριν από πολλά χρόνια στον εαυτό του: γιατί οι αγαπημένοι του καλλιτέχνες του ροκ εν ρολ, από τον Έλβις μέχρι και τους Clash, διασκεύαζαν κατά κόρον αφροαμερικανικά τραγούδια. Ένα ερώτημα χωρίς συγκεκριμένο χωροχρονικό στίγμα όσον αφορά τη γέννησή του, όπως επισημαίνει, δεν προέκυψε εν είδει «αναλαμπής», αλλά συνέβη σταδιακά, μέσα από αλλεπάλληλες αναγνώσεις.

«Διάβαζα τα κείμενα στο Ποπ + Ροκ και στον Ήχο (και αργότερα στα fanzines και στα ξένα περιοδικά) με τέτοια προσοχή και προσήλωση σαν να προετοιμαζόμουν για Πανελλήνιες. Έπειτα, εξετάζοντας προσεκτικά και τα credits των δίσκων».

Μιλάμε άλλωστε για δεκαετίες πριν από το streaming. «Αν ειδικά εστιάσει κανείς στο αρχικό υλικό των μεγάλων βρετανικών συγκροτημάτων του πρώτου μισού του ‘60 (Beatles, Stones, Who, Animals, Kinks, Them, Yardbirds) και των garage συγκροτημάτων που ακολούθησαν, θα διαπιστώσει ότι ένα 60-70% των τραγουδιών τους προέρχονται από το μαύρο ρεπερτόριο. Αυτή την οδό ακολούθησα και άρχισα να εξερευνώ πρώτα το rhythm ‘n’ blues και τη soul, απ’ όπου και τελικά στράφηκα και στην jazz. Από τα παιδικά μου χρόνια, εξάλλου, απ’ όταν ξεκίνησα να μαζεύω δίσκους στην έκτη δημοτικού, με ενδιέφεραν οι ιστορίες των ανθρώπων πίσω από τη μουσική. Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Σε ποια περιβάλλοντα έζησαν; Σε τι συνθήκες δημιούργησαν;».

Μέσα από την αγάπη του για το rock ’n’ roll γεννήθηκε και το ενδιαφέρον του για την πολιτική και ειδικότερα -μετά από ένα σύντομο πέρασμα από την αναρχία- για τον μαρξισμό.

«Μέσα από την αγάπη μου για τους Clash, συγκεκριμένα. Γνωρίζοντας ευτυχώς καλά αγγλικά από πολύ νεαρή ηλικία, θα μπορούσα να πω ότι πολιτικοποιήθηκα χάρη στους στίχους των Clash. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα: σε ηλικία 12-13 χρονών ενδιαφέρθηκα να μάθω τι σημαίνει “Sandinista”, επειδή αυτός ήταν ο τίτλος του τέταρτου άλμπουμ των Clash».

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Κάτι ανάλογο συνέβη και με την αγάπη του για τη λογοτεχνία. «Διάβαζα μανιωδώς από πολύ μικρός τα Κλασικά Εικονογραφημένα και εν συνεχεία άρχισα να διαβάζω τα ίδια πράγματα σε μορφή βιβλίου. Κλασικούς συγγραφείς, Ουγκώ, Δουμά, Ντίκενς, Κόναν-Ντόιλ, Ιούλιο Βερν, Ζολά, αλλά και το Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογιέφσκι. Αγάπησα όμως τη μοντέρνα λογοτεχνία και πάλι χάρη στη μουσική. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ήμουν φαν των Cure και γούσταρα πολύ το “Killing An Arab” από το πρώτο τους άλμπουμ. Όταν διάβασα σε μια κριτική στο Ποπ + Ροκ ότι οι στίχοι ήταν εμπνευσμένοι από τον Ξένο, έσπευσα να διαβάσω τη νουβέλα του Αλμπέρ Καμύ».

Τέσσερα χρόνια μετά την οριακή για τον ίδιο συναυλία των Clash στο Καλλιμάρμαρο και ένα πριν την αυλαία των 80s δημοσιεύτηκε το πρώτο του κείμενο στο fanzine Velouria’s Home (όνομα εμπνευσμένο από τους Pixies και το τραγούδι τους “Velouria”). Για την ακρίβεια στο fanzine του οποίου ήταν συνεκδότης μαζί με δύο συμμαθητές του στο σχολείο: «τον Δημήτρη Κατσουλάκο, που κατόπιν εξέδωσε το fanzine The Thing και τον αδελφικό μου φίλο Παναγιώτη Μπάρλα, με τον οποίον φτιάξαμε μετά το Fractal Press. Ήταν ένα κείμενο τύπου “replay” που αφορούσε το άλμπουμ “The Psychedelic Sounds of the 13th Floor Elevators” (1966), που από πολλούς θεωρείται ο πρώτος ψυχεδελικός-ροκ δίσκος στην ιστορία. Ήμουν από τότε -και παραμένω- μεγάλος φαν του Ρόκι Έρικσον» (σ.σ. ο ξακουστός ηγέτης των 13th Floor Elevators και θρύλος του ψυχεδελικού ροκ που πέθανε το 2019).

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Είναι κι αυτή άλλη μία κλασική ιστορία: νέα παιδιά ακούνε νυχθημερόν μουσική, βγάζουν το δικό τους μουσικό fanzine για να απευθυνθούν στη «φυλή» τους, ξέρουν ότι αυτό που κάνουν εξ ορισμού ανθίζει μόνο μακριά από τα φώτα του μέινστριμ, η επίγνωση όμως δεν τους αποτρέπει από το να ονειρεύονται μία συνθήκη βιοπορισμού με τις λιγότερες δυνατές εκπτώσεις και παραχωρήσεις εφόσον τους επιτρέπει να κάνουν αυτό που θέλουν: να γράφουν και να δημοσιεύουν κείμενα για ό,τι αγαπούν – σκέτο ή και να μισούν μερικές φορές.

Αυτή την ελπίδα είχε με τον δικό του τρόπο και ο Μήνας, μια προοπτική που σήμερα θυμάται ότι άρχισε να αποκρυσταλλώνεται μέσα του το 1994, «όταν ξεκίνησα να συνεργάζομαι με τον Ρ/Σ Ρόδον 94,4, που ήταν στημένος σε επαγγελματικά πρότυπα. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν βιοπορίστηκα αποκλειστικά από τη μουσική. Δεν επαρκεί. Τα περισσότερα χρόνια είχα μια παράλληλη (μάλλον κύρια θα έλεγα) απασχόληση. Επί σειρά ετών εργάστηκα σε εκδοτικούς οίκους. Στην Ελλάδα είναι πολύ δύσκολο να βιοποριστείς αποκλειστικά από τη μουσική, γράφοντας ή κάνοντας εκπομπές στο ραδιόφωνο. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα είδη μουσικής για τα οποία μιλάμε, είτε πρόκειται για ψαγμένη soul, blues και jazz είτε για underground rock, psyche, post-punk ή ό,τι άλλο».

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Με κάποια μικρά διαλείμματα η ραδιοφωνική καριέρα του μετρά πια 32 χρόνια με αφετηρία τον Μάρτιο του 1993, οπότε και βγήκε για πρώτη φορά στον αέρα στον «παλιό» Rock FM.

«Παρουσίαζα ως rookie, 4-6 τα απογεύματα του Σαββατοκύριακου, την εκπομπή Freak Out, που ο τίτλος της προερχόταν από το πρώτο άλμπουμ του Frank Zappa και των Mothers Of Invention» λέει, τονίζοντας ότι εκεί συνάντησε σπουδαίους παραγωγούς και διδάχθηκε από αυτούς.

«Καταρχάς τον Μάκη Μηλάτο, που ήταν ο διευθυντής του σταθμού (και κατόπιν του Ρόδον) και ο πρώτος που μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω ραδιόφωνο, και μαζί τον Αργύρη Ζήλο που δυστυχώς μάς άφησε πριν από λίγες μέρες, τον αγαπημένο μου Χρήστο Δασκαλόπουλο στον οποίο οφείλω πάρα μα πάρα πολλά, τον Αιμίλιο Κατσούρη, τη Θάλεια Καραμολέγκου, τον Θοδωρή Μανίκα, τον Τάκη Γιαννούτσο και τον Γιάννη Ντρενογιάννη… Και ο Γιάννης Πετρίδης έκανε τότε εκπομπές στον Rock FM. Ήμουν τότε 22 χρονών, ο Βενιαμίν της παρέας, o «Θανασάκος» – μου το κόλλησε ο Δασκαλόπουλος και με ακολουθεί μέχρι σήμερα που έφτασα τα 55, όπως το “Μικρός” τον Δημήτρη Σαραβάκο».

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Ως ακροατής των εκπομπών του επί δεκαετίες τού επισημαίνω ότι η αίσθησή μου είναι ότι αν και εξαρχής παρακολουθούσε την επικαιρότητα της μουσικής -θυμάμαι χαρακτηριστικά να παρουσιάζει on air κατά καιρούς για πρώτη φορά τραγούδια νέων συγκροτημάτων και κατόπιν να σπεύδω σε δισκοπωλεία για να αποκτήσω τα άλμπουμ- υπήρξε ένα σημείο καμπής έπειτα από το οποίο ήταν πια ξεκάθαρο ότι έδινε περισσότερη έμφαση στον λεγόμενο «μαύρο ήχο» και δη σε παλιότερους καλλιτέχνες, συγκροτήματα και κυκλοφορίες.

Ένα σημείο καμπής που σηματοδοτείται από το ξεκίνημα της, αφιερωμένης στην αφροαμερικανική μουσική, εκπομπής του, Inner City Blues. Αυτό που εντοπίζω ο ίδιος λέει ότι ισχύει εν μέρει.

«Εκείνη την εποχή είχα εντείνει την αναζήτηση στη μαύρη μουσική, στρεφόμενος κατά κύριο λόγο στην ιστορία της, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είχα σταματήσει να παρακολουθώ το παρόν. Όμως αναμφίβολα είχα ρίξει εκεί το βάρος και όπως συμβαίνει με κάθε “θαυμαστό καινούριο κόσμο”, που γράφει και ο Άλντους Χάξλεϊ, η αναζήτηση με συνεπήρε τελείως.

Ωστόσο, το Inner City Blues ξεκίνησε να μεταδίδεται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Εκείνη την εποχή, το 2003-2004, ο Ρ/Σ Εν Λευκώ, υπό τη διεύθυνση του αείμνηστου Κώστα Γεωργίου, ενός από τους μεγαλύτερους συλλέκτες της jazz στην Ελλάδα, ήταν συνολικά στραμμένος στη μαύρη μουσική (σε όλες τις εκφάνσεις της) και δευτερευόντως στην world music. Σε αυτό το πλαίσιο εντάχθηκε και η δική μου εκπομπή.

Το 2008 προσκλήθηκα να συμμετάσχω στη δημιουργία του Ρ/Σ Στο Κόκκινο 105,5 που στήθηκε κάπως κινηματικά υπό την αιγίδα του τότε Συνασπισμού και εξέπεμπε ήδη ένα εξάμηνο. Δέχθηκα, καθώς ήθελα να κάνω ραδιόφωνο στον χώρο που με εξέφραζε/εκφράζει πολιτικά, την ανανεωτική αριστερά. Το Inner City Blues προσαρμόστηκε εκ νέου. Ο μαύρος μουσικός κορμός διατηρήθηκε, από τα blues στο hip hop, αλλά άρχισα και πάλι να προσθέτω μικρές ή μεγάλες σφήνες από άλλα είδη, rock, psyche, garage, punk, rockabilly, americana…»

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Η απολαυστική περιγραφή της τακτικής του, όσον αφορά την επιλογή των τραγουδιών, τη «σκαλέτα» και την όλη προετοιμασία της εκπομπής Inner City Blues, μοιάζει με ταχύρρυθμο σεμινάριο που αντιβαίνει τον αλγοριθμικό ολοκληρωτισμό της playlist στη συντριπτική πλειοψηφία των μουσικών ραδιοφώνων:

«Αν δεν έχω κάποιο αφιέρωμα σε συγκεκριμένο καλλιτέχνη, βιβλίο, κίνημα ή κάτι άλλο, συνήθως επιλέγω πρώτα μερικές νέες κυκλοφορίες που θέλω να παρουσιάσω κι έπειτα αναζητώ τις σχέσεις και τις συνάφειες. Σκέφτομαι το κάθε κομμάτι ως υπερκείμενο που ανοίγει πύλες σε άλλα κομμάτια και άλλους καλλιτέχνες – και σε διάφορες άλλες αναφορές πέρα από τη μουσική. Για παράδειγμα, στην επόμενη εκπομπή μου, θέλω να παρουσιάσω το νέο εξαιρετικό άλμπουμ της Μέιβις Στέιπλς, θρυλικής, πολιτικοποιημένης ερμηνεύτριας της gospel-soul, “Respect Yourself” και τα ρέστα. Θα παίξω το “Chicago”, που αφενός είναι κομμάτι του Τομ Γουέιτς, άρα μπορεί να μου δώσει πάσα προς αυτόν, αφετέρου μπορεί να μου δώσει την ευκαιρία να μιλήσω για τον Αφροαμερικανό δήμαρχο του Σικάγο, τον Μπράντον Τζόνσον, ο οποίος αντιστέκεται στην επιβολή του ICE από τον Τραμπ, και να το συνδέσω με άλλα τραγούδια διαμαρτυρίας – ίσως με το “We Shall Overcome” στην country-rock εκτέλεση των Green On Red.

Όμως η Μέιβις Στέιπλς στο νέο της άλμπουμ διασκευάζει και το “Everybody Needs Love”, ένα τραγούδι που έχουν επίσης τιμήσει με διασκευές ο μεγάλος ερμηνευτής της soul Τζέιμς Καρ (“The Dark End Of the Street”) και οι Drive-By Truckers. Οι τελευταίοι μας βάζουν στα μονοπάτια της americana, επομένως η σκυτάλη μπορεί κάλλιστα να περάσει σε μια από τις πρώτες ηχογραφήσεις των Mazzy Star (“Look On Down From The Bridge”) και αμέσως μετά στο “The Man I’m Supposed To Be”, το υπέροχο νέο κομμάτι του Μπιλ Κάλαχαν, από το άλμπουμ του που αναμένεται στις αρχές του Γενάρη. Όμως η ενορχήστρωση, οι στίχοι και το feeling στο κομμάτι του Κάλαχαν μου θύμισαν ένα παλαιότερο σπουδαίο άλμπουμ που αγαπώ πολύ, το “Over”, το εξομολογητικό “άλμπουμ-χωρισμού” του Πίτερ Χάμιλ από το 1976. Με το “Alice” από το τελευταίο κλείσαμε το ημίωρο».

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Έρευνα, λοιπόν, και στοιχειοθετημένη άποψη πίσω από κάθε του εκπομπή, πίσω από κάθε του δημοσιογραφικό κείμενο, πίσω από κάθε ένα από τα δοκίμια του προπέρσινου, πρώτου του βιβλίου για τον Τόμας Πίντσον, ποτέ όμως στο παρελθόν σε τόσο μεγάλη κλίμακα όσο για το δεύτερό του.

Κάθε άλλο παρά χαριτολογώντας ο Μήνας τονίζει ότι η έρευνα για το Black Power διήρκησε περίπου 30 χρόνια, με την ιδέα να στριφογυρίζει στο κεφάλι του εδώ και μια δεκαετία και την απόφαση να στρωθεί, όπως λέει, και να γράψει να λαμβάνεται στις αρχές του 2020, θέλοντας εξαρχής η αφήγηση να είναι γραμμική.

«Επέλεξα ως αφετηρία, όπως σημειώνω και στην εισαγωγή, την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου επειδή από εκείνη την περίοδο και μετά διαθέτουμε δημοσιευμένα κείμενα Αφροαμερικανών. Ήθελα να δώσω στα ίδια τα υποκείμενα την ευκαιρία να αφηγηθούν τις ιστορίες τους. Για τη δομή του βιβλίου, με βοήθησε ως εργαλείο ο Υπόγειος Σιδηρόδρομος που συνδέει τα κινήματα και τους πρωταγωνιστές της ιστορίας.

Στην εποχή της δουλείας, αλλά και μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο, Υπόγειος Σιδηρόδρομος (Underground Railroad) ονομαζόταν το δαιδαλώδες δίκτυο από διαδρομές, κρυφά μονοπάτια, εκκλησίες, αγροικίες και σπίτια που λειτουργούσαν ως καταφύγια, με το οποίο φυγαδεύονταν οι σκλάβοι από τον Νότο στις ελεύθερες πολιτείες του Βορρά. Συνειδητοποίησα λοιπόν, ιδιαίτερα αφού διάβασα το ομώνυμο μυθιστόρημα του Κόλσον Γουάιτχεντ (σ.σ. το βραβευμένο με Πούλιτζερ μυθιστόρημα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα), ότι ο Υπόγειος Σιδηρόδρομος μπορούσε να προσωποποιηθεί. Οι βασικές προσωπικότητες των κινημάτων (τουλάχιστον όσες δεν ήταν ανταγωνιστικές μεταξύ τους), οι οδοδείκτες, όπως αναφέρω στην εισαγωγή, διατηρούσαν σχέσεις συνεργασίας, σε συνάρτηση πάντα και με τις περιοχές όπου δρούσαν. Προσπάθησα λοιπόν να εντοπίσω στη σχετική βιβλιογραφία που εμφανίζονται οι μεν στη δράση των δε, έτσι ώστε το κείμενο να αποκτήσει μια συνέχεια και μια αφηγηματικότητα και να μην είναι μια αλληλουχία από λήμματα σημαντικών προσωπικοτήτων».

Η μουσική δεν θα μπορούσε παρά να είναι πανταχού παρούσα σε όλο αυτό το εγχείρημα, από τα delta blues ως το hip hop, ενώ στο παράρτημα ο συγγραφέας αφιερώνει ένα επιπλέον κεφάλαιο στη Stax Records, «της σημαντικότερης δισκογραφικής εταιρίας της σόουλ του ’60 και του ’70», με έναν αξεπέραστο ήχο που «ήταν κατάμαυρος, αιχμηρός και αλήτικος, όπως ακριβώς αρμόζει στη σόουλ και στο ριθμ εντ μπλουζ. Εκεί που οι φωνές της Motown ψιθύριζαν ρομαντικές υποσχέσεις, οι φωνές της Stax βογκούσαν και απηύθυναν τολμηρές ερωτικές προσκλήσεις. Εκεί που η Motown εκλιπαρούσε για συγχώρεση (π.χ. “Ain’t too proud to beg” των Temptations), η Stax απαιτούσε σεβασμό (π.χ. “Respect”, στην αυθεντική εκδοχή από τον Ότις Ρέντινγκ)».

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Ο Μήνας επίσης τονίζει ότι «στον πυρήνα του βιβλίου, ξεδιπλώνεται η διαλεκτική σχέση (και όχι απλώς αντιπαράθεση) ανάμεσα στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Χ· η μεταξύ τους διαλεκτική ώθησε το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα στο απόγειό του, την περίοδο από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως το τέλος της δεκαετίας του 1960», με το Black Power να καλύπτει συνολικά μια περίοδο 160 χρόνων και την αυλαία να πέφτει στο πρόσφατο Black Lives Matter.

«Το κίνημα, σε πρώτη ανάγνωση, δείχνει να βρίσκεται σε υποχώρηση» διαπιστώνει. «Ίσως να οφείλεται στην κόπωση, ίσως στη θεώρηση ότι εκπληρώθηκαν οι βασικοί στόχοι του, ίσως να συντονίζεται γενικότερα με τα σημεία των καιρών που διανύουμε. Όμως η αγωνιστική κουλτούρα που κληροδότησε το BLM παραμένει πάντα ζωντανή, σαν φλόγα που σιγοκαίει· όσο συνεχίζονται οι φυλετικές και ταξικές ανισότητες, καθώς και η αστυνομική βία, το BLM απειλεί και πάλι να θεριέψει».

Επισημαίνω στον συγγραφέα κάτι που μου είχε πει λίγο μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Γ’, γιος του δολοφονημένου Μάρτιν Λούθερ Κινγκ:

«Δε νομίζω ότι σήμερα στις ΗΠΑ υπάρχουν περισσότεροι ρατσιστές από ποτέ. Ακούγονται πολύ γιατί επαναλαμβάνουν αυτά που λέει ο πρόεδρος (σ.σ. Ντόναλντ Τραμπ) της χώρας». Ο Μήνας δεν συμφωνεί. «Η λευκή Αμερική αυτή τη στιγμή είναι μάλλον διχασμένη. Υπάρχει σαφώς ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που είναι προοδευτικό, όμως δεν νομίζω ότι είναι πλειοψηφικό. Στις δύο Ακτές και στα μεγάλα -πρώην- βιομηχανικά κέντρα του Βορρά (Σικάγο, Ντιτρόιτ) μπορεί να ισχύει, αλλά στον Νότο και στην πιο βαθιά Αμερική, στο Midwest, επικρατεί μεγάλος συντηρητισμός».

Ας επιστρέψουμε όμως στην Ελλάδα. Σε ποιους πιστεύει ότι απευθύνεται το Black Power;

«Σε ένα ευρύ πολιτικοποιημένο αναγνωστικό κοινό, που ενδιαφέρεται για την ιστορία των Αφροαμερικανών και τους αγώνες τους. Το βιβλίο δεν είναι αναλυτικό και δεν θα μπορούσε να είναι – για το κάθε κίνημα και την καθεμιά προσωπικότητα που παρουσιάζεται, έχουν γραφεί αρκετοί μεμονωμένοι τόμοι. Προσπάθησα να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά από την αρχή κατά κάποιο τρόπο ως το πρόσφατο χθες» λέει και ναι μεν αποφεύγει να ξεχωρίσει ένα Top 5 προσωπικοτήτων (συμπεριλαμβανομένης της Άντζελα Ντέιβις στην οποία αφιερώνει το βιβλίο του) από τις εκατοντάδες που αναφέρει στο βιβλίο τόσο ως προς το ουσιαστικό ειδικό βάρος της δράσης τους όσο και ως προς την «ποπ» διάστασή της, γιατί «θα ήταν άδικο να ξεχωρίσουμε τον έναν αγωνιστή ή τη μια αγωνίστρια παραπάνω από τον/την άλλον/άλλην. Όλοι προσέφεραν με τον τρόπο τους στον σκοπό της χειραφέτησης και των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών».

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

 

Ευχαρίστως όμως -μουσικόφιλος γαρ- δέχεται να συμμετάσχει στο παιχνίδι της λίστας όσον αφορά τους πιο αγαπημένους του δίσκους – πάντα από αυτούς που αναφέρονται στο βιβλίο – επιλέγοντας τους εξής πέντε:

John Coltrane – A Love Supreme (Impulse! 1965)
Το απόγειο της μουσικής και πνευματικής αναζήτησης του κορυφαίου και πιο ρηξικέλευθου σαξοφωνίστα της jazz. Μαζί με το κλασικό του κουαρτέτο (Jimmy Garrison μπάσο, McCoy Tyner πιάνο, Elvin Jones τύμπανα), ο ‘Trane έθεσε την jazz σε τροχιά σε μια στρατόσφαιρα από την οποία θα αργήσει να επιστρέψει.

Marvin Gaye – What’s Going On (Tamla/Motown, 1971)
Μαζί με την υπέροχη μουσική, ο Gaye δημιούργησε ένα concept album, που καταπιανόταν με τα βασικότερα προβλήματα της εποχής του: τον Πόλεμο του Βιετνάμ (στο ομώνυμο κομμάτι), το οικολογικό ζήτημα (στο “Mercy Mercy Me [The Ecology]”), τις προοπτικές αλλά και τις αντιφάσεις του Black Power (στο “Right On”), τη φτώχεια και την καταπίεση, το έγκλημα αλλά και την αστυνομική βία στο γκέτο (στο “Inner City Blues”). Το magnum opus της soul-funk μουσικής.

Miles Davis – Bitches Brew (Columbia, 1970)
O Miles έφτασε στο ζενίθ του δικού του μουσικού ριζοσπαστισμού με το ηλεκτρικό Bitches Brew, ανοίγοντας τον ήχο του στη soul-funk και στο ψυχεδελικό ροκ. Γίνεται μαζί Miles και Jimi Hendrix και Sly Stone.

Sly & the Family Stone – There’s a Riot Goin’ On (Epic, 1971)
Τόσο ο τίτλος, όσο και η ίδια η μουσική, ένα καυτό χαρμάνι από soul-funk, gospel, doo-wop και ψυχεδελικό ροκ, απηχούν τις βίαιες συγκρούσεις στα γκέτο στα τέλη του ’60 και στις αρχές του ’70.

Robert Johnson – The Complete Recordings (Columbia/Legacy)
Στη σύντομη ζωή του, σε δύο session στο Σαν Αντόνιο και στο Ντάλας, το 1936-38, ο μεγαλύτερος θρύλος του blues πρόλαβε να γράψει 32 κομμάτια όλα κι όλα. Συντιθέμενα, «συγκροτούν το corpus της πιο υψηλής λαϊκής Τέχνης που παρήχθηκε στην Αμερική κατά τον 20ό αιώνα», όπως σημειώνει ο κορυφαίος μουσικοκριτικός Greil Marcus.

Ένα ακόμη παιχνίδι για το τέλος.

Θανάση, αν ο χώρος και ο χρόνος δεν είχαν καμία σημασία, σε ποια από τις εποχές που αναφέρονται στο βιβλίο σου θα ήθελες να ήσουν παρών;
Αναμφίβολα θα ήθελα να έχω ζήσει το Αμερικανικό ’68, με την έννοια των long 60s: δηλαδή μια ευρύτερη περίοδο που περιλαμβάνει τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια της δεκαετίας του ’60 και τα αντίστοιχα πρώτα του ’70. Όταν δηλαδή η ριζοσπαστική μουσική και η εξέγερση ήταν αλληλένδετες. Με την απαισιοδοξία της γνώσης και την αισιοδοξία της βούλησης, ας το κάνουμε να ξανασυμβεί! Make It Funky!

Σχετικό Άρθρο
Info:

Το βιβλίο Black Power του Θανάση Μήνα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα