Αγορά, διπλωματικό “φλερτ” ή εισβολή; – Τα “ζυγίζει” ο Τραμπ για τη Γροιλανδία

Διαβάζεται σε 7'
Ο Ντόναλντ Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ AP Photo Evan Vucci

Αγορά, διπλωματικό “φλερτ” ή πιο σκληρές επιλογές; Τα σενάρια που εξετάζει ο Τραμπ για τον έλεγχο της Γροιλανδίας.

Η κυβέρνηση Τραμπ επαναλαμβάνει εδώ και καιρό ότι οι ΗΠΑ “πρέπει” να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας. Ένα τεράστιο, παγωμένο νησί, πλούσιο σε ορυκτούς πόρους, που τυπικά ανήκει στη Δανία, αλλά λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό αυτόνομα, με την εξωτερική πολιτική και την άμυνα να ασκούνται από την Κοπεγχάγη.

Ο Λευκός Οίκος έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος είναι “πάντα στο τραπέζι”. Παρ’ όλα αυτά, λίγοι αναλυτές θεωρούν πιθανή μια ένοπλη επιχείρηση. Ο Γάλλος ΥΠΕΞ έχει δηλώσει μάλιστα ότι ο Μάρκο Ρούμπιο έχει αποκλείσει ρητά το ενδεχόμενο εισβολής.

Ωστόσο, μετά τα πρόσφατα γεγονότα στη Βενεζουέλα με την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο και με δεδομένη την απρόβλεπτη φύση του Ντόναλντ Τραμπ, τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως.

Άλλωστε, οι ΗΠΑ διαθέτουν και άλλους, λιγότερο ωμούς τρόπους για να προωθήσουν τις εδαφικές φιλοδοξίες του προέδρου.

Ο Guardian συγκέντρωσε τα βασικά σενάρια για το (πραγματικό) μέλλον της Γροιλανδίας.

Να αγοράσουν τη Γροιλανδία

Η ιδέα αγοράς της Γροιλανδίας μόνο καινούργια δεν είναι. Το 1867, αμέσως μετά την αγορά της Αλάσκας από τη Ρωσία, οι ΗΠΑ σκέφτηκαν για πρώτη φορά να καταθέσουν πρόταση για τη Γροιλανδία.

Το ξανασκέφτηκαν το 1910. Και το 1917 αγόρασαν από τη Δανία τα σημερινά Αμερικανικά Παρθένα Νησιά έναντι 25 εκατομμυρίων δολαρίων.

Καθώς ξεκινούσε ο Ψυχρός Πόλεμος, η κυβέρνηση Τρούμαν προχώρησε το 1946 σε επίσημη προσφορά ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία έγινε γνωστή στο κοινό μόλις το 1991.

Το επιχείρημα ήταν κυνικά ξεκάθαρο: η Γροιλανδία ήταν “εντελώς άχρηστη για τη Δανία”, αλλά “απολύτως απαραίτητη για την ασφάλεια των ΗΠΑ”.

Η Κοπεγχάγη απάντησε αρνητικά. Από το 2019, όταν ο Τραμπ επανέφερε δημόσια το θέμα, τόσο η δανική όσο και η γροιλανδική κυβέρνηση επαναλαμβάνουν σταθερά ότι το νησί δεν πωλείται.

Παρ’ όλα αυτά, ο Ρούμπιο φέρεται να είπε πρόσφατα σε μέλη του Κογκρέσου ότι ο στόχος παραμένει η αγορά.

Γροιλανδία (Φωτογραφία αρχείου) iStock

Νομικοί και συνταγματολόγοι υπενθυμίζουν, ωστόσο, ότι η εποχή όπου τα κράτη αγόραζαν εδάφη -μαζί με τους πληθυσμούς τους- έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η αρχή της αυτοδιάθεσης καθιστά μια τέτοια συμφωνία σχεδόν αδύνατη.

Με βάση τον νόμο αυτοδιοίκησης του 2009, οι ίδιοι οι Γροιλανδοί μπορούν να προκηρύξουν δημοψήφισμα ανεξαρτησίας. Το μέλλον του νησιού ανήκει στους περίπου 57.000 κατοίκους του. Δημοσκόπηση του Ιανουαρίου έδειξε ότι το 85% δεν θέλει η Γροιλανδία να γίνει μέρος των ΗΠΑ, ενώ μόλις το 6% το επιθυμεί.

Να “κερδίσουν” τη Γροιλανδία

Οι ίδιες έρευνες δείχνουν ότι οι Γροιλανδοί είναι πιο διχασμένοι απέναντι στις υποσχέσεις Τραμπ για επενδύσεις δισεκατομμυρίων. Για κάποιους μοιάζουν απειλή, για άλλους ευκαιρία.

Το πρώτο βήμα είναι ήδη σε εξέλιξη: μια εκστρατεία για να κερδίσει “την καρδιά και το μυαλό” των Γροιλανδών. Περισσότερες επενδύσεις, στήριξη της εκπαίδευσης, ενίσχυση των διπλωματικών δεσμών. Το αμερικανικό προξενείο στο Νουούκ άνοιξε ξανά το 2020 και μόλις τον περασμένο μήνα ορίστηκε ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Γροιλανδία.

Η Δανία υποψιάζεται ότι παράλληλα εξελίσσονται και πιο αθόρυβες τακτικές, ακόμη και εκστρατείες επιρροής, με στόχο την ενίσχυση του κινήματος ανεξαρτησίας – ενός αιτήματος που απολαμβάνει ευρεία αποδοχή, ανάλογα με το πότε και πώς τίθεται.

Αν ένα δημοψήφισμα ανεξαρτησίας εγκριθεί από το δανικό κοινοβούλιο, τότε ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις. Τον Μάρτιο, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, δήλωσε στο Νουούκ ότι ελπίζει οι Γροιλανδοί να «επιλέξουν να συνεργαστούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η σημερινή τετρακομματική κυβέρνηση της Γροιλανδίας τονίζει ότι το νησί ανήκει στον λαό του. Το κόμμα Naleraq, δεύτερο στις περσινές εκλογές, τάσσεται επίσης υπέρ της ανεξαρτησίας, αλλά εμφανίζεται πιο πρόθυμο να συζητήσει με την Ουάσινγκτον.

Ο αρχηγός του, Πέλε Μπρόμπεργκ, δηλώνει πως δεν ανησυχεί ιδιαίτερα από τις απειλές Τραμπ. «Οι ΗΠΑ θα μας προστάτευαν ως ανεξάρτητο κράτος», λέει. «Και, στο κάτω κάτω, δεν μπορούν να μας κάνουν κάτι που δεν μας έχει κάνει ήδη η Δανία».

Μια “συμφωνία ελεύθερης σύνδεσης”

Στην Ουάσινγκτον επεξεργάζονται εδώ και μήνες ένα πιο σύνθετο σενάριο. Αυτό αφορά μια συμφωνία “ελεύθερης σύνδεσης” (Compact of Free Association – COFA), στα πρότυπα αυτών που έχουν οι ΗΠΑ με μικρά κράτη του Ειρηνικού, όπως τα Νησιά Μάρσαλ.

Σε ένα τέτοιο μοντέλο, η Γροιλανδία θα διατηρούσε την ανεξαρτησία της, θα εξασφάλιζε στρατιωτική προστασία από τις ΗΠΑ και προνομιακή πρόσβαση στο αμερικανικό εμπόριο, ενώ ο αμερικανικός στρατός θα αποκτούσε σχεδόν απεριόριστη ελευθερία κινήσεων σε μια εξαιρετικά στρατηγική περιοχή.

Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι αυτό είναι το πιο ρεαλιστικό μακροπρόθεσμο σενάριο: ένας συμβιβασμός που συνδυάζει ανεξαρτησία και οικονομικό όφελος.

Istock

Να βασιστούν στις υπάρχουσες συμφωνίες

Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι οι ΗΠΑ ήδη έχουν εκτεταμένη στρατιωτική πρόσβαση στη Γροιλανδία.

Η συμφωνία του 1951 με τη Δανία τους επιτρέπει να κατασκευάζουν, να συντηρούν και να λειτουργούν στρατιωτικές βάσεις σε όλο το νησί.

Η συμφωνία, που ανανεώθηκε το 2004 και περιλαμβάνει και τη γροιλανδική κυβέρνηση, δίνει επίσης δικαιώματα ελέγχου κινήσεων πλοίων και αεροσκαφών.

Η Κοπεγχάγη έχει επανειλημμένα δηλώσει πρόθυμη να δεχθεί σημαντική ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας, πέρα από τη βάση Pituffik στον Βορρά, όπου σταθμεύουν περίπου 500 άτομα.

Παράλληλα, συμφωνία του 2023 παρέχει στις ΗΠΑ ανεμπόδιστη πρόσβαση σε δανικές αεροπορικές βάσεις, ενώ αντίστοιχες συμφωνίες υπάρχουν με Σουηδία, Φινλανδία και Νορβηγία.

Να εισβάλουν

Αν όλα τα άλλα αποτύχουν, κάποιοι Αμερικανοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι μια στρατιωτική κατάληψη δεν θα ήταν, θεωρητικά, ιδιαίτερα δύσκολη. Η Γροιλανδία δεν διαθέτει στρατό και οι περιορισμένες δανικές δυνάμεις έχουν κυρίως ρόλο επιτήρησης.

Σε αυτό το σενάριο, μια μικρή αμερικανική δύναμη θα μπορούσε να καταλάβει το Νουούκ μέσα σε λίγα λεπτά και να ανακηρύξει τη Γροιλανδία αμερικανικό έδαφος.

Στην πράξη, όμως, οι συνέπειες θα ήταν τεράστιες. Η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν δήλωσε ότι μια τέτοια επίθεση -σε έδαφος που καλύπτεται από το ΝΑΤΟ- θα σήμαινε το τέλος της συμμαχίας.

Θα κατέρρεε επίσης ολόκληρη η μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Πέρα από το ότι θα ήταν κατάφωρα παράνομη, μια εισβολή θα διέλυε την εμπιστοσύνη των συμμάχων προς τις ΗΠΑ και θα έθετε σε κίνδυνο κρίσιμες συνεργασίες και πληροφορίες.

Ο πρώην αναλυτής των δανικών μυστικών υπηρεσιών, Γιάκομπ Κάαρσμπο, επισημαίνει ότι η Δανία έχει ενισχύσει την παρουσία της και ότι ο χειμώνας καθιστά κάθε επιχείρηση εξαιρετικά δύσκολη.

«Ελπίζω οι Ευρωπαίοι να πείσουν τις ΗΠΑ ότι θα απαντήσουμε. Αμερικανοί στρατιώτες θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους μέσα σε σάκους», λέει ο Κάαρσμπο.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα