Ο Δημήτρης Δημητριάδης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ: “Ο ΘΕΑΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ”

Ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή την παράσταση “Φαέθων” που θα παρουσιαστεί από τις 6 Φεβρουαρίου στο θέατρο Φούρνος σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη.

Τα έργα του αγγίζουν τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής και της σύγχρονης κοινωνίας. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1944, ο Δημήτρης Δημητριάδης έχει αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του τόσο στη λογοτεχνία όσο και στο θέατρο.

Η γραφή του χαρακτηρίζεται από μια φλεγματική ένταση και μια συνεχώς διαρκή αίσθηση του αναπόδραστου, του απερίγραπτου. Στα έργα του δεν υπάρχει καμία προσπάθεια για εύκολη εξήγηση ή καλοστημένο τέλος. Αντίθετα, η ατμόσφαιρα του καθενός είναι πυκνή, γεμάτη αμφισημίες και συγκρούσεις. Τα έργα του δεν προσφέρονται για εφησυχασμό, ούτε για εύκολη κατανόηση, αναγκάζουν τον θεατή ή τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με τον ίδιο του τον εαυτό, με τις αντιφάσεις, τις σκοτεινές πλευρές της ζωής του.

Η πρώτη φορά που είδα τον *Φαέθοντα* – το έργο που αναμένεται να παρουσιαστεί από τις 6 Φεβρουαρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Φούρνος σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη- πριν από αρκετά χρόνια σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά, ήταν μια πραγματική εμπειρία. Το κείμενο, η ένταση, η δύναμη της γραφής του Δημητριάδη, ήταν γροθιά στο στομάχι, προσπαθούσα μέρες να συνέλθω. Ο *Φαέθοντας* δεν είναι απλώς ένα έργο, είναι ένα φαινόμενο που σφυρηλατεί τον θεατή, προκαλεί τον κόσμο του, ανατρέπει την κανονικότητα της σκέψης και της συναισθηματικής αντίδρασης.

Τα έργα του Δημητριάδη, όπως *Το Πεθαίνω σαν χώρα* και *Η ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή*, είναι ηχηρά σύμβολα για την ελληνική και τη διεθνή λογοτεχνία και θέατρο. Ο ίδιος αναγνωρίστηκε διεθνώς για την εξαιρετική του προσφορά με βραβεία, τιμητικές διακρίσεις και αναγνωρίσεις, όπως το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και η αναγόρευση του ως Σύγχρονος Ευρωπαίος Συγγραφέας της Χρονιάς. Ο Δημητριάδης, πέρα από τη συγγραφή, έχει προσφέρει το έργο του και στη μετάφραση, φέρνοντας στο ελληνικό κοινό σημαντικά έργα, από Ζαν Ζενέ και Σάμιουελ Μπέκετ μέχρι Αριστοφάνη και Σαίξπηρ.

Ο Φαέθων και η επίθυμία για τον Δημήτρη Δημητριάδη

Ο ίδιος αναφέρει για τον Φαέθοντα στο NEWS 24/7: “Εκείνο που κάνει τον Λέλο να είναι αυτό που είναι, όχι μόνον υπάρχει ακόμα και διαρκεί, αλλά και επιδεινώνεται. Η εντύπωση ή και η βεβαιότητα ακόμα ότι έχει επέλθει κάποια εξέλιξη, είναι αβάσιμες και παραπλανητικές. Καθημερινά περιστατικά αποδεικνύουν το εντελώς αντίθετο. Με επίκεντρο την οικογένεια και με κυρίαρχο παράγοντα την σεξουαλικότητα, τα προβλήματα που προκύπτουν είναι και παραμένουν βαθιά, ανθεκτικά, άλυτα και προπαντός ολέθρια.

Με την προϋπόθεση αυτή ως ρεαλιστική διαπίστωση επιβεβαιωμένη από τα γεγονότα, ο Λέλο και η οικογένειά του εκπροσωπούν ένα ζοφερό σήμερα που συνεχίζει ακάθεκτο και αναλλοίωτο ένα εξίσου ζοφερό χθες, χωρίς να αφήνει καμία σχεδόν ένδειξη ότι θα απαλλαγεί από αυτόν τον ηθικό ζόφο έστω και στο ελάχιστο”.

Φαέθων του Δημητρη Δημητριάδη

Στο έργο σας, η επιθυμία συχνά οδηγεί στην καταστροφή. Υπάρχει επιθυμία χωρίς τίμημα;

Η επιθυμία, ως κυρίαρχη ορμή της ανθρώπινης συνθήκης, ήταν ανέκαθεν και παραμένει ο στόχος όλων των καθεστώτων, κυρίως θρησκευτικών, διότι αντιβαίνει στο θεμελιώδες δόγμα τους που είναι η καταδίκη του σώματος, των αισθήσεων, του ερωτισμού, άρα της σαρκικής επιθυμίας, της σεξουαλικότητας, την οποία περιλαμβάνουν στις κατώτερες, μη πνευματικές, ζωώδεις πλευρές του ανθρώπου.

Συνέπεια αυτής της άτεγκτης δογματικής είναι η επιθυμία να εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο προβληματικής αντιμετώπισης και βίωσης, τόσο σε επίπεδο συλλογικό όσο και σε προσωπικό : η εσωτερίκευση του πόθου ως κάτι το απαγορευμένο, το ανήθικο, το βρώμικο και το παθογενές, συνιστά την προεξάρχουσα αιτία για την οποία οι άνθρωποι μετατρέπονται σε θύματα μιας ζωτικής διάτασης του εαυτού τους.

Το ερωτικό ορμέμφυτό ως πλευράς του ανθρώπου που πρέπει να το ζήσει κανείς ως ενοχή και αμάρτημα, ως κάτι που οφείλει να το ξεπεράσει ή να το καταστείλει καταπολεμώντας το, οδηγεί σε αυτοκτονίες, σε ζωές δυστυχισμένες, σε υπάρξεις βασανισμένες και ανικανοποίητες, σε ανθρώπινα όντα ακρωτηριασμένα, μειωμένα, υποτιμημένα και στερημένα το μέρος τού εαυτού τους που είναι το κέντρο τής ζωής.

Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να μη λειτουργεί η επιθυμία – στο έργο μου – ως μηχανισμός καταστροφής αφού μόνο ως τέτοιος έχει επιβληθεί;

Φαέθων του Δημητρη Δημητριάδη

Η αποτυχία είναι ηθική ή υπαρξιακή κατηγορία;

Η αποτυχία, είτε ηθική είτε υπαρξιακή, ή και τα δύο μαζί, είναι συνέπεια αυτού που περιέγραψα στην προηγούμενη απάντησή μου : αν η επιθυμία και η καταστολή της είναι όντως μία αναμφισβήτητη πραγματικότητα, τότε η αποτυχία είναι δεδομένη, γιατί η αληθινή αποτυχία συμβαίνει στο ηθικό και υπαρξιακό επίπεδο, άρα η αποτυχία στο ό,τι έχει να κάνει με την ερωτική ορμή, με την σεξουαλική ταυτότητα, είναι η κατ’ εξοχήν αποτυχία, ένα είδος επιβεβλημένης ήττας. Και ταυτίζεται με τον εν ζωή θάνατο.

Ο άνθρωπος μαθαίνει ποτέ από την πτώση του ή απλώς τη μετατρέπει σε αφήγημα;

Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος/γεννημένος να μη μαθαίνει. Γι’ αυτό και όλη η ανθρώπινη ιστορία είναι μία αλληλουχία από επαναλήψεις των ίδιων λαθών.
Το ότι αυτή η εγγενής αδυναμία για μάθηση έχει γίνει αφήγηση, το έχουμε από τον πρώτο τραγικό ποιητή με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο. Η αμάθεια ίσως είναι, μαζί με την επανάληψη, ο βαθύτερος μηχανισμός τού θεάτρου. Δραματοποιείται η επανάληψη χωρίς όμως να υπερβαίνεται.

Ο Δημήτρης Δημητριάδης
Ο Δημήτρης Δημητριάδης

Η Ελλάδα. και η ανάληψη ευθυνών

Έχετε γράψει ότι η Ελλάδα αποφεύγει την αυτογνωσία. Ισχύει ακόμη;

Αυτό που δεσπόζει στον τρόπο που ζούν οι Ελληνες τον εαυτό τους είναι η απόκρυψη και η αποφυγή. Τους κατατρύχει ο τρόμος τής αλήθειας, η απέχθεια κατά της ανάληψης και της παραδοχής, κι αυτό συνεπάγεται έναν εσώτερο μηχανισμό συγχρόνως μειονεξίας και επιθετικότητας, με τελικό αποτέλεσμα μία δραματική ανικανότητα να αγγίξουν έστω και ακροθιγώς το τι σημαίνει σοβαρή συναλλαγή με τον εαυτό, αλλά και με τους άλλους.

Οι Ελληνες αρέσκονται και αρκούνται στο ψέμα, στο οποίο υπερθεματίζουν καταλήγοντας να είναι – πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις – ανολοκλήρωτοι από κάθε άποψη, προάγοντας την αυτοπροστασία και την αυτοδικαίωση, μην αναγνωρίζοντας σφάλματα, μειονεξίες και ελαττώματα, καθώς διακατέχονται γενικώς από αυτάρκεια και αυταρέσκεια τις οποίες αντιπροβάλλουν σε ο,τιδήποτε τούς φαίνεται επώδυνο, τολμηρό, ανοίκειο, κυρίως καταλυτικό για την περιχαρακωμένη πενιχρή ζωούλα τους.

Αυτοί οι αντίποδες στα όποια χαρίσματα αυτού του λαού, έχουν με τα χρόνια αποκτήσει τέτοια δυναμική ώστε οι προαιώνιες αρετές του να βρίσκονται σήμερα σε σημείο οριακό, τόσο κρίσιμο ώστε μπορούμε πλέον να μιλάμε για φυλετικές αλλοιώσεις που μόνο σε παραμορφώσεις θα οδηγήσουν και σε παντός είδους επιπλέον ψευδαισθήσεις – το κεφάλαιο που έχουν καταθέσει στον υπαρξιακό τους λογαριασμό.

Βλέπετε στον σύγχρονο δημόσιο λόγο μια κοινωνία που αναλαμβάνει ευθύνη ή που αναζητά διαρκώς άλλοθι;

Ισχύει για εδώ η προηγούμενη απάντησή μου.
Κρατώ μόνο την λέξη «άλλοθι» που συνοψίζει όλα τα παραπάνω, και φυσικά την λέξη «ευθύνη» που ανήκει πλέον σε ένα λεξιλόγιο νοημάτων που δεν το καταλαβαίνει και δεν το μιλάει κανείς.
Επικρατεί πλέον απόλυτη ασυνεννοησία. Σαν τον πατέρα τού Λέλο, όλοι ακούν μόνο τον εαυτό τους και μόνο μ’ αυτόν συνομιλούν.

Ο Δημήτρης Δημητριάδης
Ο Δημήτρης Δημητριάδης
Ο Δημήτρης Δημητριάδης

Μπορεί η Ελλάδα να υπάρξει χωρίς τον μύθο της ιδιαιτερότητάς της;

Αν η Ελλάδα έχει κάποια ιδιαιτερότητα, αυτή ανήκει στην ελληνική γλώσσα – και στην τεράστια γραμματεία που καταγράφτηκε σ αυτήν. Τι όμως από την γλώσσα αυτή και την αρχαία γραμματεία μπορεί ακόμα να αποτελεί στοιχείο ταυτότητας για μία χώρα που αξιοποιεί τα μνημεία της, αλλά η ίδια υπάρχει ως ανάμνηση του παρελθόντος της;

Δεν έχουν γίνει καθόλου λίγα σε όλους τούς τομείς, αυτό όμως εντέλει έχει συμβεί μέσα σε ένα πλαίσιο ιστορικής παραχάραξης, θέλω να πώ : μέσα σε ένα σύστημα θεσμών οι οποίοι, παρά τις όσες μεμονωμένες πράξεις δημιουργίας κυρίως στον χώρο τής τέχνης, έπαιξαν και παίζουν τον ρόλο τροχοπέδης σε βαθμό καταστολής, καθήλωσης, αποτελμάτωσης, χειραγώγησης.

Αναφέρομαι συγκεκριμένα και στο πολιτικό δυναμικό που απεργάζεται την διαιώνιση παρωχημένων τρόπων λειτουργία τού κράτους, και προφανώς στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία εξακολουθεί να εκπροσωπεί ό,τι πιο αποτρόπαιο στον τρόπο που έχει ερμηνεύσει και ποδηγετεί τον άνθρωπο. Η Εκκλησία και οι κανόνες της, τους οποίους έχουν, ξέροντας μη ξέροντας, εσωτερικεύσει οι Ελληνες – το βλέπουμε στον αφελή τρόπο με τον οποίο ακόμα και οι νέες γενιές διατυπώνουν «σκέψεις πάνω σε βασικά ζητήματα – , συνιστούν το μέγιστο εμπόδιο για οποιασδήποτε μορφής διέξοδο τής χώρας και έξοδο από το τέλμα των χριστιανικών εντολών και κατευθύνσεων.

Με την έννοια αυτή, αν υπάρχει κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα, αυτή είναι καταχωνιασμένη, αν όχι θαμμένη, κάτω από τούς όγκους της χωματερής που είναι το ελληνικό κράτος και η ελληνική Εκκλησία. Μόνο αν αναμορφωθούν – το κράτος – και εξαφανιστούν – η Εκκλησία – όλα αυτά, θα βρεί ίσως κάποτε η Ελλάδα την κρυμμένη της ιδιαιτερότητα, δηλαδή αυτό που δεν είναι εδώ και αιώνες μέχρι σήμερα.

Ποια θα είναι αυτή η ιδιαιτερότητα;

Μα νομίζω όλα εκείνα που σήμερα φοβάται, αποφεύγει, καταδικάζει, κρύβει. Ο μέχρι τώρα απαράδεκτος εαυτός της. Αυτόν που κράτος και Εκκλησία κάνουν τα πάντα για να τον σκοτώσουν.

Ο Δημήτρης Δημητριάδης
Ο Δημήτρης Δημητριάδης
Ο Δημήτρης Δημητριάδης

Ο Φαέθων αποτυγχάνει γιατί δεν αντέχει την εξουσία. Υπάρχει άνθρωπος που αντέχει την απόλυτη δύναμη;

Ο Φαέθων δεν αποτυγχάνει. Υπερβαίνοντας και καταργώντας αυτό που δεν τόλμησαν ο Άμλετ και ο Κάφκα, κερδίζει αυτό που τον διαχωρίζει ριζικά από αυτούς με τούς οποίους ήταν συνδεδεμένος μέχρι να εξωθηθεί στην λυτρωτική πράξη του. Ο Λέλο γίνεται Φαέθων επειδή αποφασίζει να γίνει πατροκτόνος.
Το έγκλημά του τον μυθοποιεί.

Ο Λέλο είναι αυτός που καταρρίπτει όλα εκείνα που λέω στην πρώτη μου απάντηση : γίνεται ο καταλύτης όχι μόνο μιας προσωπικής παθολογίας αλλά και μιας γενικότερης παθητικότητας, η οποία διαιωνίζει τα αίτια που την προκαλούν.
Θεοποιείται, δηλαδή δικαιώνεται.

Τι ζητάτε από τον θεατή; Συμμετοχή ή σύγκρουση;

Σήμερα είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα το να ζητάμε από τον θεατή συμμετοχή ή σύγκρουση. Αυτό οφείλεται σε μία, όπως την βλέπω εγώ, απενεργοποίηση τού θεατή, ο οποίος απλώς θεάται και χειροκροτεί, δεν έχει σοβαρά αιτήματα και του λείπει στοιχειωδώς ένας βαθμός γνώσεων και αληθινού ενδιαφέροντος για εκείνο που πηγαίνει να δει.

Αυτό τον κάνει να αποδέχεται τα πάντα, από τα καλύτερα μέχρι τα χειρότερα, με προτίμηση – από άγνοια – των χειρότερων τα οποία συγχέει με τα καλύτερα. Πλήρης απουσία κριτηρίων και μία καθολική τάση «να περνάμε καλά κι ότι θέλει ας γίνει», έχουν μετατρέψει το σημερινό κοινό σε απορροφητήρα παντός είδους εντόπιου και εισαγόμενου προϊόντος, σε κάδο ανακύκλωσης κάθε προσφερόμενου ύποπτου ή ανυποψίαστου εγχειρήματος, φτάνοντας μέχρι του σημείου να πληρώνει για να εισπράξει ακόμα και απάτες, κατασκευάσματα με ημερομηνία λήξεως ή με την σφραγίδα του περιττώματος.

Ο θεατής είναι σήμερα ένα από τα σοβαρά προβλήματα που μαστίζουν το θέατρο γιατί το κοινό αυτό καθορίζει ως αντικείμενο το τι θέατρο παράγεται, με στόχο όχι την λεγόμενη «ανύψωσή» του αλλά την συμπόρευση με το ολοένα και πιο χαμηλό επίπεδό του, επίπεδο που αρχίζει με μία σύγχυση και τελειώνει με μια άλλη σύγχυση, και είναι αυτές οι δύο συγχύσεις που προσδιορίζουν τις προτιμήσεις και τις επιλογές του.
Η εικόνα σχεδόν (θα πρέπει να) τρομάζει.

Τι είναι το θέατρο σήμερα;

Τι είναι το θέατρο σήμερα; Αυτό που πλέον επικρατεί και που δεν είναι το θέατρο.
Πράγμα που θέτει το φυσικό ερώτημα : τι είναι θέατρο;

Μετά από τόσα χρόνια γραφής, τι σας εξαντλεί περισσότερο στον άνθρωπο;

Ο άνθρωπος είναι ανεξάντλητος.
Είμαστε ακόμα στην αρχή, δεν προβλέπεται εξάντληση, αρκεί να είμαστε βέβαιοι ότι είναι όντως ανεξάντλητος.

Τι θεωρείτε πιο επικίνδυνο: την άγνοια ή την άρνηση γνώσης;
Και την άγνοια και την άρνηση γνώσης. Πιο πολύ επικίνδυνη όμως την δεύτερη. Γιατί είναι η αιτία τής πρώτης.

Γράφετε ακόμη με οργή ή με ευθύνη;
Η ευθύνη και η οργή, αν είναι οι σωστές λέξεις, συμπεριλαμβάνονται, είτε πρόκειται για πεζό είτε για θεατρικό κείμενο, στην αναγκαιότητα τής δραματοποίησης με την γλώσσα. Αυτό που πάντα προκύπτει είναι μία, μεμπτή ή άμεμπτη, εκδοχή τού πραγματικού το οποίο με την δραματοποίησή του πιστοποιεί την δική του αναγκαιότητα.

Ο κόσμος αποτελεί το αναντικατάστατο πρώτο υλικό για να υπάρξει η θεατρική ποίηση.
Γιατί το θέατρο χρειάζεται τον κόσμο όπως αυτός είναι για να τον κάνει δράμα. Όχι για να τον αλλάξει αλλά για να αντλήσει από αυτόν εκείνο που το θέατρο χρειαζόταν ανέκαθεν.

Σχετικό Άρθρο
Info:

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Συγγραφέας: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία: Χρύσα Καψούλη
Scenography – Video Scenography – Costume design: Xsquare DesignLab
Φωτισμοί: Απόστολος Τσατσάκος
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Κέντρου, Κλέλια Μαμουνάκη
Μουσική επιμέλεια: Χρύσα Καψούλη, Κατερίνα Κέντρου
Υλικό προώθησης – Trailer: Xsquare DesignLab
Ερμηνεύουν:
Χριστόφορος Κώνστας (Άμνετ Λομ)
Μάγδα Κατσιπάνου (Τζούλι)
Κατερίνα Κέντρου (Μπεθ)
Κλέλια Μαμουνάκη (Ανν)
Δημήτρης Βουτσής (Λέλο)

Θέατρο Φούρνος, Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων
Πρεμιέρα: 9 Φεβρουαρίου 2026
Παραστάσεις: κάθε Δευτέρα και Τρίτη μέχρι και 7 Απριλίου 2026
Ώρα έναρξης: 21:00
Διάρκεια: 80 λεπτά
Εισιτήρια: 15 ευρώ – Γενική Είσοδος, 12 ευρώ – Μειωμένο
Προπώληση Εισιτηρίων: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/faethon-tou-dimitri-dimitriadi

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα