Τράπεζες: Χωρίς επίσκεψη σε κατάστημα 7 στα 10 καταναλωτικά
Διαβάζεται σε 4'
Το 2025 εκταμιεύθηκαν 122.738 καταναλωτικά δάνεια, μέσω e-banking και m-banking όταν μέσω των τραπεζικών καταστημάτων, εκταμιεύθηκαν μόλις 62.707 δάνεια. Δεν θα συμβούν οι υπερβολές του παρελθόντος λένε οι τράπεζες.
- 23 Ιανουαρίου 2026 06:59
Από τον καναπέ… του σπιτιού τους μπορούν και δανείζονται πλέον τα ελληνικά νοικοκυριά στην προσπάθεια τους να καλύψουν, μέσω καταναλωτικού δανείου, τρέχουσες καθημερινές ανάγκες με υψηλό ωστόσο τίμημα.
Είναι χαρακτηριστικά, σύμφωνα με πληροφορίες από τραπεζικές πηγές, ότι επτά στα δέκα καταναλωτικά δάνεια τα οποία εκταμιεύθηκαν το 2025 από το δίκτυο των ελληνικών τραπεζών, χορηγήθηκαν αποκλειστικά μέσα από τα ψηφιακά τους κανάλια, χωρίς δηλαδή να χρειαστεί επίσκεψη του υποψήφιου δανειολήπτη σε κάποιο κατάστημα.
Πιο εκτεταμένη ανάλυση των στοιχείων δείχνει, σύμφωνα πάντα με τίς ίδιες πηγές, ότι το 2025 εκταμιεύθηκαν 122.738 καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφάλιση, με τη διαδικασία να διεκπεραιώνεται από την αρχή έως το τέλος μέσω e-banking και m-banking .
Αντίστοιχα μέσω των τραπεζικών καταστημάτων, εκταμιεύθηκαν μόλις 62.707 καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφάλιση. Συνολικά, από το δίκτυο των τραπεζών, χορηγήθηκαν 185.445 καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφάλιση.
Τα στοιχεία που έχουν στην διάθεσή τους τα τραπεζικά επιτελεία επιβεβαιώνουν την εικόνα που είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήδη από το πρώτο εξάμηνο του 2025 και θέλει την στεγαστική πίστη να «ξυπνάει» για τα καλά.
Όπως επισημαίνουν υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη «το εγχώριο πιστωτικό σύστημα εμφανίζεται πλέον πιο πρόθυμο να δανείσει τα νοικοκυριά, εκτιμώντας ότι οι κίνδυνοι έχουν μειωθεί αισθητά σε σχέση με τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, η υποχώρηση της ανεργίας και η σταθεροποίηση των εισοδημάτων ενισχύουν την εικόνα μεγαλύτερης ασφάλειας για τις νέες χορηγήσεις.
Για το λόγου το αληθές το 2025 οι συνολικές εκταμιεύσεις καταναλωτικών δανείων προσέγγισαν τα 1,6 δις. ευρώ και κατέγραψαν ετήσια αύξηση 15,1%. Στις συνολικές εκταμιεύσεις περιλαμβάνονται εκτός από τα δάνεια μέσω δικτύου τραπεζών, τα δάνεια αυτοκινήτων –μοτοσικλετών ( ανήλθαν πέρυσι σε 440 εκατ. ευρώ) , τα δάνεια μέσω συνεργαζόμενων εμπόρων, τα ανοιχτά καταναλωτικά δάνεια και τα καταναλωτικά δάνεια με εξασφάλιση.
Από τις τράπεζες ωστόσο επισημαίνουν προς πάσα κατεύθυνσή ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να συμβούν οι υπερβολές του παρελθόντος. Τα κριτήρια έγκρισης παραμένουν αυστηρά και οι έλεγχοι εισοδήματος συνεχίζονται, ενώ τα επιτόκια εξακολουθούν να επιβαρύνουν το κόστος δανεισμού. Για τα νοικοκυριά, το άνοιγμα της στρόφιγγας σημαίνει περισσότερες επιλογές, αλλά και ανάγκη για προσεκτικό υπολογισμό, ώστε ο δανεισμός να μη μετατραπεί ξανά σε βάρος για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Περισσότερα καταναλωτικά από στεγαστικά
Αξίζει να σημειωθεί ότι την τελευταία τριετία νέες εκταμιεύσεις καταναλωτικών δανείων που πραγματοποιήθηκαν είναι μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες στεγαστικών δανείων.
Αν και πρόκειται για δάνεια σχετικά μικρών ποσών με πολύ υψηλότερα επιτόκια που κυμαίνονται κοντά στο 10% στις περισσότερες περιπτώσεις, οι πελάτες των τραπεζών παίρνουν περισσότερα δάνεια για την κατανάλωση και την κάλυψη καθημερινών αναγκών σε σχέση με αυτά που παίρνουν για την αγορά κατοικίας.
Πρόκειται αν μη τι άλλο για παράδοξη τραπεζική εξέλιξη καθώς στις περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες τα στεγαστικά δάνεια είναι αρκετά περισσότερα από τα καταναλωτικά – υπολογίζεται ότι για κάθε 1 ευρώ σε καταναλωτικά δάνεια οι ευρωπαϊκές τράπεζες δίνουν περίπου 7 ευρώ σε στεγαστικά δάνεια. Αντιθέτως, για τις ελληνικές τράπεζες η αναλογία είναι 1 προς 1, με τα καταναλωτικά δάνεια να είναι ελαφρώς περισσότερα.
Το α’ εξάμηνο του 2025, τα στεγαστικά δάνεια ανήλθαν στα 838 εκατ. ευρώ, δηλαδή 70 εκατ. ευρώ χαμηλότερα από τα ποσά που δόθηκαν σε καταναλωτικά. Προφανώς και αποτελεί μια ακόμη ένδειξη της μεγάλης διάστασης που έχει λάβει το στεγαστικό ζήτημα με την έλλειψη ακινήτων και κατ’ επέκταση με το περιορισμένο ενδιαφέρον από πλευράς των αγοραστών να δανειστούν.
Το παραπάνω δεδομένο δείχνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά προσφεύγουν στον δανεισμό για να καλύψουν καθημερινές τους ανάγκες, και όχι για να προχωρήσουν σε μια μεγάλη επένδυση ζωής, όπως είναι η αγορά κατοικίας.
Μάλιστα, οι όροι του δανεισμού είναι μάλλον δυσμενείς, με το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο για καταναλωτικά δάνεια να διαμορφώνεται στα επίπεδα περίπου του 10% όταν το μέσο επιτόκιο για αντίστοιχο δάνειο στην ευρωζώνη υπολογίζεται κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν το τρίτο πιο υψηλό επιτόκιο για καταναλωτικά δάνεια στην ΕΕ, πίσω μόνο από αυτές της Εσθονίας και της Λετονίας.