ΕΛΕΝΑ ΟΛΓΑ ΧΡΗΣΤΙΔΗ: Η ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ
Η ψυχολόγος Ελενα Ολγα Χρηστίδη εξηγεί γιατί η ψυχοθεραπεία (και ο ψ λόγος) σήμερα πρέπει να ξεφύγει από τις νεοφιλελεύθερες εμμονές.
Για την ενδιαφέρουσα, πιστεύουμε, συζήτηση που ακολουθεί, δύο ήταν οι κυρίως πηγές “έμπνευσης”. Πρώτον, η τοποθέτηση της συνεντευξιαζόμενης Ελενας-Ολγας Χρηστίδη στην παρουσίαση του βιβλίου “Τρανσφοβία” της Royer Maud (Εκδόσεις Πόλις) και ιδιαίτερα όσα τόνισε για την ταξικότητα στην ψυχοθεραπεία.
Δεύτερον, κάποια από τα λεγόμενα του θεραπευτή Ντέιβιντ Σμέιλ όπως τα διαβάσαμε στο βιβλίο “Η ακύρωση του μέλλοντος” του Μαρκ Φίσερ (Εκδόσεις Αντίποδες). Ο εν λόγω ριζοσπάστης θεραπευτής ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι “τα περισσότερα από αυτά που υποτίθεται ότι είναι μέσα μας, τα έχουμε στην πραγματικότητα προσλάβει από το ευρύτερο κοινωνικό πεδίο”. Και επίσης “όλες τις δυνάμεις που έχουμε στη διάθεσή μας τις προσλαμβάνουμε από το κοινωνικό μας πλαίσιο που τις διανέμει και ορισμένες από αυτές (τις πιο ισχυρές) είναι απρόσιτες για μας”. Με άλλα λόγια όσα νιώθουμε και βιώνουμε δεν είναι καθαρά “προσωπικά ζητήματα” όπως πιστεύει η κυρίαρχη άποψη.
Η Ελενα Ολγα Χρηστίδη, ψυχολόγος-ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεύτρια, επιστημονική συνυπεύθυνη Orlando LGBT+ προσεγγίζει αυτά τα ζητήματα από μία σύγχρονη, αριστερή ματιά η οποία αμφισβητεί τα κυρίαρχα αφηγήματα στο χώρο της ψυχοθεραπείας και της ψυχιατρικής που εν πολλοίς εκπορεύονται από τα προτάγματα του νεοφιλελευθερισμού.
Kάθισα και σκέφτηκα ότι κάνω ψυχοθεραπεία πάνω από δέκα χρόνια. Εχω δώσει πολλά χρήματα γι’ αυτό. Τι θα γινόταν αν δεν είχα αυτά τα χρήματα; Θα υπέφερα συνεχώς από τη διαταραχή που με ταλαιπωρούσε;
Δυστυχώς πιθανότατα ναι, με μικρές δυνατότητες για πρόσβαση σε αποσπασματική μόνο στήριξη. Να εξηγήσω γιατί: καθόλου τυχαία στον δημόσιο λόγο η ψυχική υγεία παρουσιάζεται σαν κάτι εντελώς ανεξάρτητο από το σχεδιασμό και την έννοια του Εθνικού Συστήματος Υγείας γενικά. Όχι ότι το ΕΣΥ δεν είναι σε άθλια κατάσταση έτσι και αλλιώς. Το κομμάτι της ψυχικής υγείας όμως, αν εξαιρέσουμε τον απολύτως κλινικό, νοσοκομειακό ρόλο, δεν υπάρχει πουθενά. Ακόμα και εκεί φυσικά, η κατάσταση είναι τραγική. Ακούσιες νοσηλείες, ανυπαρξία κοινοτικής ψυχικής υγείας, σκληρή ιδρυματική προσέγγιση. Αυτό είναι ένα τεράστιο θέμα από μόνο του. Η ψυχοθεραπεία είναι το πιο κλασικό παράδειγμα για το ότι η έννοια της ψυχικής υγείας δεν εντάσσεται στο ΕΣΥ. Υπάρχουν κάποιες δημόσιες δομές που παρέχουν υπηρεσίες, πχ σε κέντρα υγείας των δήμων. Παρέχονται επίσης υπηρεσίες από ΜΚΟ που είναι σε συνεχή συνεργασία με το κράτος και που έχουν αναλάβει ένα κομμάτι της κοινωνικής ψυχιατρικής με κινητές μονάδες κτλ. Απουσιάζει όμως το πλαίσιο μίας σταθερής παροχής υπηρεσιών ψυχοθεραπείας. Η ψυχοθεραπεία και η ψυχανάλυση όμως δεν είναι ένα ζήτημα τριών ή έξι μηνών -κι ακόμα κι έτσι για πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι αδύνατο να έχουν πρόσβαση σε αυτή.
Για κάποιους θα έλεγα ότι είναι ζήτημα, το λέω λίγο περιγραφικά, ζωής και θανάτου κάποιες φορές…
Έτσι ακριβώς είναι. Έχουμε την εξής αντίφαση. Είναι ένα τόσο κομβικό ζήτημα για πάρα πολλούς ανθρώπους η πρόσβαση στην ψυχοθεραπεία, είναι τόσο σημαντικό ζήτημα για την ευζωία τους, και όμως παραμένει υποτιμημένο. Την ίδια ώρα η εκλαϊκευμένη ψυχολογία, η ψυχοθεραπεία ως μόδα που πρέπει να κάνουν όλοι οι άνθρωποι οριζόντια, προβάλλονται, ως μηνύματα, περισσότερο από ποτέ. Η έννοια της μόδας εν μέρει δεν είναι κακή αν την σηματοδοτήσουμε ως έννοια υπέρ της εξοικείωσης ή του αποστιγματισμού. Υπάρχει όμως αυτή η τρομερή αντίφαση, από τη μία να παρουσιάζεται η ψυχοθεραπεία σα να πρόκειται να λύσει όλα τα κοινωνικά ζητήματα, ξεφεύγοντας από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Λέμε κάνε ψυχοθεραπεία, να επικεντρωθείς στον εαυτό σου, αυτό το μότο του νεοφιλελευθερισμού γενικά, μια διαστρεβλωμένη εικόνα περί ατομικής ανέλιξης χωρίς επικέντρωση στο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο ζούμε. Από την άλλη όμως, δεν λέμε ποτέ και πώς θα κάνεις ψυχοθεραπεία αν νιώθεις ότι τη χρειάζεσαι και δεν μπορείς να την καλύψεις οικονομικά. Αυτή η αντίφαση είναι ένα κλασικό παράδειγμα παρανοϊκού, με την πολιτική έννοια, συμπτώματος στον καπιταλισμό.
Προφανώς αυτή η αντίφαση παρατηρείται και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η όχι;
Σε πολύ μεγάλο βαθμό οι υπηρεσίες ψυχοθεραπείας είναι ιδιωτικές. Δεν μας κάνει εντύπωση αυτό γιατί παρόμοια μοντέλα ακολουθούνται γενικά στην Ευρώπη -αυτονόητα και στις ΗΠΑ. Φυσικά υπάρχουν χώρες που διαθέτουν πολύ καλύτερη πρόσβαση σε κοινοτικές υπηρεσίες. Παλαιότερα είχαμε κάποια θετικά στοιχεία στο παράδειγμα του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Μεγάλης Βρετανίας αλλά αυτό έχει πλέον καταρρεύσει. Ο κανόνας επομένως είναι ο ιδιωτικός τομέας.
Σε ότι αφορά την Ελλάδα, δεν υπάρχει ούτε καν κάλυψη του κόστους μέρους των υπηρεσιών από ασφαλιστικά ταμεία εκτός από ελάχιστα. Δεν υπάρχει ούτε αυτή η παρέκβαση.
Το ζήτημα είναι πως μπορεί να αλλάξει αυτό το μοντέλο…
Πρέπει να εφαρμοστεί μία τελείως διαφορετική προσέγγιση στη δημόσια υγεία ως προς το κομμάτι της ψυχικής υγείας και της κοινοτικής ψυχιατρικής. Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα δεν πήγε καλά. Γιατί; Διότι και εκεί πήγαμε σε ένα ιδιωτικού τύπου μοντέλο, ακόμα και με κοινοτική μορφή, που ήταν η συνεργασία του κράτους με κάποιες ΜΚΟ. Άλλες έκαναν καλή δουλειά, άλλες όχι. Σε κάποιο βαθμό υπηρεσίες τους έχουν κρατήσει το κομμάτι της κοινοτικής ψυχιατρικής. Υπάρχουν ακόμα προστατευόμενα διαμερίσματα αυτόνομης ή ημιαυτόνομης διαβίωσης για χρόνια πάσχοντα άτομα που σε άλλη περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ζουν σε καθεστώς ανεξαρτησίας. Τι είπε όμως το κράτος; “Εγώ δεν θέλω να ασχοληθώ μ’ αυτό, πάρτε το κάποιοι ιδιώτες, και αυτή είναι η μόνη προσέγγιση που έχω”.
Τώρα, βλέπουμε αυτό το μοντέλο να επεκτείνεται και σε άλλα πλαίσια. Το παρατηρούμε στο παράδειγμα της απεξάρτησης. Εκεί είχαμε κοινοτικά μοντέλα, στη βάση τους λειτουργικά και πετυχημένα, παρά τις κριτικές που κι εμείς έχουμε ασκήσει σε αυτά και τις βελτιώσεις που θα έπρεπε να έχουν. Αυτά τα μοντέλα, τα “από την κοινότητα για την κοινότητα”, πλέον διαλύονται. Τι γίνεται και σ’ αυτήν την περίπτωση; Πάμε πάλι στο ατομοκεντρικό και φαρμακοκεντρικό μοντέλο. Έλα μόνος/η/ο σου, πάρε το χάπι σου, κάνε μόνος τη θεραπεία σου, αποκόψου από το κοινωνικό και λύσ’ το μόνος σου. Αυτό είναι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Αυτό το σχήμα όμως είναι που γεννά και ενισχύει τις εξαρτήσεις και που εντείνει τις προκλήσεις ψυχικής υγείας γενικότερα. Η αποκοπή από τον κοινωνικό δεσμό, η αποθέωση του ατομισμού.
Αυτό όμως εν τέλει φαίνεται να είναι καθαρά ταξικό…
Η ταξικότητα φαίνεται σε κάθε επίπεδο. Για παράδειγμα, το περιεχόμενο που βλέπουμε στα social media γύρω από την ψυχοθεραπεία και την ψυχική υγεία χρησιμοποιεί συγκεκριμένες λέξεις και απευθύνεται σε συγκεκριμένους πληθυσμούς. Ποιοι άνθρωποι συνήθως νιώθουν πιο άνετα μ’ αυτό; Νεότερα άτομα με σχετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο, η μεσαία τάξη κτλ. Δε λαμβάνονται πουθενά υπόψη τα πολύ χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, οι μεταναστευτικές κοινότητες κ.λπ. Άρα, από τη μία λέμε ότι είναι προσβάσιμη η πληροφορία λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και από την άλλη διαπιστώνουμε ότι φυσικά και δεν είναι προσβάσιμη σε όλους τους ανθρώπους. Ακόμα και ο τρόπος μετάδοσής της συνιστά θέμα. Αυτές οι εκλαϊκευμένες έννοιες που συνήθως ακούμε, για την τοξικότητα στις σχέσεις για παράδειγμα, δεν θα λύσουν το πρόβλημα στις εργατικές γειτονιές ή της περιοχές της επαρχίας που κοινωνικοοικονομικά πιέζονται περισσότερο και αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας, εξαρτήσεων και ενδοοικογενειακής βίας χωρίς καμία στήριξη. Δεν θα τους δώσει τη λύση αυτό το μήνυμα.
Από την άλλη, ακόμα κι οι άνθρωποι που θα έχουν πρόσβαση σ’ αυτό το μήνυμα, δεν θα έχουν εν συνεχεία πρόσβαση στις υπηρεσίες που χρειάζονται -πολύ απλά γιατί δεν έχουν να τις πληρώσουν. Άρα, θα περιορίζονται σε μία κατανάλωση περιεχομένου on line, εκλαϊκευμένης ψυχολογίας και ψυχανάλυσης από την οποία θα προσπαθούν να κάνουν μία αυτοανάλυση, τρόπον τινά. Και να πάρουν στη συνέχεια τα βιβλία της αυτοβελτίωσης και να μπουν σ’ αυτό το μοντέλο ψυχαναγκασμού, που τελικά αυξάνει τους ψυχαναγκασμούς. “Γράφε κάθε πρωί στο ημερολόγιό σου, να τρως υγιεινά κάθε μεσημέρι, να κάνεις γυμναστική και να ακούς αυτή τη χαλαρωτική μουσική. Και αφού τα κάνεις όλα αυτά (μ’ έναν πραγματικά ψυχαναγκαστικό τρόπο) μπορεί να ανακουφιστείς από το άγχος”. Το άγχος βέβαια που σου προκαλεί οτιδήποτε συμβαίνει γύρω σου, από τα προσωπικά σου θέματα μέχρι την οικονομική σου κατάσταση, τη δουλειά σου αλλά και τις εμπόλεμες συρράξεις, τις γενοκτονίες, τις κοινωνικές συνθήκες, τις πολιτικές συνθήκες, όσα ζούμε και αντιμετωπίζουμε καθημερινά. Το μήνυμα είναι να πάρει κάθε άτομο απολύτως προσωπικά αυτή την αγωνία και να βγάλει ένα πρόγραμμα καθησυχασμού του άγχους του που θα το κρατάει, παράλληλα, διαχειρίσιμο και πειθήνιο. Αυτό λοιπόν, είναι ένα απολύτως πολιτικό ζήτημα.
Αν εφαρμόσει κανείς αυτό το μοντέλο στη ζωή του αλλά τελικά δεν τα καταφέρει, δεν θα αρχίσει να νιώθει ενοχές;
Η ενοχικότητα είναι συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός λέει “μπορείς να καταφέρεις τα πάντα”, άρα σε περίπτωση που δεν τα καταφέρεις, φταις εσύ. Δεν φταίει, ας πούμε, ότι στην εταιρία που δουλεύεις ότι και να γίνει, σταθερά μόνο ένα 5%-10% θα παίρνει τις καλές προαγωγές. Δεν φταίει το μοντέλο διάρθρωσης της οικονομίας, φταις εσύ. Εξ ου και το άγχος και η ενοχή. Και μετά ο ψυχαναγκασμός για να ρυθμίσεις αυτό το άγχος. Και το απολύτως ψευδές μήνυμα ότι αν εσύ κάνεις το καλύτερο που μπορείς κάποια στιγμή θα έρθει και η επιτυχία, δεν μπορεί.
Κοντολογίς η προσέγγιση που χρειαζόμαστε πρέπει να είναι εντελώς διαφορετική. Έχει όμως εδώ ευθύνη και η κυρίαρχη ψυχολογία και ψυχανάλυση/ψυχοθεραπεία. Οι κυρίαρχες προσεγγίσεις του πεδίου μας και των θεσμικών εκφράσεών του για το πώς να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας και τον εαυτό μας μέσα σε αυτόν, είναι συντηρητικές προσεγγίσεις. Εννοώ τον τρόπο με τον οποίο σήμερα η ψυχολογία/ψυχανάλυση στέκονται απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα, σε ζητήματα ανισότητας κ.λπ. Γι’ αυτό και πολύ σπάνια βλέπουμε φορείς ψυχικής υγείας να παίρνουν θέση σε πολύ κομβικά ζητήματα, κρίσιμης σημασίας για το κοινωνικό σύνολο.
Παράδειγμα: Είναι κρίσιμης κοινωνικής σημασίας το αν οι πολίτες νιώθουν ότι ζουν σ’ ένα κράτος δικαίου ή όχι. Είναι κρίσιμης κοινωνικής σημασίας οι οικονομικές ανισότητες και η εκμετάλλευση. Είναι κρίσιμης κοινωνικής σημασίας το πως βιώνουν οι πολίτες το να βλέπουν μία γενοκτονία να συντελείται μπροστά στα μάτια τους και το διεθνές δίκαιο να γίνεται κουρελόχαρτο. Είναι κρίσιμης σημασίας η επέλαση του φασισμού, το ότι αυτή τη στιγμή εκτελούνται πολίτες στους δρόμους των ΗΠΑ από κρατικές δυνάμεις, επειδή υπερασπίστηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα των συμπολιτών τους. Ας κοιτάξουμε πόσοι φορείς ψυχικής υγείας και ψυχανάλυσης μιλούν για αυτά διεθνώς. Πόσοι τα αναγνωρίζουν ως κρίσιμα ζητήματα για την ευζωία των ανθρώπων; Θα απογοητευτούμε με την απάντηση.
Οι θεσμικοί εκφραστές της ψυχικής υγείας (που ακόμα και ως όρος είναι αποστειρωμένος και συντηρητικός πια, δεδομένου ότι χάνει τα διαφορετικά επίπεδα προκλήσεων στην υγεία και την ευζωία μας και μένει σε ένα προβληματικό δίπολο, σα να μπορείς να είσαι αποκλειστικά υγιής ή μη υγιής), οι θεσμικοί φορείς λοιπόν εστιάζουν στο μοντέλο της ατομικής ευθύνης χωρίς την ενίσχυση προς την κοινωνική αλλαγή και τη ριζική αναδιαμόρφωση των κοινωνικών στις οποίες ζούμε. Το μήνυμα είναι ότι αυτό είναι το πλαίσιο, αυτοί οι κανόνες, κάνε το καλύτερο που μπορείς για τον εαυτό σου -ίσως και με μια δόση φιλανθρωπίας και αλληλεγγύης αν μπορείς. Δεν υπάρχει καμία άλλη κρίσιμη παρέμβαση, καμιά κριτική θεώρηση των πραγμάτων και κανένα άλλο πρόταγμα.
Πως το εξηγείς αυτό;
Αυτό έχει σχέση με όλη την ιστορία της ψυχανάλυσης αλλά κυρίως του καπιταλισμού. Η ψυχανάλυση, που ξεκίνησε ως μια ριζοσπαστική δύναμη, σαν σεισμός στη θεωρία και τις κοινωνικές επιστήμες της εποχής, συνδέθηκε γρήγορα με την αστική τάξη. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, σε μία περίοδο δηλαδή που ο καπιταλισμός κινήθηκε σε άλλα επίπεδα και αναδιοργανώθηκε, η ψυχανάλυση και τα νέα αναδυόμενα είδη της ψυχοθεραπείας, ακολούθησαν τα δεδομένα της εποχής, και γιγαντώθηκαν την ίδια περίοδο με την εγκαθίδρυση του νεοφιλελευθερισμού.
Για παράδειγμα ο τρόπος που σε πολλές κυρίαρχες προσεγγίσεις ερμηνεύεται και διδάσκεται σήμερα η φροϋδική ψυχανάλυση είναι διαμορφωμένος μέσα από αυτά τα φίλτρα και τις συντηρητικές σκοπιές. Μέσα από το βλέμμα του καπιταλισμού, της πατριαρχίας, της αποικιοκρατίας και της λευκής υπεροχής. Γι’ αυτό και βλέπουμε συχνά εκπροσώπους της ψυχανάλυσης και της ψυχοθεραπείας να στέκονται συχνά απέναντι σε ανθρώπινα δικαιώματα. Σου θυμίζω το σύμφωνο συμβίωσης ή την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια. Ηταν ελάχιστες οι φωνές ειδικών ψυχικής υγείας που πήραν θέση. Και όταν πήραν, το έκαναν όταν πια τα πράγματα ήταν δεδομένα. Και πάλι, αν δεις τις σχετικές ανακοινώσεις, εκφράζονται με πολύ συντηρητικό και ιατροκεντρικό τρόπο. Πουθενά δεν βρίσκεται μια ριζοσπαστική προσέγγιση περί κοινωνικής ισότητας και υπεράσπισης ανθρώπινων δικαιωμάτων, περί αντίστασης στην πατριαρχία κ.λπ., η σκοπιά πάντοτε εκκινεί από ένα κλινικό βλέμμα.
Χρειαζόμαστε λοιπόν την εκ νέου οργάνωση καινούριων ριζοσπαστικών πολιτικών μέσα στο ίδιο το ψ πεδίο. Στο Orlando προσπαθούμε να παρουσιάζουμε έναν τέτοιον ψ λόγο, που αναγνωρίζει τις πηγές των πολλαπλών καταπιέσεων και ανισοτήτων και ξεφεύγει από τις κυρίαρχες προσεγγίσεις. Που λαμβάνει υπόψη του το ταξικό ζήτημα, το φυλετικό, το έμφυλο. Όχι με όρους νεοφιλελεύθερων ταυτοτήτων αλλά σε επίπεδο κοινωνικών δυναμικών που δημιουργούν τις ανισότητες. Εν τέλει όλες οι ανισότητες έχουν υλικές συνέπειες. Γι’ αυτό και διαφωνούμε με το δίλημμα ιδεαλισμός ή υλισμός. Οι κοινωνικές ανισότητες κάθε είδους έχουν, επαναλαμβάνω, υλικές και ενσώματες συνέπειες. Τα καταπιεσμένα υποκείμενα τις ζούνε πάνω τους. Στην ψυχική και σωματική υγεία, στην καθημερινή τους πρακτική, στις δυνατότητες που έχουν δεν έχουν στη ζωή τους. Δεν υπάρχει ευζωία και ψυχική “υγεία” αποκομμένη από το κοινωνικό.
Ετοιμάζουμε, από κοινού με τη Νάνσυ Παπαθανασίου, ένα σχετικό βιβλίο με τον εκδοτικό οίκο “Αντίποδες” για αυτό το θέμα. Θα είναι έτοιμο, ελπίζουμε, μέχρι το Πάσχα. Χρειάζεται να μπορέσουμε να δούμε την έννοια της ψυχανάλυσης και της ψυχοθεραπείας να ακουμπούν και να διαπλέκονται ξανά με το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο εφαρμόζονται. Θέση μας είναι ότι δεν υπάρχει “αντικειμενική” κοινωνική επιστήμη. Η επιστήμη και τα επιστημολογικά εργαλεία αντανακλούν πάντοτε τους σκοπούς για τους οποίους δημιουργήθηκαν και τα μέσα που αξιοποίησαν για να κατορθώσουν αυτούς τους σκοπούς. Αξίζουμε, λοιπόν, καλύτερα εργαλεία -θεωρητικά και κλινικά. Εργαλεία προσωπικών και συλλογικών αντιστάσεων σε ό,τι μας τρώει τη ζωή.