Τράπεζες: Δανεισμός δύο ταχυτήτων

Διαβάζεται σε 5'
Δάνεια
Δάνεια ISTOCK

Φθηνότερο χρήμα για τις επιχειρήσεις, ακριβά δάνεια για τα νοικοκυριά. Βουτιά δύο ποσοστιαίων μονάδων στα επιτόκια δανεισμού των επιχειρήσεων την τελευταία διετία. Αμετάβλητα τα επιτόκια καταναλωτικών δανείων με την αγορά να «ξυπνάει».

Σημαντική αποκλιμάκωση καταγράφει την τελευταία διετία το κόστος τραπεζικού δανεισμού για τις επιχειρήσεις, την ώρα που τα ελληνικά νοικοκυριά συνεχίζουν να πληρώνουν «χρυσό» το χρήμα.

Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι η μείωση των επιτοκίων περνά με διαφορετική ταχύτητα στην αγορά, δημιουργώντας ένα τραπεζικό σύστημα «δύο ταχυτήτων».

Ενώ οι επιχειρήσεις βλέπουν ουσιαστική ελάφρυνση στο κόστος χρηματοδότησης, οι καταναλωτές και τα νοικοκυριά παραμένουν εγκλωβισμένοι σε υψηλά επιτόκια, κυρίως στα καταναλωτικά δάνεια και στις πιστωτικές κάρτες. Το αποτέλεσμα είναι η διαφορά στο κόστος δανεισμού να ξεπερνά πλέον τις 10 ποσοστιαίες μονάδες.

«Βαθιά» ανάσα για τις επιχειρήσεις

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος, τον Νοέμβριο του 2025 το μέσο επιτόκιο για το σύνολο των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις υποχώρησε στο 4,50%.

Η διαφορά σε σχέση με το 2023 είναι εντυπωσιακή. Τότε, το μέσο κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις βρισκόταν στο 6,47%. Μέσα σε δύο χρόνια, το επιτόκιο μειώθηκε σχεδόν κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που μεταφράζεται σε χαμηλότερες δόσεις, μικρότερο κόστος εξυπηρέτησης και περισσότερη ρευστότητα για επενδύσεις και κεφάλαιο κίνησης.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πτώση στους αλληλόχρεους λογαριασμούς, που αποτελούν το βασικό εργαλείο χρηματοδότησης της καθημερινής λειτουργίας των επιχειρήσεων. Το επιτόκιο έπεσε στο 4,48% από 6,43% το 2023, δίνοντας ουσιαστική «ανάσα» στον επιχειρηματικό κόσμο.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία. Στα επιχειρηματικά δάνεια ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών είναι έντονος, καθώς πρόκειται για τον κύριο όγκο νέων χορηγήσεων. Έτσι, οι τράπεζες ακολουθούν πιο γρήγορα τη μείωση των επιτοκίων βάσης.

Γιατί τα νοικοκυριά δεν βλέπουν διαφορά

Την ίδια στιγμή, η εικόνα για τα νοικοκυριά είναι εντελώς διαφορετική. Το συνολικό κόστος δανεισμού για καταναλωτικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια διαμορφώθηκε τον Νοέμβριο του 2025 στο 14,66%.

Η μείωση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια είναι πρακτικά αμελητέα. Το 2023 το επιτόκιο ήταν 14,89% και το 2024 14,99%, γεγονός που δείχνει ότι τα επιτόκια στη λιανική τραπεζική παραμένουν σχεδόν «κολλημένα».

Με απλά λόγια, η μείωση των επιτοκίων που βλέπουν οι επιχειρήσεις δεν περνά στην καθημερινότητα των πολιτών. Ο βασικός λόγος είναι ότι ο ανταγωνισμός στα καταναλωτικά δάνεια παραμένει περιορισμένος, ενώ οι τράπεζες θεωρούν τη συγκεκριμένη κατηγορία υψηλότερου ρίσκου.

Το ρίσκο των πιστωτικών καρτών

Ακόμη πιο επιβαρυντική είναι η εικόνα στις πιστωτικές κάρτες. Εκεί, όχι μόνο δεν καταγράφεται μείωση, αλλά παρατηρείται αύξηση.

Το 2023 το μέσο επιτόκιο πιστωτικών καρτών ήταν 16,51%. Τον Νοέμβριο του 2025 ανέβηκε στο 16,81%. Αυτό σημαίνει ότι το «πλαστικό χρήμα» γίνεται ακόμη ακριβότερο, παρά τη γενικότερη τάση αποκλιμάκωσης των επιτοκίων.

Τραπεζικά στελέχη αποδίδουν τη στάση αυτή στο αυξημένο ρίσκο των καρτών, αλλά και στην προσπάθεια να περιοριστεί η υπερβολική χρήση τους. Στην πράξη, όμως, τα νοικοκυριά που καταφεύγουν στις κάρτες για να καλύψουν ανάγκες ρευστότητας πληρώνουν πολύ υψηλό τίμημα.

Ξυπνάνε τα καταναλωτικά

Παρά τα υψηλά επιτόκια τα στοιχεία που έχουν στην διάθεσή τους τα τραπεζικά επιτελεία επιβεβαιώνουν την εικόνα που είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήδη από το πρώτο εξάμηνο του 2025 και θέλει την καταναλωτική πίστη να «ξυπνάει» σταδιακά.

Όπως επισημαίνουν υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη το εγχώριο πιστωτικό σύστημα εμφανίζεται πλέον πιο πρόθυμο να δανείσει τα νοικοκυριά, εκτιμώντας ότι οι κίνδυνοι έχουν μειωθεί αισθητά σε σχέση με τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, η υποχώρηση της ανεργίας και η σταθεροποίηση των εισοδημάτων ενισχύουν την εικόνα μεγαλύτερης ασφάλειας για τις νέες χορηγήσεις.

Για το λόγου το αληθές το 2025 οι συνολικές εκταμιεύσεις καταναλωτικών δανείων προσέγγισαν τα 1,6 δις. ευρώ και κατέγραψαν ετήσια αύξηση 15,1%. Στις συνολικές εκταμιεύσεις περιλαμβάνονται εκτός από τα δάνεια μέσω δικτύου τραπεζών , τα δάνεια αυτοκινήτων –μοτοσικλετών ( ανήλθαν πέρυσι σε 440 εκατ. ευρώ) , τα δάνεια μέσω συνεργαζόμενων εμπόρων , τα ανοιχτά καταναλωτικά δάνεια και τα καταναλωτικά δάνεια με εξασφάλιση.

Από τις τράπεζες ωστόσο επισημαίνουν προς πάσα κατεύθυνσή ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να συμβούν οι υπερβολές του παρελθόντος. Τα κριτήρια έγκρισης παραμένουν αυστηρά και οι έλεγχοι εισοδήματος συνεχίζονται, ενώ τα επιτόκια εξακολουθούν να επιβαρύνουν το κόστος δανεισμού. Για τα νοικοκυριά, το άνοιγμα της στρόφιγγας σημαίνει περισσότερες επιλογές, αλλά και ανάγκη για προσεκτικό υπολογισμό, ώστε ο δανεισμός να μη μετατραπεί ξανά σε βάρος για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η ψαλίδα που δεν κλείνει

Παρά το ξύπνημα της καταναλωτικής πίστης η σύγκριση είναι αποκαλυπτική: Οι επιχειρήσεις δανείζονται με μέσο επιτόκιο 4,50%, ενώ οι καταναλωτές με 14,66%. Η διαφορά ξεπερνά τις 10 ποσοστιαίες μονάδες και δείχνει ξεκάθαρα ότι το χρήμα δεν κοστολογείται το ίδιο για όλους.

Ενδιάμεση θέση έχουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι ατομικές επιχειρήσεις. Το επιτόκιο για αυτή την κατηγορία υποχώρησε στο 6,86% από 7,61% το 2023, ωστόσο η μείωση είναι σαφώς μικρότερη σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα