Γιώτα Ταχταρά: Το αμερικανικό όνειρο και η “Άις”

Διαβάζεται σε 28'
Η Γιώτα Ταχταρά
Η Γιώτα Ταχταρά

Aφορμή για τη συνέντευξη με τη Γιώτα Ταχταρά, το βιβλίο της, «Οχτώ Λεπτά» – οχτώ λεπτά – ο χρόνος που θα χρειαστεί μέχρι να καταλάβουμε στη γη ότι ανατινάχτηκε ο ήλιος. Αιτία, η μυθιστορηματική ζωή της, από τη lifestyle Αθήνα στο American Dream. Γιατί, ναι, υπάρχει αυτό που βλέπεις στα έργα – υπό προϋποθέσεις βέβαια.

Η συνέντευξη αυτή είναι σαν ένα μικρό διήγημα μιας απίστευτης ζωής, αληθινής πέρα για πέρα, μιας φίλης και συναδέλφου δημοσιογράφου που εκτιμώ και θαυμάζω. Η Γιώτα Ταχταρά είναι μια καλή γραφιάς, ένας καλός άνθρωπος και μια καλή μάνα και σύντροφος. Μένω στο «καλή» γιατί το θεωρώ σπουδαίο προσόν σήμερα, ενώ τα υπόλοιπα επίθετα που της ταιριάζουν όπως ικανή, χαρισματική, επίμονη, ονειροπόλα και γήινη, τολμηρή μα και ισορροπημένη θα τα αναγνωρίσετε μέσα στις απαντήσεις της.

Απαντήσεις ζωντανές και κινηματογραφικές. Αφεθείτε σε ένα ταξίδι σε όλη τη γη, σε πολλές προσγειώσεις και απογειώσεις, διαβάσματα και παιχνίδια αλλά και σκληρές παραδοχές.

Mία μίνι περιγραφή της ζωής σου μέχρι την Αμερική – πού μεγάλωσες, τι σπούδασες, πώς ζούσες, τι δουλειά έκανες.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, αλλά νομίζω ότι ένιωσα περισσότερο Αθηναία όταν άρχισα να τριγυρίζω την πόλη σαν φοιτήτρια. Σπούδασα στο Πολιτικό της Νομικής, στη Σόλωνος, και για χρόνια όλη η ζωή μου ήταν στο κέντρο. Η αλήθεια είναι πως, όπως οι περισσότεροι της γενιάς των «δεσμών», βρέθηκα σ’ αυτή τη σχολή από τύχη, έγραψα καλά στις Πανελλήνιες και μπήκα εκεί.

Αν και τελικά εκτίμησα όσα μου έδωσε το τμήμα μου, δεν είχα κανέναν καημό να δουλέψω σαν πολιτικός επιστήμονας. Η καημός μου, η εμμονή μου, η μεγάλη μου αγάπη ήταν τα περιοδικά. Διάβαζα με μανία τις γυαλιστερές σελίδες, έτρεχα στο ένα περίπτερο στο κέντρο που έφερνε «ξένα» περιοδικά τότε, ρουφούσα τα πάντα, έκοβα σελίδες και τις έβαζα στον τοίχο -εντελώς γραφική. Εντωμεταξύ, ακόμα και τώρα που το περιγράφω μου ακούγεται τρελό, αλλά ήταν ακόμα η εποχή πριν το διαδίκτυο, τέλη ‘90ς, πολύ πριν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και τα περιοδικά ήταν για μένα το πιο μαγικό πράγμα στον κόσμο.

Εκεί κάπου το 2000 κυκλοφόρησε και το Cosmopolitan στην Ελλάδα, και σε ένα βράδυ, από αυτά που περνάς όταν είσαι μικρή και δεν έχεις ιδέα τι κάνεις με τη ζωή σου, έστειλα ένα email (εδώ βάζουμε τον τσιριχτό ήχο του dial-up) στην συντακτική ομάδα ότι θέλω να γράψω κι εγώ. Έτσι, χωρίς προϋπηρεσία, βιογραφικό, σχετικές σπουδές, τίποτα. Και μου απάντησε η υπέροχη Μόλλυ Ανδριανού, ζητώντας ένα δείγμα γραφής. Έστειλα το πρώτο κείμενο, το δημοσίευσαν, με κάλεσαν στη σύσκεψη του επόμενου τεύχους να με γνωρίσουν, μου ανάθεσαν κι άλλο κείμενο και μ’ αυτά και μ’ αυτά, εν μέσω σαρδάμ και αμηχανίας, έγινα συντάκτρια!

Έμεινα στην ομάδα του Cosmo για 15 χρόνια, ήταν τεράστιο κεφάλαιο της ενήλικης ζωής μου, εκεί γνώρισα τις πιο αγαπημένες φίλες, εκεί έζησα τις πιο τρελές ιστορίες. Ακόμα και όταν πέρασα στο Marie Claire, ακόμα και όταν το γραφείο μου ήταν σε άλλο όροφο, πάντα το Cosmo αισθανόμουν σπίτι μου. Από το 2002 μέχρι το 2017 περίπου δούλευα σε όλες τις γυαλιστερές σελίδες του ΔΟΛ: Cosmo, Marie Claire, ΒήμαDonna, Γάμος, Mommy, Vita –και ίσως ξεχνάω και μερικούς τίτλους. Και η ζωή μου στην -τότε- Αθήνα ήταν πραγματικά ένα ατελείωτο πάρτι.

Σ’ αυτές τις ηλικίες μπορείς να πας κατευθείαν από το clubbing στο γραφείο -και πόσο ακόμα όταν το γραφείο σου είναι ένας χώρος που θέλει ιστορίες από το club, από τις βόλτες, από παραστάσεις, από φιλίες, έρωτες, συναυλίες, επιδείξεις μόδας. Οι φίλοι μου λένε ότι τώρα τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι, ότι ακουγόμαστε σαν τους δεινοσαύρους που αναπολούν τις «παλιές, καλές εποχές», αλλά για μένα η περίοδος μέχρι το 2010 που έφυγα μόνιμα για την Αμερική, έχει καταχωρηθεί στις αναμνήσεις μου με τα πάντα στα άκρα: γέλια, και ταξίδια και σχέσεις, αλλά και φωνές, εντάσεις, άγχος, όλα έντονα, συναρπαστικά, δραματικά.

Πώς γνωριστήκατε με τον Will και πώς έφθασες στην απόφαση να φύγεις για να τον ακολουθήσεις. Όχι εύκολο…

Κάπου στα 25, περνώντας το περίφημο mid-twenties breakdown που αγαπάμε να αναφέρουμε οι genXers λόγω του Coupland, αποφάσισα να τελειώσω με το πτυχίο του πολιτικού (που είχα σύρει για χρόνια) και να πάω για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Τότε η εμπειρία του εξωτερικού ήταν το ιερό δισκοπότηρο, από τα Erasmus ως τα μεταπτυχιακά, όλοι με μια βαλίτσα και με τρελά σχέδια.

Εκείνη τη χρονιά βοήθησα την καλύτερή μου φίλη να εγκατασταθεί στο Los Angeles, το οποίο το ερωτεύτηκα παράφορα από το πρώτο λεπτό. Οπότε έκανα αίτηση σε ένα πρόγραμμα δημοσιογραφίας του UCLA. Εγώ και οι δυο βαλίτσες των 23 κιλών, προσγειωθήκαμε στην California το καλοκαίρι του 2006 -χμ, ναι, έχουν περάσει σχεδόν 20 χρόνια! Η εμπειρία του LA είναι ένα χάος από απίθανες ιστορίες, πάρτι, μαθήματα, βόλτες στο Hollywood, βράδια στην Santa Monica, πραγματικά μπορώ να μιλάω για μέρες γι’ αυτό (πόσο χρόνο έχεις;). Εκεί στο LA λοιπόν, μέσω κοινών φίλων, άρχισα να μιλάω στο (κρατήσου) MySpace με κάποιον Αμερικάνο που όμως ζούσε στη Θεσσαλονίκη και έκανε μεταπτυχιακό στο Αριστοτέλειο εκείνη τη περίοδο.

Μιλούσαμε για καιρό, ανταλλάξαμε γράμματα (ναι, τα οldschool χειρόγραφα) και στο spring break μου εκείνος πέταξε από τη Θεσσαλονίκη και εγώ από την Καλιφόρνια και συναντηθήκαμε στη Νέα Υόρκη για πρώτη φορά. Αυτό ήταν στις 2 Απριλίου του 2007 και είμαστε μαζί από τότε. Ήταν αστείο που γνωριστήκαμε ενώ κάναμε μεταπτυχιακά ο ένας στη χώρα του άλλου. Για τον Will γύρισα ουσιαστικά στην Ελλάδα αμέσως μετά την αποφοίτησή μου. Παντρευτήκαμε μέσα σε μερικούς μήνες και μείναμε στην Αθήνα για τρία χρόνια. Δεν είχα σταματήσει να γράφω στα ελληνικά περιοδικά όσο έλειπα στο LA και όταν γύρισα έγινα βοηθός αρχισυντάκτρια στο Marie Claire.

Όμως κάτι δεν πήγαινε καλά με την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Αν και είχα την δουλειά των ονείρων μου και ζούσα με τον μεγάλο μου έρωτα, δεν έβρισκα την καθημερινότητά μου ενδιαφέρουσα πια. Η ζωή στην Αθήνα άλλαζε ραγδαία, πλησίαζε στην κρίση του 2010 (χωρίς να το ξέρουμε ακόμα), εγώ είχα αρχίσει να βαριέμαι την ρουτίνα της Μιχαλακοπούλου, να με θυμώνουν τα κακώς κείμενα του ΔΟΛ, ένιωθα όπως λένε εδώ «restless». Τότε ο Will αποφάσισε ότι θέλει να συνεχίσει για διδακτορικό και διαπιστώσαμε ότι τα καλύτερα τμήματα για την έρευνα που ήθελε να διεξάγει βρίσκονται στις ΗΠΑ. Άλλο που δεν ήθελα, να ξεκινήσω πάλι μια περιπέτεια στην άλλη άκρη του Ατλαντικού! Πάλι βαλίτσες, πάρτι αποχαιρετισμού, πολλές αγκαλιές και κλάματα, και βουρ για την Αμερική.

Τα γράφω όλα συνοπτικά, αλλά όσο και να αποζητούσα την καινούργια εμπειρία, δεν ήταν καθόλου εύκολη απόφαση. Τη μέρα που υπέβαλα την παραίτησή μου από τη θέση μου στο Marie Claire έτρεμα μήπως είναι ένα φοβερό λάθος που θα το μετανιώνω για πάντα. Στο πάρτι-έκπληξη που μου έκαναν οι συνάδελφοί μου έκλαιγα με λυγμούς και μύξες -από τη συγκίνηση αλλά και την αγωνία.

Είναι δύσκολο να αφήνεις πίσω ένα γραφείο με ανθρώπους που αγαπάς και μια πόλη που σε έκανε τον άνθρωπο που είσαι –όσο κι αν ορκίζεσαι ότι την έχεις βαρεθεί. Για να είμαι ειλικρινής, όταν φύγαμε, δεν είχαμε σκεφτεί ότι θα ήταν τόσο μόνιμο. Από το 2010 όμως που φύγαμε, άλλαξαν τόσα πράγματα που έκαναν την επιστροφή μας αδύνατη.

Τα περιοδικά μας έκλεισαν το ένα μετά το άλλο, οι αγαπημένες μου διπλανές και τα γραφεία μας είναι μια ακόμα ανάμνηση που κρατάμε, η καθημερινότητα δυσκόλεψε, η Αθήνα που θυμάμαι και νοσταλγώ μερικές φορές δεν υπάρχει, έτσι ξεμείναμε στην Αμερική. Δεν είμαι σίγουρη πώς θα είχα χειριστεί εκείνη την απόφαση αν ήξερα ότι θα ήταν για μόνιμα.

Πώς βίωσες τον πρώτο καιρό την Αμερική και πόσο γρήγορα εγκλιματίστηκες και άλλαξε αυτό. Επαγγελματικά πώς κινήθηκες;

Η προσαρμογή είχε φυσικά τις δυσκολίες της. Αν και είχα ζήσει εδώ για λίγο, πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι οι διαφορές από πολιτεία σε πολιτεία είναι απολύτως χαοτικές. Οι σπουδές μου στην Καλιφόρνια και τα ταξίδια στη Νέα Υόρκη ή το Λας Βέγκας, δεν μπορούσαν να με προετοιμάσουν για μια καθημερινότητα στο Μίσιγκαν. Αλλά, είναι σχετικά εύκολο να εγκλιματιστείς στο Ann Arbor. Είναι μια κολεγιούπολη με κόσμο από όλο τον πλανήτη, γνωρίζεις συνέχεια συναρπαστικούς ανθρώπους, έχεις πάντα ενδιαφέροντα πράγματα να κάνεις, το φθινόπωρο έχει αυτά τα μαγικά χρώματα που βλέπουμε μόνο στις ταινίες, δεν το πίστευα πόσο ωραία ήταν η ζωή μας εδώ.

Για χρόνια έλεγα στον Will ότι το Ann Arbor είναι το καλύτερα κρυμμένα μυστικό των Αμερικάνων, γιατί δεν είχα ιδέα ότι υπάρχει αυτή η ζωή στις ΗΠΑ. Βέβαια η παγίδα είναι ο καιρός με τα χιόνια και τα πολικά κύματα πάγου κάθε μερικά χρόνια, αλλά και αυτό το συνηθίζεις. Και το καλύτερο απ’ όλα είναι το πόσο κοντά είμαστε στο Detroit με την ιστορία του, την τέχνη και φυσικά την μουσική του κληρονομιά.

Στο Detroit είδα όλες τις συναυλίες που είχα ονειρευτεί μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, άκουσα ζωντανά την Aretha Frankin, πήγα σε μιούζικαλ και είδα τον Billie Joe Armstrong των Green Day να πηδάει στην σκηνή, και τον Eminem ν’ αρπάζει το μικρόφωνο στο διάλειμμα ενός μουσικού φεστιβάλ χωρίς να είναι στο πρόγραμμα. Παρακολούθησα διάφορα μαθήματα στο πανεπιστήμιο εδώ, από ιαπωνικά και τουρκικά έως courses όπως «η λογοτεχνία στη μόδα». Είχα περάσει στην ζωή του freelancer και χαιρόμουν πολύ την ευελιξία μου. Τα πρώτα χρόνια της μετακόμισης, έστελνα κείμενα σε διάφορα περιοδικά στην Ελλάδα (Cosmo, Marie Claire, Madame Figaro, Γυναίκα) και ακόμα γράφω για την ελληνική Vogue.

Το γεγονός ότι συνέχισα να δουλεύω με τους ίδιους ανθρώπους και τις γυαλιστερές σελίδες που τόσο αγαπούσα, έκανε την μετάβαση πολύ πιο εύκολη. Δεν ένιωσα ποτέ ότι έκοψα κάθε δεσμό με την Ελλάδα. Φυσικά μου έλειπαν οι φίλοι μου, η οικογένειά μου, έχανα όλα τα μεγάλα γεγονότα της ζωής τους, η νοσταλγία ήταν πάντα εκεί. Αλλά το θετικό ήταν πως το πρόγραμμα του διδακτορικού του Will μας έφερνε στην Ελλάδα 3-4 μήνες κάθε χρόνο, και μείναμε και αρκετά στην Κωνσταντινούπολη για την έρευνά του, οπότε ένιωθα τυχερή σε σχέση με τους φίλους που γνώριζα εδώ που έκαναν να γυρίσουν πίσω για χρόνια.

Μου πήρε πολύ καιρό να αποφασίσω να εγκαταλείψω την ελευθερία του freelancing και να μεταφέρω τους επαγγελματικούς μου στόχους σε κάποιο γραφείο. Αν και κρατάω ακόμα τις γυαλιστερές σελίδες, εδώ και τέσσερα χρόνια που επιστρέψαμε στο Ann Arbor από το Princeton, δουλεύω σαν επικοινωνιολόγος στο πανεπιστήμιο του Michigan. Δεν είναι εύκολο να σου εμπιστευτούν τέτοια θέση που βασίζεται κυρίως στη γλώσσα όταν εμφανίζεσαι στη συνέντευξη με προφορά (την οποία έχω πάρει πια απόφαση ότι δεν θα ξεφορτωθώ ποτέ). Αλλά με βοήθησε που είχα στο βιογραφικό μου διεθνείς τίτλους της Hearst και της Condé Nast και φυσικά πτυχίο από το UCLA.

To φανταστικό με τις θέσεις στο πανεπιστήμιο είναι ότι στηρίζουν πολύ την επαγγελματική σου εξέλιξη. Έτσι κέρδισα μια υποτροφία να κάνω ένα πρόγραμμα Content Writing στο Cornell και να εδραιώσω έτσι τη θέση μου στον χώρο της επικοινωνίας. Με αυτήν την παρότρυνση ξεκίνησα και ένα μεταπτυχιακό δημιουργικής γραφής στο ΕΑΠ, αλλά αυτή είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία -που περιέχει μαθήματα και εξετάσεις για τα οποία πρέπει να ξυπνάω στις 3 το πρωί λόγω διαφοράς ώρας!

Πόσο εύκολο είναι να ζει και να πορεύεται κάποιος με έναν άνθρωπο Ακαδημαϊκό και μάλιστα τόσο αφοσιωμένο στην επιστήμη του, αν κρίνω από το πόσο καιρό αφιέρωσε για το βιβλίο του;

Καλή ερώτηση! Δεν είναι καθόλου εύκολο, δεν θέλω να ωραιοποιήσω καμία κατάσταση. Το διδακτορικό της συγκριτικής λογοτεχνίας διαρκεί εφτά χρόνια και μέσα σε αυτά έπρεπε να μάθει μια ακόμα γλώσσα -και μάλιστα αρκετά καλά και σε τέτοιο βάθος ώστε να μελετήσει την λογοτεχνία της.

Ο Will ήξερε ήδη άπταιστα Ελληνικά και στη διάρκειά του προγράμματός του έμαθε και Τούρκικα (εξ ου και τα χρόνια που ζήσαμε στην Κωνσταντινούπολη κι εγώ δούλεψα στο Time Out Istanbul). Εντωμεταξύ έμαθε να διαβάζει και το αραβικό αλφάβητο για τα οθωμανικά κείμενα και έκανε μαθήματα σερβοκροάτικων για να βάλει κομμάτια των Βαλκανίων στην έρευνά του.

Τα διδακτορικά εδώ είναι δωρεάν –αλλά πρέπει να διδάσκεις ένα με δύο μαθήματα κάθε εξάμηνο. Βάλε όλα αυτά, την έρευνα, τις ώρες γραφείου, τα άρθρα που έπρεπε να δημοσιεύσει, τη γλωσσομάθεια, καταλαβαίνεις ότι ήταν ένας άθλος. Αλλά μέσα από την δική του έρευνα γνώριζα κι εγώ συγγραφείς που δεν είχα ακούσει μέχρι τότε, ταξίδευα σε διάφορες πόλεις για συνέδρια ή έρευνα, επιστρέφαμε στην Ελλάδα και την Τουρκία συχνά και κυρίως γνώρισα τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους που ίσως δεν θα συναντούσα ποτέ υπό άλλες συνθήκες. Οπότε, στην αρχή ήταν όλο ένα τεράστιο λούνα παρκ με ατελείωτες στοίβες βιβλίων μου μου έδιναν ιδέες και υλικό για το δικό μου γράψιμο.

Η πραγματικότητα δυσκόλεψε όταν ήρθε το πρώτο μας μωρό, όταν το μωρό έγινε νήπιο και δεν μπορούσαμε να μετακομίσουμε με την ίδια ευκολία από ήπειρο σε ήπειρο, όταν ήρθε και το δεύτερο μωρό, και τελικά όταν τα παιδιά μας δήλωσαν ότι δεν ξαναλλάζουν σπίτι ΠΟΤΕ. Με τα παιδιά ένιωσα και την απόσταση από την Ελλάδα πιο έντονα από ποτέ, δεν είχα την ευκολία να ζητήσω βοήθεια ή υποστήριξη από κανέναν, δεν μπορούσε κανείς να «πεταχτεί» για ένα σαββατοκύριακο να πάρουμε μια ανάσα, και μέσα σε όλα, ο Will αποφοίτησε και μετακομίσαμε στο Princeton όπου άρχισε να διδάσκει.

Σίγουρα δεν μπορείς να ζήσεις με έναν ακαδημαϊκό αν δεν σου αρέσουν πολύ οι αλλαγές, ειδικά αν η ειδικότητά του είναι η συγκριτική λογοτεχνία μεταξύ ελληνικών και τουρκικών, που όσο να πεις, δεν είναι ακριβώς συνηθισμένη! Αλλά μέσα σε όλα αυτά ήμουν και φοβερά περήφανη για αυτόν, για την προσπάθειά του, τα βραβεία, την αναγνώριση. Και ο Will δεν πήρε ποτέ σαν δεδομένη τη δική μου υποστήριξη, δεν ένιωσε ότι ήταν το «καθήκον» μου να αναλάβω το μεγαλύτερο κομμάτι της ανατροφής των παιδιών, εκτίμησε κάθε λεπτό που αφιέρωσα στην οικογένειά μας, και δημιούργησε ενεργά αρκετό χώρο και χρόνο για μένα να συνεχίσω να γράφω, να βγαίνω, να μην χάσω ούτε εβδομάδα μόδας στη Νέα Υόρκη.

Είναι δύσκολο να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία, ειδικά όταν έχεις δύο ανθρώπους που αγαπάνε τη δουλειά τους πολύ, και δεν έχουν καμία υποστήριξη με τα παιδιά τους (το περίφημο «χωριό» που λένε οι Αμερικάνοι), αλλά εμείς βρήκαμε τρόπο να το κάνουμε να λειτουργήσει. Φυσικά, αυτή είναι μια πολύ γενικευμένη ανάλυση, μια μέρα με καφέ θα πούμε και για τους καβγάδες, για την οικονομική πραγματικότητα του διδακτορικού stipend (οικονομική αποζημίωση), για τα κείμενα που πληρώνονταν όλο και λιγότερο στην Ελλάδα. Δηλαδή δεν θέλω να τα παρουσιάσω όλα ωραία και θετικά, αλλά κάθε βήμα από την κοινή μας ζωή ήταν μια απόφαση που πήραμε μαζί και μέχρι τώρα μας έχουν βγει όλα σε καλό!

Πώς είναι η καθημερινότητα μιας Ελληνίδας μητέρας δύο παιδιών στο Μίσιγκαν;

Όχι εύκολη ή πάντα ευχάριστη, για να είμαι ειλικρινής. Έτσι κι αλλιώς η εμπειρία των παιδιών είναι περίπλοκη για όλους και όλες, αλλά σκέψου πως το έκανα όλο αυτό χωρίς τις φίλες ή τον αδερφό μου, χωρίς τους γονείς μου. Πέρασαν χρόνια πριν μείνω έστω και μια μέρα μακριά από τα παιδιά. Και, έχεις δοκιμάσει ποτέ να πείσεις δίχρονο να βάλει σκουφί και γάντια;

Αλλά, πέρα από αυτό, βλέπω και τις πολιτισμικές διαφορές. Ο τρόπος που σοκάρονται οι γονείς των συμμαθητών των παιδιών μας όταν λέω ότι τους αφήνω να μένουν ξύπνιοι και μετά τις 10 το βράδυ στις διακοπές. Ο τρόπος που ο μικρός θύμωσε μια μέρα και είπε -στα αγγλικά—«αυτά που λες με κάνουν να θέλω να πεθάνω» και η ψυχολόγος του σχολείου έκανε αναφορά ότι είναι suicidal κι εγώ έπρεπε να εξηγήσω πόσο συχνά χρησιμοποιούμε στα Ελληνικά φράσεις με τον θάνατο όπως «θα με πεθάνεις, πεθαίνω της πείνας, θα πεθάνω από καημό, θέλω να πεθάνω από βαρεμάρα κλπ».

Αλλά, αυτή η ιδιαίτερη μορφή της μικρής περιπλανόμενης οικογένειας μας έφερε και πιο κοντά. Οι γιοί μου είναι οι καλύτεροι συνταξιδιώτες του κόσμου, είναι αστείοι, ευαίσθητοι, όχι μόνο περνάνε από γλώσσα σε γλώσσα με την ευκολία των δίγλωσσων παιδιών, αλλά προσαρμόζονται πολύ εύκολα και σε διαφορετικές κουλτούρες και το πιο αγαπημένο μας πράγμα στον κόσμο είναι να «πάμε για καφέ» μαζί. Μερικές φορές είναι το μόνο που μας βγάζει από το σπίτι στους -10.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες προσαρμοζόμενη στη ζωή στις ΗΠΑ;

Η εποχή της πανδημίας που με κράτησε μακριά από τους αγαπημένους μου ανθρώπους για πάνω από 2 χρόνια. Το γεγονός ότι η δική μας μετακόμιση συνέπεσε με την οικονομική κρίση της Ελλάδας και οι φίλοι μας δεν μπορούσαν να έρθουν να μας δουν.

Και φυσικά, η καθημερινότητα σε άλλη γλώσσα είναι μια διαρκής μάχη με φωνές στο κεφάλι μου που μεταφράζουν, διπλοτσεκάρουν, και πάντα αγχώνονται ότι θα ξεστομίσω το λάθος πράγμα. Τώρα που δουλεύω εδώ έχω και τη χαρά να βιώσω την εργασία σε συνθήκες καπιταλισμού: μετρημένες μέρες αναρρωτικής άδειας, αγωνία για την ιατρική ασφάλιση, η συνειδητοποίηση ότι αν πάει κάτι στραβά το σύστημα αυτό μπορεί να σε συντρίψει.

Φυσικά αυτή δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστη περίοδος να είσαι μετανάστης στις ΗΠΑ έτσι κι αλλιώς, και είναι πολύ δύσκολο να αισθάνεσαι ανεπιθύμητος εκεί που ζεις. Οπότε ας πούμε για τα χιόνια και την απόσταση, είναι πιο ασφαλή θέματα.

Είναι εύκολη ή δύσκολη η δημιουργία φίλων; Είναι οι Αμερικάνοι ανοιχτοί όσο φαίνονται;

Ναι και όχι. Δυσκολεύομαι να βάλω τους Αμερικάνους σε μια κατηγορία ισοπεδωτικά και γενικά, όχι μόνο γιατί πρόκειται για τετρακόσια εκατομμύρια διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά κι επειδή από πολιτεία σε πολιτεία, ακόμα και από πόλη σε πόλη μέσα στην ίδια πολιτεία, οι διαφορές στη νοοτροπία και την κουλτούρα μπορεί να είναι χαοτικές.

Εμείς ζούμε σε μια προστατευμένη φούσκα δημοκρατικών και ακαδημαϊκών, αλλά η πολιτεία μας, το Μίσιγκαν, έγινε κόκκινη στις τελευταίες εκλογές. Οπότε πραγματικά δεν έχω απάντηση σ’ αυτό, πέρα από το ότι έχω πολλούς αγαπημένους φίλους Αμερικάνους και ότι οι περισσότεροι από την οικογένεια του Will με αγκάλιασαν με τόση φροντίδα όση αποδίδουμε συνήθως στις μεσογειακές οικογένειες.

Ποιες είναι, κατά τη γνώμη σου, οι πιο ουσιαστικές διαφορές νοοτροπίας μεταξύ Ελλήνων και Αμερικανών;

Ξανά, μου είναι πολύ δύσκολο να καταφύγω σε γενικεύσεις, αλλά αυτό που έχω καταλάβει (χωρίς να είμαι ειδική ή να έχω κάνει εκτενή έρευνα) είναι πως οι Έλληνες εντοπίζουν πιο εύκολα τα προβλήματα ή τα εμπόδια που οφείλονται σε συστημικά θέματα, ενώ οι Αμερικάνοι έχουν την νοοτροπία του “bootstrap”.

Δηλαδή, πρέπει να στηριχτείς στον εαυτό σου για να καταφέρεις κάτι, και αν αποτύχεις είναι δικό σου φταίξιμο και απλώς δεν ήσουν αρκετά καλός ή εργατικός. Ενώ οι Έλληνες αντιλαμβάνονται τα αντικειμενικά προβλήματα του συστημικού ρατσισμού, τα εμπόδια και τους κινδύνους της πατριαρχίας, το προνόμιο που έχουν κάποιοι άνθρωποι. Εδώ θέλουν να αποδώσουν κάθε πρόβλημα σε προσωπική αποτυχία -έτσι ώστε να μην χρειαστεί να κάνουν καμία συστημική ή κοινωνική αλλαγή.

Τι σε εντυπωσίασε θετικά και τι σε ξένισε ιδιαιτέρως στην αμερικανική κοινωνία;

Για να πω την αλήθεια, οι πόλεις που έχω ζήσει (Ann Arbor, Princeton, Los Angeles) είναι πολύ ανοιχτές στη διαφορετικότητα και η προσαρμογή δεν ήταν ποτέ δύσκολη. Καταλαβαίνω ότι αυτή δεν είναι η εμπειρία όλων των μεταναστών.

Αλλά, ακόμα και για μένα που δεν μεγάλωσα εδώ, είχα δει αρκετές ταινίες για να ξέρω τι είναι το Halloween, το Thanksgiving, οι εξετάσεις SAT για το πανεπιστήμιο, να περιμένω τα πυροτεχνήματα του 4th of July, και να είμαι εξοικειωμένη με τους προέδρους και την πολιτική των ΗΠΑ. Αυτό που δεν θα συνηθίσω ποτέ -και καμία ταινία δεν μπορεί να σε προετοιμάσει- είναι η ανοιχτή οπλοφορία. Δηλαδή, περιμένεις στην ουρά στο σούπερ μάρκετ με τα οργανικά μαρούλια στο χέρι και ο μπροστινός σου έχει περασμένο ένα όπλο στη ζώνη του.

Τι κρατάς από την Ελλάδα… εμφανώς; Και τι μεταδίδεις στα παιδιά;

Τη γλώσσα και όσα έθιμα αγαπούσα εγώ από παιδί -όπως το να σπάμε ρόδια έξω από πόρτα μας την Πρωτοχρονιά. Βέβαια, εδώ με το χιόνι καταλήγει σαν σκηνή από ταινία τρόμου, αλλά ευτυχώς οι γείτονές μας μας μιλούν ακόμα! Οι οποίοι γείτονες, όμως, έχουν τσουγκρίσει και κόκκινα αυγά με τα παιδιά μας, έχουν κρεμάσει τα «ματάκια» τους κάναμε δώρο στις εξώπορτές τους, και έρχονται συχνά στον κήπο που μαζευόμαστε και παίζουμε ελληνική μουσική για να ακούσουν.

Με τα παιδιά νιώθω διαρκώς τύψεις που δεν τους προσφέρω την εμπειρία της παιδικής ηλικίας μέσα στην ευρύτερη οικογένεια. Οι δικές μου αγαπημένες αναμνήσεις είναι από το σπίτι της γιαγιάς μου, με τα ξαδέρφια μου, ή γύρω από τεράστια τραπέζια με φασαρία και γέλια, κάτι που εκείνα δεν έχουν τόσο συχνά. Καθώς μεγαλώνουν νιώθω συχνά αυτό το παράπονο του μετανάστη: δεν έχω τα παιδικά βιβλία μου εδώ, κανένα από τα παιχνίδια μου, δεν είχα καν παιδικές φωτογραφίες μέχρι πρόσφατα.

Όταν πρέπει να διαλέξεις τι θα βάλεις στις βαλίτσες των 23 κιλών μια φορά το χρόνο, σχεδόν ποτέ δεν υπάρχει χώρος για την συλλογή των Μικρών μου Πόνι από τα 80ς ή τα παλιά σου Lego, όσο και αν θέλεις να τα μοιραστείς με τα παιδιά σου.

Πώς και γιατί αποφάσισες να γράψεις το βιβλίο;

Γράφω για τα περιοδικά από το 2002 και κάπου κάπου έγραφα διηγήματα. Στη διάρκεια της πανδημίας, εγκλωβιστήκαμε στο σπίτι όλοι μαζί -τα σχολεία κλειστά, ο Will δίδασκε online, εγώ είχα όλες τις συσκέψεις μου στο zoom, έξω χιόνι και κρύο για μήνες που δεν σε άφηναν να κάνεις ούτε έναν περίπατο, ήταν πολύ ασφυκτικά και δύσκολα.

Αλλά ήταν και η εποχή που όλα τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής έγιναν κι αυτά διαδικτυακά και για πρώτη φορά μπορούσα να συμμετέχω σε ελληνικές ομάδες από εδώ. Έτσι γράφτηκα σε κύκλο που δίδασκε ο Μισέλ Φάις και άρχισα να δουλεύω ένα διήγημα που μου είχε κολλήσει με κέντρο τη φιλία (μάλλον από τη νοσταλγία για τους φίλους μου που έκανα πάνω από 2 χρόνια να δω από κοντά). Αυτό το διήγημα μεγάλωσε, δουλεύτηκε με την ενθάρρυνση των συμμαθητών μου και έγινε νουβέλα. Το γράψιμο και η επιμέλεια αυτού του βιβλίου ήταν το μόνο καλό που βγήκε από εκείνη την δύσκολη περίοδο.

Σε ποιο βαθμό είναι αυτοβιογραφικό και τι σημαίνει για εσένα αυτός ο τίτλος;

Φυσικά και έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία: η ηρωίδα ζει ανάμεσα σε δυο πόλεις που έχω ζήσει κι εγώ (Αθήνα και Los Angeles), μιλάει για την ελληνική οικογένεια, για τη μητρότητα, για το χάος της γλωσσικής απόστασης όταν ζεις στο εξωτερικό – εμπειρίες που φυσικά μοιραζόμαστε. Αλλά οι δικές της περιπέτειες, οι άνθρωποι γύρω της, είναι όλοι πλασμένα από τη φαντασία μου.

Εκτός από έναν: ο γκοθάς γείτονας είναι βασισμένος στον πραγματικό μου γείτονα όταν ζούσα στο Hollywood, που μοιραζόμασταν μουστοκούλουρα και ελληνικό καφέ στα διαλείμματα των ταινιών τρόμου που γύριζε στην αυλή μας -και είμαστε ακόμα φίλοι!

Ο τίτλος ήρθε από μια επίσκεψη στο παιδικό μουσείο επιστήμης του Ann Arbor που είχε στον τοίχο διάφορα «fun facts» και καθώς χάζευα εκεί είδα τα περίφημα οχτώ λεπτά – ο χρόνος που θα χρειαστεί μέχρι να καταλάβουμε στη γη ότι ανατινάχτηκε ο ήλιος. Μου κόλλησε αμέσως. Αυτό σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξεκινήσει αυτή η αντίστροφη μέτρηση, ερήμην μας.

Άρχισα αμέσως να ρωτάω τους πάντες τι θα έκαναν αν ήξεραν πως θα είχαν μόνο οχτώ λεπτά ζωής και οι απαντήσεις των φίλων μου ήταν πολλές φορές μια έκπληξη. Πρέπει να σου πω, δεν γνωρίζεις κάποιον αρκετά καλά μέχρι να σου πει με ειλικρίνεια τι θα ήθελε να κάνει στα τελευταία του οχτώ λεπτά στον πλανήτη. Μέσα στο βιβλίο δεν παίζει κανέναν ιδιαίτερο ρόλο στην πλοκή -εκτός από την αλήθεια ότι τα βράδια στο Λος Άντζελες νιώθεις ότι όλοι διασκεδάζουν με μια αυτοκαταστροφική αυταπάρνηση σαν να είναι τα τελευταία τους λεπτά που θα είναι ζωντανοί- αλλά το κράτησα σαν τίτλο. Ίσως γιατί η ηρωίδα που περνάει από τη μία ανάμνηση στην άλλη, μπορεί να σκεφτεί πόσες από αυτές τις επιλογές θα είχε κρατήσει αν ήξερε πως θα ήταν η τελευταία της μέρα εδώ.

Σκοπεύεις να γράψεις και άλλο βιβλίο; Θέλω να πω, έχει ανοίξει μια καινούργια σελίδα στη ζωή σου;

Ναι, σίγουρα! Αγαπάω πολύ τη μικρή φόρμα και κατά καιρούς γράφω διηγήματα. Κάποια έχουν δημοσιευτεί στον Χάρτη, το Φρέαρ, το Fractal, και το The Books’ Journal. Νομίζω πως τώρα έχω αρκετά για μια συλλογή. Αυτό θα είναι το επόμενο εγχείρημα λοιπόν.

Ήταν πολύ ευχάριστη έκπληξη να δω το βιβλίο μου υποψήφιο στα βραβεία του Αναγνώστη στην κατηγορία των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων. Είναι πολύ ωραίο συναίσθημα να μπαίνεις σε μια νέα κατηγορία στη ζωή σου, να είσαι κάπου «πρωτοεμφανιζόμενη». Όπως έχεις καταλάβει με ενθουσιάζουν πολύ οι καινούργιες αρχές.

Πόσο αστείο σου φαίνεται ότι από τις φωτογραφίες που βλέπω στο Instagram για το μέρος που ζεις, σε φαντάζομαι σε έναν τόπο τόσο ονειρεμένο όσο βλέπω στις ταινίες; Με χιόνι και παιχνίδια για τα παιδιά, τζάκι και οικογενειακά τραπέζια μα και όλα όσα συμπαρασύρει ένα κάπως American dream.

Δεν θα σου πω ψέματα, όσο και αν γκρινιάζω για το κρύο και την νοσταλγία, ζω το δικό μου American Dream. Έχω πολύ αγαπημένους φίλους εδώ και πριν από λίγες μέρες κιόλας είμασταν μαζεμένοι γύρω από το τζάκι με μουσική και ποτά και όλα τέλεια σαν σκηνοθετημένα.

Η πόλη μας είναι όντως όπως αυτές που βλέπουμε στις ταινίες, με τα ωραία κτίρια και τα δέντρα που κοκκινίζουν το φθινόπωρο, με τις παραλίες και τις λίμνες που κάνουν όλοι πικνικ και μπάρμπεκιου γελαστοί. Αναγνωρίζουμε και είμαστε φοβερά ευγνώμονες για την ποιότητα της ζωής μας στο Ann Arbor. Αυτό που με κρατάει όμως περισσότερο εδώ είναι η συνειδητοποίηση ότι τα παιδιά μου μπορούν να κάνουν τα πάντα. Από καλοκαιρινές κατασκηνώσεις στη NASA, μέχρι πρακτική στους New York Times.

Αν έρχεσαι από ένα προνομιούχο background στην Αμερική, όπως αυτά τα δυο λευκά αγόρια που μεγαλώνουν μέσα στο περιβάλλον του πανεπιστημίου, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που μπορεί να σου σταθεί εμπόδιο. Ήδη νιώθω ότι η παιδική τους ηλικία είναι εξαιρετικά ονειρική: τρέχουν μέσα σε εργαστήρια ρομποτικής, ακούν υπέροχες συναυλίες, βλέπουν θέατρο και κάνουν πειράματα στα παιδικά κέντρα STEAM, κάνουν μαθήματα coding και κεραμικών από το νηπιαγωγείο, επισκέπτονται τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, γνωρίζουν φίλους από όλο τον πλανήτη, γιορτάζουν το Sabbath και το Bayram μαζί τους, γράφουν Mandarin Chinese ήδη. Βέβαια, κάνουν και ασκήσεις ετοιμότητας σε περίπτωση που κάποιος μπει στο σχολείο τους και αρχίσει να πυροβολεί, αλλά αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα.

Επίσης, υποθέτω ότι δεν θα μπορούσατε να ζείτε μια «καλή» ζωή αν δεν υπήρχε μια οικονομική ασφάλεια. Θέλω να πω, πόσο εφικτό είναι να τα καταφέρει τελικά κάποιος στην Αμερική χωρίς χρήματα στην άκρη;

Ανέφικτο. Έτσι κι αλλιώς η μέση τάξη φθίνει απελπιστικά, αν δεν έχεις δίχτυ ασφαλείας, είσαι πιο κοντά στο να γίνεις άστεγος από εκατομμυριούχος. Ας πούμε, ο άντρας μου μπόρεσε και ακολούθησε το όνειρό του και αφοσιώθηκε στην έρευνά του, επειδή δεν αποφοίτησε με την αγωνία των σπουδαστικών δανείων που έχουν γονατίσει δυο γενιές Αμερικάνων.

Σκέψου πόσες λιγότερες επιλογές ή ευελιξία θα είχε αν δεν ήταν αρκετά τυχερός ώστε να έχει πληρώσει η οικογένειά του τις σπουδές του. Χωρίς εκείνο το τεράστιο χρέος που στέκεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τους περισσότερους στην αρχή της επαγγελματικής τους ζωής, μπορέσαμε και αγοράσαμε ένα σπίτι που μας άρεσε. Μπορούμε και αποταμιεύουμε για τις σπουδές των δικών μας παιδιών. Μόνο από αυτό. Αλλά υπάρχουν και άλλα πολλά προνόμια που συνδέονται με την «καλή ζωή» εδώ.

Τα αγόρια μας είναι λευκά και δεν χρειάστηκε ποτέ να τους μιλήσουμε γιατί δεν πρέπει να φοράνε κουκούλες ή να φοβηθούμε ότι θα τα πυροβολήσει κάποιος αστυνομικός. Στην περιοχή που ζούμε κανείς δεν θυμάται να κλειδώσει την εξώπορτά του και κανένα παράθυρο δεν έχει κάγκελα (κάτι που σαν Αθηναία με φρικάρει, αλλά θα το συνηθίσω κάποτε). Έχουμε πάντα την επίγνωση ότι πίσω από κάθε ειδυλλιακή σκηνή ταινίας, κρύβεται μια τεράστια ιστορία ανισότητας.

Εποχή Τραμπ: εκτός από τα αυτονόητα που βλέπει η παγκοσμιότητα, τι δεν ξέρουμε εμείς εκτός Αμερικής που εξηγεί τουλάχιστον τη μεγάλη απήχηση του Τραμπ στις προηγούμενες εκλογές;

Σκέφτομαι πολλές μέρες πώς να απαντήσω αυτήν την ερώτηση. Κρατάω το ψηφιακό μου αποτύπωμα ουδέτερο αυτόν τον καιρό, έτσι ώστε αν ποτέ με πυροβολήσει κάποιος μισθοφόρος του Άις (επίτηδες το γράφω με ελληνικούς χαρακτήρες εδώ) δεν θέλω να βρεθεί κάτι που θα επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς ότι είμαι «εσωτερική τρομοκράτισσα» όπως έκαναν με τα θύματα στη Μινεάπολη.

Αλλά αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η χρόνια αποτυχία των Δημοκρατικών να ακούσουν και να βοηθήσουν τη μέση και την εργατική τάξη από την εξαθλίωση, τις άφησε έρμαια στην ακραία ρητορική του νούμερου 47. Οι περισσότεροι το έχουν μετανιώσει, αλλά είναι πολύ αργά. Επιμένω ότι η επανεκλογή του Τ. ήταν περισσότερο αποτυχία των Δημοκρατικών -που μέσα σε όλα εξαγρίωσαν τεράστιες πλατφόρμες υποστήριξής τους στέλνοντας ασύλληπτα χρηματικά ποσά σαν στρατιωτική ενίσχυση στο Ισραήλ, ενώ υπάρχουν σοβαρά εσωτερικά προβλήματα όπως εκατομμύρια άστεγα παιδιά ή έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που αρνούνται να λύσουν επειδή «δεν υπάρχουν χρήματα»- παρά επιτυχία των Ρεπουμπλικάνων.

*** Μόνο στα ελληνικά για να μην μπορεί να μας εντοπίσουν στον Κυβερνοχώρο… Ο νοών νοείτο.

***Το βιβλίο της Γιώτας Ταχταρά κυκλοφορεί από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΕΝΥΠΝΙΟ

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα