©Basso Cannarsa/Opale/Alamy/Visualhellas.gr

ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΕΤΩΝ 30: Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ INFINITE JEST ΤΟΥ ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ

Υστερικά ρεαλιστικό και επίκαιρο όσο ποτέ. Μερικούς μήνες πριν κυκλοφορήσει επιτέλους στα ελληνικά και με αφορμή τα τριακοστά του γενέθλια, ο μεταφραστής του Infinite Jest, Κώστας Καλτσάς, μιλά στο NEWS 24/7 και βάζει τα πράγματα στη θέση τους για το ξακουστό βιβλίο του πιο σημαντικού συγγραφέα της γενιάς του.

Ακόμη κι αν ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας (1962-2008) δεν είναι ο πιο σημαντικός, Αμερικανός ή μη, συγγραφέας της γενιάς του, υπήρξε μέχρι το τέλος της ζωής του ο πιο πολυσυζητημένος και επιδραστικός και ακριβώς έτσι συνεχίζει να «υπάρχει» μέχρι σήμερα στον δημόσιο διάλογο.

Αιχμή του δόρατος στη βιβλιογραφία του αποτελεί το δεύτερο μυθιστόρημά του, το μνημειώδες Infinite Jest των 1079 πυκνογραμμένων σελίδων, 98 εκ των οποίων -ένα ολόκληρο βιβλίο από μόνες τους- αποτελούν παραπομπές, ενίοτε επί παραπομπών, στην κανονική ροή της υπόθεσης.

Όπως τονίζει στο NEWS 24/7 ο Κώστας Καλτσάς, συγγραφέας («Η Νικήτρια Σκόνη», Ψυχογιός, 2024), μελετητής του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και μέχρι σήμερα μεταφραστής στα ελληνικά του βιβλίου του, «Αυτό εδώ είναι νερό – Μερικές σκέψεις για τη ζωή» (Κριτική, 2015), σε αυτή την ξακουστή υπόθεση χωράνε: μια τεχνολογία αυτόματης ηλεκτρονικής διανομής ψυχαγωγικού περιεχομένου μέσω «τηλελογιστή», οι μαθητές μιας ελίτ ακαδημίας τένις η επιθυμία των οποίων να επιτύχουν, να γίνουν το Νούμερο Ένα, δεν μπορεί να κρύψει το κενό νοήματος πάνω από το οποίο έχει απλωθεί σαν χαλί πάνω από τρύπα στο πάτωμα, ένας αυτόχειρας πειραματικός κινηματογραφιστής υπεύθυνος για μια μυθική, χαμένη ταινία (το Infjnite Jest του τίτλου) τόσο διασκεδαστική που οι θεατές της μένουν κατατονικοί μπροστά στις οθόνες τους να την παρακολουθούν ξανά και ξανά μέχρι θανάτου, πρώην ναρκομανείς που παλεύουν να βρουν τρόπο να ζήσουν χωρίς την προστασία της όποιας ουσίας λειτουργούσε ως αποσβεστήρας ανάμεσα σ’ αυτούς και τον κόσμο, τρομοκράτες που μετά από δεκαετίες ύπαρξης ως θύματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν την προθυμία των Αμερικανών να διασκεδάζουν μέχρι θανάτου ως όπλο εναντίον τους, κι ένας παράφρων Αμερικανός πρόεδρος που έχει ψύχωση με την «καθαρότητα» και χρησιμοποιεί τα εδάφη γειτονικών χωρών ως χωματερές για τα απόβλητα που παράγει ασταμάτητα η χώρα του.

Πρόκειται για ένα αξεπέραστο, πολυδαίδαλο μεταμοντέρνο αριστούργημα, με το βίωμα της ολοκλήρωσης της ανάγνωσής του να μη συγκρίνεται με κανενός άλλου βιβλίου πριν και μετά από αυτό, όπως όντως πιστεύουν ή έστω επιμένουν να διατείνονται ενθουσιωδώς όσες/όσοι το έχουν διαβάσει και μάλιστα τουλάχιστον δύο φορές γιατί καμία/κανείς ούτε μπορεί ούτε πρέπει να το διαβάσει μόνο μία;

Ή για ένα πολύ καλό μεν, εν μέρει υπερεκτιμημένο δε μυθιστόρημα γαργαντουανών διαστάσεων, αποκύημα της οργιώδους φαντασίας ενός αδιαμφισβήτητα ταλαντούχου συγγραφέα, «καταραμένου» άρα και αναπόδραστα γοητευτικού σε κινηματογραφικό βαθμό, όπως θα αποδεικνυόταν το 2015 (επτά χρόνια μετά την αυτοκτονία του) από την πολύ καλή βιογραφική ταινία The End of the Tour, ταυτόχρονα όμως αμφιλεγόμενου και αν όχι άξιου «ακύρωσης», δεδομένων των μελανών πτυχών της προσωπικής του ζωής που έχουν μαθευτεί μετά τον θάνατό του, τότε σίγουρα «μιμιδοποίησης» εξαιτίας του ότι υποτίθεται ότι κατά πλειοψηφία πίνουν νερό στο όνομα του λευκοί, στρέιτ και -όπως τους χαρακτηρίζουν εσχάτως- «performative» άντρες;

Με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από την κυκλοφορία του εμβληματικού μυθιστορήματος το NEWS 24/7 απευθύνθηκε στον Κώστα Καλτσά ο οποίος αφού το διάβασε τέσσερις-πέντε φορές, πήρε τη μεγάλη απόφαση να το μεταφράσει. Περισσότερα από δέκα χρόνια μετά απομένουν πια λίγοι μήνες μέχρι το Infinite Jest να κυκλοφορήσει -από τις εκδόσεις Gutenberg- επιτέλους και στα ελληνικά. Θα είναι το πιο σημαντικό λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς στη χώρα μας όσον αφορά την ξενόγλωσση πεζογραφία; Ή «απλά» αυτό που θα συζητηθεί περισσότερο από κάθε άλλο; Όχι ότι το ένα αποκλείει το άλλο.

Η «μυθολογία» γύρω από το Infinite Jest, και γενικά τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, θεωρείτε ότι τελικά λειτουργεί ενθαρρυντικά ή το αντίθετο για το εν δυνάμει αναγνωστικό κοινό; Υπάρχει κάποια παρεξήγηση σχετικά με το συγκεκριμένο βιβλίο, και κατ’ επέκταση τον δημιουργό του, που πιστεύετε ότι πρέπει επιτέλους να λυθεί με αφορμή τα τριακοστά γενέθλιά αυτού του μνημειώδους μυθιστορήματος;
Η μυθολογία γύρω απ’ το ίδιο το Jest νομίζω όσο κόσμο έχει σπρώξει να το αναζητήσει, λόγω του μεγέθους και της πολυπλοκότητας και της δυσκολίας του, άλλο τόσο κόσμο έχει αποθαρρύνει, λόγω του μεγέθους και της πολυπλοκότητας και της δυσκολίας του· ή έχει σπρώξει να το απορρίψει προκαταβολικά, ώστε να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσει το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και τη δυσκολία του· ή να το αποθεώσει, για το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και τη δυσκολία του, χωρίς παρ’ όλα αυτά να το διαβάσει. (Έχω βαρεθεί να πέφτω πάνω σε «κριτικά» κείμενα, σε ελληνικά και ξένα μέσα, οι συντάκτες των οποίων έχουν εμφανώς, και εξωφρενικά λανθασμένα, αντιγράψει μια σύνοψη της πλοκής του βιβλίου από τη Wikipedia, κι αυτό ήταν πριν καν τον ερχομό της ΤΝ. Όταν εκδοθεί η μετάφραση είναι πολύ πιθανό να κλείσω το router μου για ένα διάστημα).

Με άλλα λόγια, η μυθολογία γύρω από το Jest έχει ελάχιστη σχέση με το ίδιο το μυθιστόρημα, και άμεση σχέση με τη μυθολογία γύρω απ’ τον ίδιο τον DFW, είτε ως «μεγαλοφυή, βασανισμένο καλλιτέχνη που παραήταν καλός γι’ αυτόν τον κόσμο» (η περσόνα του «Αγίου Ντέιβιντ» που εδραίωσε για ένα διάστημα η αυτοκτονία του), είτε ως υπερφίαλο νάρκισσο, τα γραπτά του οποίου αποσκοπούν κυρίως να πείσουν την αναγνώστρια πως είναι μεγαλοφυής καλλιτέχνης, κλπ.

Ας προσθέσω πως οι μεταθανάτιες αποκαλύψεις για την προσωπική του ζωή, και την για μεγάλο διάστημα εξαιρετικά προβληματική, ενίοτε κακοποιητική συμπεριφορά του προς τους γύρω του (κυρίως, και διόλου τυχαία, προς τις γυναίκες της ζωής του) ναι μεν ευτυχώς αποκαθήλωσαν τον Άγιο Ντέιβιντ, τον ανήγαγαν όμως και σε σύμβολο μιας κάπως αόριστα οριζόμενης κοινότητας μισογύνηδων «lit-bros», γεγονός που ανάλογα με τη γωνιά του διαδικτύου που θα βρεθείς, τον μετέτρεψε είτε σε άλλου είδους ίνδαλμα είτε σε αποδιοπομπαίο τράγο, συχνά, αν όχι κυρίως, για κόσμο που δεν τον έχει διαβάσει.

Θέλω να πω, είναι ίδιον της εποχής μας να μιλάμε για βιβλία περισσότερο από ό,τι τα διαβάζουμε, κι ένα μυθιστόρημα περίπου μισού εκατομμυρίου λέξεων (στο πρωτότυπο· γύρω εξακοσίων χιλιάδων λέξεων στη μετάφρασή μου) ενδείκνυται για κάτι τέτοιο. Οπότε με αφορμή τα τριακοστά γενέθλια του Jest, ας λυθεί η παρεξήγηση ότι μπορούμε ή πρέπει να μιλάμε γι’ αυτό χωρίς να το έχουμε διαβάσει· αλλά και η παρεξήγηση πως οποιαδήποτε μη-επαγγελματίας αναγνώστρια που απωθείται από όσα ξέρει για την προσωπική ζωή του συγγραφέα του είναι παρ’ όλα αυτά υποχρεωμένη να το διαβάζει λόγω της σημασίας και της αξίας του ως λογοτεχνικό κείμενο. (Δεν ανοίγω το θέμα της ανάγνωσης από «επαγγελματίες» αναγνώστες/τριες – κριτικούς, συγγραφείς, ακαδημαϊκούς – δεν είναι της στιγμής.)

Ο Τζέιμς Γουντ του New Yorker χαρακτήρισε κάποτε το είδος της λογοτεχνίας που υπηρέτησε ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας ως «υστερικό ρεαλισμό». Πώς θα το περιγράφατε εσείς σε κάποια/ον που δεν έχει έρθει μέχρι σήμερα σε επαφή με τα βιβλία του;
Ο Γουντ είχε αρχικά εκφραστεί ιδιαίτερα θετικά για το Jest στις σελίδες της Guardian, κριτική που δεν είναι διαθέσιμη στη ιστοσελίδα της εφημερίδας και επιβιώνει κυρίως ως ένα μικρό blurb που εκθειάζει τα κωμικά χαρίσματα του Γουάλας στο οπισθόφυλλο της αγγλικής χαρτόδετης έκδοσης του βιβλίου. Ο Γουντ είχε αργότερα απορρίψει το μυθιστόρημα ως το non plus ultra του «υστερικού ρεαλισμού», για να αποφανθεί τελικά, κάποια χρόνια μετά τον θάνατο του Γουάλας, πως αυτή του η κριτική του ήταν μάλλον άδικη και βεβιασμένη. (Μιλώντας για τα διηγήματα του «Σύντομες συνεντεύξεις με απαίσιους άντρες» είχε σχολιάσει πως τελικά καμιά φορά σκέφτεται πως ο Γουάλας είναι «υπερβολικά ρεαλιστής»).

«Το Infinite Jest είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο, εξωφρενικό (αν και όχι τόσο δύσκολο όσο φημολογείται) μυθιστόρημα για τον περίπλοκο, εξωφρενικό τρόπο με τον οποίο ζούμε τώρα, γραμμένο πριν τριάντα χρόνια, που μοιάζει πια λιγότερο «υστερικά ρεαλιστικό» και περισσότερο παλιός καλός νατουραλισμός».

Τα αναφέρω αυτά όχι γιατί οι κριτικοί δεν έχουν δικαίωμα να κάνουν λάθος ή να αλλάξουν γνώμη, αλλά ακριβώς επειδή ο τρόπος που αντιλαμβάνεται κανείς την «υστερία» ενός «ρεαλισμού» δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένος από το πώς αντιλαμβάνεται την έννοια του λογοτεχνικού ρεαλισμού in toto αλλά και μέσα στο χρόνο. (Ιδίως για το εν μέρει επιστημονικής φαντασίας αλλά και κωμικά γκροτέσκο α λα Ντίκενς Jest. Για τον οποίο Ντίκενς, ας θυμηθούμε, o μεν Φόρστερ είχε παραπονεθεί πως οι χαρακτήρες του είναι ως επί το πλείστον δυσδιάστατοι, πριν παραδεχθεί ότι είναι τέτοια η ικανότητά του να τους κάνει να «πάλλονται» ώστε να αποκτούν αίσθηση βάθους, ο δε Όργουελ είχε σχολιάσει, για τα «παραγεμισμένα», φρενήρη μυθιστορήματά του, ότι έχουν «άθλια αρχιτεκτονική αλλά υπέροχα γκάργκοϊλ». Υστερικός ρεαλισμός avant la letter, δηλαδή.)

Ας πω λοιπόν πως το Jest απλώνεται σε 1079 σελίδες που χωράνε μέσα τους μια τεχνολογία αυτόματης ηλεκτρονικής διανομής ψυχαγωγικού περιεχομένου μέσω «τηλελογιστή», τους μαθητές μιας ελίτ ακαδημίας τένις η επιθυμία των οποίων να επιτύχουν, να γίνουν το Νούμερο Ένα, δεν μπορεί να κρύψει το κενό νοήματος πάνω από το οποίο έχει απλωθεί σαν χαλί πάνω από τρύπα στο πάτωμα, έναν αυτόχειρα πειραματικό κινηματογραφιστή υπεύθυνο για μια μυθική, χαμένη ταινία (το Infjnite Jest του τίτλου) τόσο διασκεδαστική που οι θεατές της μένουν κατατονικοί μπροστά στις οθόνες τους να την παρακολουθούν ξανά και ξανά μέχρι θανάτου, πρώην ναρκομανείς που παλεύουν να βρουν τρόπο να ζήσουν χωρίς την προστασία της όποιας ουσίας λειτουργούσε ως αποσβεστήρας ανάμεσα σ’ αυτούς και τον κόσμο, τρομοκράτες που μετά από δεκαετίες ύπαρξης ως θύματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν την προθυμία των Αμερικανών να διασκεδάζουν μέχρι θανάτου ως όπλο εναντίον τους, κι έναν παράφρονα Αμερικανό πρόεδρο (χμ) που έχει ψύχωση με την «καθαρότητα» και χρησιμοποιεί τα εδάφη γειτονικών χωρών ως χωματερές για τα απόβλητα που παράγει ασταμάτητα η χώρα του. Τουτέστιν, το Jest είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο, εξωφρενικό (αν και όχι τόσο δύσκολο όσο φημολογείται) μυθιστόρημα για τον περίπλοκο, εξωφρενικό τρόπο με τον οποίο ζούμε τώρα, γραμμένο πριν τριάντα χρόνια, που μοιάζει πια λιγότερο «υστερικά ρεαλιστικό» και περισσότερο παλιός καλός νατουραλισμός. Με εξαίρεση το στοιχειό, ενδεχομένως. Και «τις αγέλες από υπερμεγέθη ‘Άγρια Βρέφη’ της ανατολικής Αναδιαμόρφωσης». (Μην τα ρωτάτε.)

«Η μυθολογία γύρω από το Infinite Jest έχει ελάχιστη σχέση με το ίδιο το μυθιστόρημα, και άμεση σχέση με τη μυθολογία γύρω απ’ τον ίδιο τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας» τονίζει ο μεταφραστής του θηριώδους βιβλίου, Κώστας Καλτσάς. ©Basso Cannarsa/Opale/Alamy/Visualhellas.gr

Τελικά τι είναι αυτό που χρωστάει η λογοτεχνία σήμερα στο Infinite Jest; Ποιους τίτλους θεωρείτε ως τους πιο αξιόλογους «διαδόχους» του διεθνώς; Και ποιο το αποτύπωμα -αν υπάρχει φυσικά- του συγκεκριμένου βιβλίου στην ελληνική λογοτεχνία 30 χρόνια μετά την κυκλοφορία του;
Για ένα διάστημα, η αμερικανική τουλάχιστον λογοτεχνία έμοιαζε να χρωστάει στο Jest ότι έτρεψε ένα μέρος της γενιάς του (Φράνζεν, Ευγενίδη, κλπ.) σε φυγή από τον μεταμοντερνισμό κι ένα είδος στροφής/επιστροφής στον ρεαλισμό – οι κακές γλώσσες θα πουν «για να αποφευχθούν οι συγκρίσεις», ενώ μια πιο γενναιόδωρη ανάγνωση θα διαβάσει αυτή τη στροφή ως απόπειρα να ανταποκριθούν στο ζητούμενο που είχε ορίσει ο ίδιος ο Γουάλας για τη λογοτεχνία της γενιάς τους και της επόμενης.

Φυσικά με τα χρόνια εμφανίστηκαν μυθιστορήματα που έμοιαζε αδύνατο να είχαν γραφτεί χωρίς την επιρροή του Jest, ασχέτως αν αυτή ήταν πραγματική ή όχι, όπως τα «Ο τελευταίος σαμουράι» της Χέλεν ΝτεΓουίτ (καμία σχέση με την ταινία – Εκδόσεις Ψυχογιός, 2002, μτφρ. Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη), «Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο» του Τζούνοτ Ντίαζ (Εκδόσεις Λιβάνη, 2009, μτφρ. Αλέξη Καλοφωλιά), τα δυστυχώς αμετάφραστα στα ελληνικά Skippy dies του Ιρλανδού Πολ Μάρεϊ (2010), Witz του γνωστού μας από άλλα του μυθιστορήματα Τζόσουα Κόεν, The Instructions του Άνταμ Λεβίν (2010), το διαβόητα δυσεύρετο στα ελληνικά «Σπίτι από φύλλα» του Μαρκ Ντανιελέφσκι (Εκδόσεις Πόλις, 2005, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου), κλπ.

Εξακολουθώ να πιστεύω πάντως ότι το Jest είναι τόσο sui generis και εμφανώς απροσέγγιστο όχι μόνο ως επίτευγμα αλλά έστω ως σύλληψη για τους περισσότερους συγγραφείς που επηρέασε ο Γουάλας, ώστε η σημαντικότερη επιρροή που άσκησε ο τελευταίος να εξακολουθεί να εντοπίζεται λιγότερο στη ίδια τη μυθιστορηματική φόρμα και περισσότερο σε ένα συγκεκριμένο είδος αφηγηματικής φωνής που συνδυάζει την ευρυμάθεια και το Υψηλό με μια επιτηδευμένα ανεπιτήδευτη προφορικότητα και σκατολογικό χιούμορ α λα Πίντσον. Εκεί που πραγματικά υπήρξε ίσως η καθοριστικότερη φωνή του τέλους του 20ου αιώνα για τα αμερικανικά γράμματα ήταν στο διήγημα και στο δοκίμιο (βλ. π.χ. τα διηγήματα του «Άσωτοι» του Γκρεγκ Τζάκσον, Εκδόσεις Αντίποδες, 2017, μτφρ. Παναγιώτη Κεχαγιά, ή τα δυστυχώς αμετάφραστα στα ελληνικά δοκίμια του Τζον Τζερεμάια Σάλιβαν).

Όσο για την ελληνική λογοτεχνία, το αποτύπωμα του έργου του Γουάλας γενικότερα μοιάζει προς το παρόν, τουλάχιστον από όσο μπορώ να διακρίνω, πιο εμφανές στις αναγνωστικές συνήθειες τόσο απλών αναγνωστών όσο και συγγραφέων, και λιγότερο στην εμφάνιση μια σοδιάς κειμένων ξεκάθαρα επηρεασμένων από αυτόν. Βεβαίως, δεδομένου πως η μετάφραση του Jest θα κυκλοφορήσει (ναι, ξέρω, επιτέλους) φέτος κι οι Έλληνες αναγνώστες του στα αγγλικά ή κάποια τρίτη γλώσσα ήταν μέχρι στιγμής μετρημένοι στα δάχτυλα, αυτό μπορεί και να αλλάξει προσεχώς. Ίδωμεν.

Έχουν, όπως συνηθίζουμε να λέμε, γεράσει όμορφα τα βιβλία του Ντέιβιντ ρόστερ Γουάλας; Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το καλύτερο και το χειρότερο του; Αλλά και ποιο το δικό σας αγαπημένο;
Αν μπορούμε να μιλάμε για «χειρότερο», ας αποκαλέσω έτσι τo πρωτόλειό του, «Η σκούπα και το σύστημα» (Εκδόσεις Κριτική, 2016, μτφρ. Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη), που το εξέδωσε στα 24 του και το έγραψε ως πτυχιακή του στη φιλολογία στο Κολέγιο Άμχερστ. Ο Γουάλας εκπόνησε παράλληλα και δεύτερη πτυχιακή στην αναλυτική φιλοσοφία, πάνω στο έργο του φιλοσόφου Ρίτσαρντ Τέιλορ, που εκδόθηκε το 2010 με τίτλο Fate, Time, and Language: An Essay on Free Will και ενδεχομένως να είναι το πραγματικά «χειρότερό» του βιβλίο για την οποιαδήποτε μη-φιλόσοφο αναγνώστρια – περιέχει πάντως ένα κλασικό γουαλασικό ευφυολόγημα. Ας αναφέρω τέλος και το Everything and More: A Compact History of Infinity του 2003, βιβλίο για την ιστορία της έννοιας του απείρου στα μαθηματικά, που και δεν θα απασχολούσε ποτέ το ευρύ κοινό και είναι κι η μια περίπτωση όπου ο ερασιτέχνης λάτρης των μαθηματικών Γουάλας μάλλον βρέθηκε να κολυμπάει σε πιο βαθιά νερά από ό,τι θα έπρεπε, τουλάχιστον με βάση τις απόψεις ανθρώπων που ξέρουν πολύ περισσότερα μαθηματικά από ό,τι εγώ.

Οπότε επιστρέφω στην επιλογή του «Η σκούπα και το σύστημα» ως πιο «λογοτεχνικού» ενδιαφέροντος. Ξέρω βέβαια και αναγνώστες, όπως π.χ. ο βιογράφος του, Ντ. Τ. Μαξ, που προτείνουν τη Σκούπα ως αγαπημένο τους βιβλίο του Γουάλας. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος το είχε αργότερα απορρίψει ως μυθιστόρημα που μοιάζει γραμμένο από «έναν πολύ έξυπνο δεκατετράχρονο». Μεταξύ αυτών των δύο άκρων, θα πω ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά αξιόλογο πρωτόλειο που προφανώς και δεν είναι ισάξιο του μεταγενέστερου έργου του όμως δεν αφήνει και καμιά αμφιβολία για το μέγεθος του ταλέντου του συγγραφέα του.

Όσο για το κατά πόσο και πώς έχουν γεράσει τα βιβλία του. Νομίζω δεν έχουν γεράσει καθόλου. Η πλειοψηφία τους περιέχει βέβαια στιγμές που έχουν γεράσει, κι όχι όμορφα, αυτό όμως είναι πρωτίστως απόρροια της φιλοδοξίας τους, και της επιθυμίας του Γουάλας τόσο να μην επαναλαμβάνεται, όσο και να μην γράφει μόνο από την οπτική γωνία του μεσοαστού, υπερμορφωμένου λευκού στρέιτ άντρα που ήταν ο ίδιος. Δεν ήταν πάντα επιτυχημένες οι προσπάθειές του να γράψει όσο το δυνατόν πιο πειστικά και βαθιά άλλες φωνές εκτός της δικής του, τις βλέπω όμως ως αντίτιμο ακριβώς αυτής της φιλοδοξίας, που κάνει τα βιβλία στο σύνολό τους να μοιάζουν πάντα ζωντανά.

Τέλος, αγαπημένο μου: Αφήνω στην άκρη το Jest γιατί έτσι κι αλλιώς η σχέση που αναπτύσσεις μ’ ένα βιβλίο 1079 σελίδων που πρώτα το διάβασες τέσσερις-πέντε φορές και μετά κατέληξες και να το μεταφράσεις είναι η επιτομή του Συνδρόμου Στοκχόλμης. Περιέργως, καθώς το συνοδεύει η φήμη του πιο στρυφνού, πιο σκοτεινού βιβλίου του, θα πω ότι τα διηγήματα της «Αμερικανικής Λήθης» (Εκδόσεις Κέδρος, 2011, μτφρ. Γιάννου Πολυκανδριώτη) μου φαίνονται ό,τι πιο βαθιά ανθρώπινο και ουσιαστικό έχει να επιδείξει το αμερικανικό διήγημα τα τελευταία είκοσι και κάτι χρόνια. Τα «Η ψυχή δεν είναι σιδεράδικο», «Παλιό καλό νέον» και «Η λήθη» είναι επιτεύγματα που μοιάζουν αδιανόητα για σχεδόν οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα.

Το εξώφυλλο του βιβλίου.

Μπορείτε να ξεχωρίσετε μία αράδα του Infinite Jest στην οποία ανατρέχετε συχνά πυκνά – και γιατί;
Είναι γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους πως δεν είναι να μου πιάσεις κουβέντα για την τελευταία πρόταση του (κυρίως κειμένου) του Jest και τις συνδηλώσεις της αν έχεις οποιαδήποτε υποχρέωση για τις επόμενες 3-4 μέρες. Οπότε θα παραθέσω μια άλλη: Γίνεται συχνά λόγος για την πρόθεση του Γουάλας να «τοποθετηθεί ειρωνικά απέναντι στην ειρωνεία», που θεωρούσε ως το μείζον πρόβλημα της εποχής του και είχε αποκαλέσει «τραγούδι ενός πουλιού που έχει μάθει να αγαπάει το κλουβί του». Και για το ότι προσπάθησε, πέρα από την εκζήτηση των τρόπων του, να γράψει λογοτεχνία που όσο σκοτεινή κι αν είναι θα «βρει τρόπο να απεικονίσει τον κόσμο και ταυτόχρονα να φωτίσει τη δυνατότητα να είναι κανείς ζωντανός και άνθρωπος μέσα σε αυτόν».

Ορίστε λοιπόν μία εκ πρώτης όψεως ειρωνική φράση που περιγράφει την αυτοκτονία της μητέρας της Τζοέλ βαν Ντάιν προκαλώντας ταυτόχρονα φρίκη κι ένα αθέλητο μειδίαμα, ακόμα και γέλιο: «…απαρηγόρητη, είχε αυτοκτονήσει βάζοντας τα άκρα της στον σκουπιδοφάγο – πρώτα το ένα χέρι και έπειτα, κάπως ως εκ θαύματος αν το σκεφτείς, το άλλο». Η επιτομή της ειρωνείας, αυτό το «ως εκ θαύματος», ώσπου, υποψιασμένος, να διαβάσει κανείς το «αν το σκεφτείς» όχι ως σχήμα λόγου αλλά ως κυριολεκτική προτροπή, και να βυθιστεί μέσα σε τρεις λέξεις στον πιο ανείπωτο, ανθρώπινο πόνο.

Ήταν τελικά ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας ο πιο σημαντικός (Αμερικανός) συγγραφέας της γενιάς του;
Σε αυτό το σημείο ο μόνος άλλος συγγραφέας της γενιάς του που θα μπορούσε να διεκδικήσει αυτόν τον τίτλο μοιάζει να είναι ο σίγουρα πιο στρυφνός (και άρα και λιγότερο επιδραστικός) Γουίλιαμ Τ. Βόλμαν, που καλό θα ήταν να μεταφραζόταν πιο συχνά και στα ελληνικά. Από την άλλη, μια που ανέφερα τον Ντίκενς νωρίτερα: Παρά την τεράστια δημοφιλία του οι Άγγλοι κριτικοί της εποχής του δεν τον συγκατάλεγαν πάντα μεταξύ των σημαντικότερων συγγραφέων τους, και ορισμένοι είχαν σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο το έργο του θα άντεχε στον χρόνο! Ενίοτε τον συνέκριναν, κι όχι πάντα θετικά, με συγγραφείς όπως ο Έντουαρντ Μπούλβερ-Λύττον (ο οποίος, ας θυμηθούμε, τον έπεισε να δώσει χαρούμενο τέλος στις «Μεγάλες προσδοκίες», που αρχικά τελείωναν απαισιόδοξα) ή τον Γουίλιαμ Χάρισον Έινσγουορθ.

Ποιους; θα μου πείτε, ενδεχομένως. Ακριβώς, θα σας απαντήσω. Θέλουμε δε θέλουμε, εμείς παραμένουμε δέσμιοι της ιστορικής μας στιγμής, κι όλες μας οι κρίσεις υπό αίρεση.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα