Ακούστε την “Κραυγή του Καΐρου”, την πιο συνταρακτική μουσική εμπειρία της δεκαετίας
Διαβάζεται σε 8'
Ο Παναγιώτης Μένεγος κάθε εβδομάδα τεντώνει τα αυτιά του. Προτείνει καινούριους ή ξεχασμένους δίσκους, βλέπει μουσικά ντοκιμαντέρ, ακούει podcasts και διαβάζει μουσικά βιβλία. Και φτιάχνει μια playlist για τα δικά σας ακουστικά…
- 06 Φεβρουαρίου 2026 10:04
Ας αφήσουμε για λίγο τα τρέχοντα στην άκρη.
Ας γυρίσουμε στο όχι μακρινό παρελθόν, για έναν δίσκο που δεν του αξίζει να περάσει απαρατήρητος. Με τον δικό του τρόπο επίκαιρος, αλλά και ταυτόχρονα συναρπαστικός, από αυτά τα έργα τέχνης που έχουν την σπάνια αξία να σε ταρακουνάνε.
Ας ακούσουμε την Κραυγή του Καΐρου (κι ας αποτίσουμε και φόρο τιμής σε ένα καθοριστικό δίδυμο που φέρθηκε τόσο καλά στ’ αυτιά μας εδώ και μισό αιώνα)…
Le Cri du Caire and Abdullah Miniawy, Le Crie du Caire
(Les Disques du Festival Permanent, 2023)
Διαβάζουμε στα liner notes του βινυλίου που κυκλοφόρησε χωρίς πολλή φασαρία τετοιες μέρες πριν τρία χρόνια, στις αρχές του 2023 – το κείμενο υπογράφει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του πρότζεκτ, Μπλεζ Μαρλέν:
«Κάιρο, τέλη 2013. Σε μια πόλη σε αναταραχή, όπου η απαγόρευση κυκλοφορίας μόλις είχε αρθεί μετά από ένα δεύτερο πραξικόπημα, όπου οι τοίχοι ήταν ακόμα καλυμμένοι με όνειρα κι εξέγερση, όπου ακόμη και τα κλαμπ του κέντρου αντηχούσαν με συνθήματα κατά του Ισλάμ και του στρατού, με συγκίνησε βαθιά η φωνή του Αμπντουλάχ Μιναουί στο μουσικό στούντιο 100Copies, σε απόσταση αναπνοής από την πλατεία Ταχρίρ. Τραγουδιστής, συγγραφέας, ποιητής και poetry-slammer, αλλά και φοιτητής από την όαση El-Fayoum, αυτός ο εκπρόσωπος της αιγυπτιακής νεολαίας ανακάτευε τη μουσική σκηνή και τα κοινωνικά δίκτυα με την υπνωτική φωνή του να στέκεται πάνω από ένα μοναδικό μείγμα electro, τζαζ και Σούφι μουσικής – ένα μείγμα που ήταν τόσο πανκ όσο και ψυχεδελικό, τόσο κοσμικό όσο κι avant-garde».
Δεν υπάρχει καλύτερη συστατική επιστολή, προφανώς, για το πρότζεκτ από αυτή που δίνει αυτός που το συνέλαβε. Αλλά και πάλι δεν φτάνει για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει στα σχεδόν 43 λεπτά που διαρκεί η ακρόαση.
Ο Μιναουί, στα 32 του σήμερα, υπήρξε μια από τις μορφές που αναδείχθηκαν μέσα από το απατηλό όνειρο της επανάστασης, τις μέρες της Αραβικής Άνοιξης. Πολυτάλαντος εξπρεσιονιστής (προσθέστε ηθοποιός, σκηνοθέτης, 3D προγραμματιστής σε όσες ιδιότητες αναφέρθηκαν πριν) ξεχώρισε ως «φωνή της γενιάς του». Μιας γενιάς που είδε τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις εκείνου του Ιανουαρίου του 2011 να ανατρέπουν το καθεστώς Μουμπάρακ, αλλά τελικά έζησε την ελπίδα για περισσότερη ελευθερία και δικαιοσύνη να συνθλίβεται από όσα ακολούθησαν, μετατρέποντας την Αίγυπτο – σύμφωνα με κάθε διεθνές παρατηρητήριο – σε μια από τις λιγότερο «δημοκρατικές χώρες στον κόσμο».
Ο Μιναουί ανέβηκε πρώτη φορά στην σκηνή σε ένα φεστιβάλ στο Κάιρο με τον Μεχντί Χαντάμπ, τον αλγερινό «Jimi Hendrix του ούτι». Το όνομά του άρχισε να ταξιδεύει πέρα από τα σύνορα. Γνώρισε τον βρετανό συνθέτη και σαξοφωνίστα Πίτερ Κόρσερ, ο οποίος έμεινε συγκλονισμένος από τη δύναμη της πρόζας του (όπως μένουν όλοι όταν κάποια στιγμή τον ακούν). Χρειάστηκαν τρία χρόνια μάχης με την αιγυπτιακή γραφειοκρατία, και τη λογοκρισία που επέστρεφε ακόμα πιο δριμεία στα αιγυπτιακά καλλιτεχνικά πράγματα, για να φτάσει στο Παρίσι και να ηχογραφήσει την πρώτη εκδοχή του “Sadiya (Purple Feather)”, κομματιού που συμπεριλαμβάνεται στο Le Cri du Caire.
Το πρώτο βήμα είχε γίνει. Επιστρέφουμε στις σημειώσεις του Μαρλέν: «Το 2017, καθηλωμένος από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα αυτών των εκρηκτικών φωνητικών και οργανικών ερμηνειών, ο Ερίκ Τρουφάζ (σ.σ. o κορυφαίος τρομπετίστας που έχουμε δει πολλές φορές στα μέρη μας) δέχτηκε την πρόσκλησή μας να ασχοληθεί με τις υπνωτικές λούπες του Πίτερ και τα ηλεκτρικά φωνητικά του Αμπντουλάχ, ενώ σύντομα τους συνόδευσαν επίσης τα σπλαχνικά έγχορδα του τσελίστα Κάρτσεν Χοσάπφελ».
Η Κραυγή του Καΐρου είχε πάρει σάρκα και οστά.
Στο άλμπουμ δεσπόζει, φυσικά, η φωνή του Μιναουί. Είναι κάτι διαφορετικό, πολύ παραπάνω από το κλασικό “voice as an instrument”/ «η φωνή ως ένα ακόμα όργανο» που τόσες και τόσες φορές έχουμε αποδώσει σε άλλους ερμηνευτές κι ερμηνεύτριες που γίνονται μέρος του μουσικού υφάσματος. Ο Μιναουί απαγγέλει βιωματικούς στίχους για αντίσταση κι ελευθερία, αναζητά ταυτότητα και πνευματική αυτοδιάθεση σε ένα περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο καταπιεστικό, παραδίδεται στο τρανς του Σούφι μυστικισμού μεταδίδοντας την πνευματικότητά ενός άλμπουμ που από την πρώτη ακρόαση ακούγεται σημαντικό.
Κι ας μη μιλάς αραβικά. Κι ας χρειάζεται λίγη έρευνα για να εμβαθύνεις στα θέματά του. Κι ας παραμονεύει, από τις πρώτες νότες της τρομπέτας του Τρουφάζ στο εναρκτήριο “Jarda Al Wadi”, η ενοχή της πολιτισμικής οικειοποίησης.
Είναι απολύτως φθηνό να τοποθετήσεις αυτόν τον δίσκο στο world (ethnic) ράφι. Δε θα είναι ακριβές να τον πεις jazz, παρότι ο τρόπος και τα όπλα (το αυστηρό τσέλο, η μποέμικη τρομπέτα, το βιρτουόζικο σαξόφωνο) με τα οποία υπερασπίζονται οι μουσικοί του τον Αμπντουλάχ είναι τόσο σπουδαίος μέσα στην πειθαρχία του μινιμαλισμού του(ς). Ίσως το πιο κοντινό, περισσότερο για να καλυφθεί το πολιτικό πλαίσιο του άλμπουμ, είναι να το δεις ως μια προσθήκη στον hip hop κανόνα. Ή, καλύτερα, ως μια παρέκκλιση από αυτόν.
Λίγη σημασία έχουν όλα αυτά. Όταν μετά την αρχή, η τριάδα “Pearls for Orphans”, το συγκλονιστικό “Splendid Tales” και “Balaya” συνιστά την σπαρακτική ραχοκοκαλιά του άλμπουμ. Ακολουθεί το δίλεπτο “Le Cri du Poete” («Η Κραυγή του Ποιητή») ως γέφυρα για το δεύτερο μισό που κορυφώνεται με τα ψυχεδελικά κρουστά του “Kon Kama Kano”.
Σε μια εποχή που η διάσπαση προσοχής είναι νόσος για κάθε θεραπεία, το Le Cri du Caire δεν την ζητά, ούτε την απαιτεί. Την κερδίζει ως η συνταρακτική μουσική εμπειρία, που είναι, ακόμα κι αν δεν διαφημίστηκε ως τέτοια, δεν συμπεριλήφθηκε σε λίστες με «καλύτερα της χρονιάς», δεν έκανε μάρκετινγκ φασαρία. Όμως, έστω και τρία χρόνια μετά, δεν είναι αργά για να την ανακαλύψετε. Ειδικά σε ένα περιβάλλον (όχι και τόσο) κεκαλυμμένης ισλαμοφοβίας που φέρνει μαζί της η γεωπολιτική ένταση των ημερών. (Αν κι εδώ είναι που θα βρει κανείς αυθεντική, ειλικρινή και βιωματική κριτική στη θεοκρατία.)
Είναι μερικοί δίσκοι που δεν τους ακούς, τους νιώθεις. Δεν τους καταλαβαίνεις, αλλά τους εννοείς. Το στήθος σου δεν πάλλεται από το μπάσο, αλλά χρησιμοποιείται σαν ένα χωνί για να κυλήσει μια φωνή που μπορεί να ακούγεται ίσως ακατάληπτη, αλλά εκβάλλει κατευθείαν στην ψυχή σου.
H Κραυγή του Καΐρου είναι ένας τέτοιος δίσκος.
Sly Dunbar (1952-2026)
Τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου, λίγο πριν κλείσει τα 74 του, ο Sly Dunbar έφυγε από τη ζωή και πήγε να συναντήσει σε αυτό που υπάρχει, αν υπάρχει, μετά τον διόσκουρό του Robbie Shakespeare που είχε πεθάνει το 2021 στα 68 του.
Sly & Robbie, ντραμς και μπάσο, ένα δίδυμο που τα τελευταία 50 χρόνια έπαιξε ή ανέλαβε την παραγωγή 200.000 ηχογραφήσεων (!!!). Το νούμερο είναι εκκωφαντικό, αλλά δείχνει και το εργατικό ήθος αυτών των δύο τύπων που ξεπήδησαν από τα τζαμαϊκανά soundsystems κι έφτιαξαν μια περιζήτητη ραχοκοκαλιά (γιατί, ως γνωστόν αν έχεις rhythm section, μπάσο και ντραμς, έχεις τα πάντα) που συνεργάστηκε με τους πάντες και τα πάντα: από τον Bob Dylan και τη Madonna μέχρι τον Mick Jagger και την Britney Spears.
Κορυφαία τους χρόνια, η συμμετοχή τους στους Compass Point All-Stars, σε αυτήν την εκπληκτική μπάντα που είχε στήσει ο Chris Blackwell στο στούντιο Compass Point στις Μπαχάμες. Εκεί, στις αρχές των 80s ηχογραφήθηκαν για λογαριασμό της Island μερικά εκπληκτικά άλμπουμ, από τους Tom Tom Club στον Ian Dury κι από τον Joe Cocker στον Serge Gainsbourg και τον Robert Palmer.
Ξεχωρίζει φυσικά η ανυπέρβλητη τριάδα των άλμπουμ που έβγαλε μαζί τους η Grace Jones: Warm Leatherette (1980), Nightclubbing (1981) και Living My Life (1982) – μουσική αντανάκλαση του ανήσυχου πνεύματος της εποχής που ευνοούσε τις επιμειξίες, αλλά και τόσο προωθημένης που τέσσερις δεκαετίες αργότερα επιβιώνει αλώβητη και τραγανή.
Η playlist αυτής εβδομάδας στο δίδυμο που, μπορεί να μην το ήξερες αλλά, είναι πίσω από μερικά από τα αγαπημένα σου κομμάτια…