Τι συμβαίνει όταν μία παράσταση γίνεται λαϊκό δικαστήριο στο κέντρο της Αθήνας;
Διαβάζεται σε 15'
Οι πρωταγωνιστές της παράστασης ο “Εχθρός του Λαού” που σκηνοθετεί ο Τόμας Οστερμάγιερ στο Θέατρο Κνωσσός μιλούν για το τι αισθάνονται όταν η θεατρική σύμβαση “σπάει” και ο λόγος περνά στο κοινό.
- 12 Φεβρουαρίου 2026 06:10
Ο «Εχθρός του Λαού» του Χένρικ Ίψεν που παρουσιάζεται στο ανακαινισμένο θέατρο Κνωσσός σε διασκευή και σκηνοθεσία του Τόμας Όστερμάιερ είναι μία από τις πιο πολυσυζητημένες παραστάσεις της φετινής σεζόν. Δεν αποτελεί απλώς μια διεθνή συνεργασία υψηλού κύρους ανάμεσα στο θέατρο του Νέου Κόσμου και τη βερολινέζικη Schaubühne. Πρόκειται για ένα θεατρικό γεγονός που επανατοποθετεί ριζικά τη σχέση σκηνής και πλατείας, έργου και πραγματικότητας, θεατή και πολίτη.
Γιατί αν ο Ίψεν έθεσε τον θεμέλιο λίθο ενός έργου για τη σύγκρουση της αλήθειας με την πλειοψηφία, ο εμβληματικός Γερμανός σκηνοθέτης πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα: παραδίδει αυτή τη σύγκρουση στο ίδιο το κοινό.
Από το έργο στη συνέλευση
Στο έργο του Ίψεν, ο γιατρός Τόμας Στόκμαν ανακαλύπτει ότι τα ιαματικά λουτρά της πόλης —η βασική πηγή πλούτου και ανάπτυξης— είναι μολυσμένα. Η επιλογή του να μιλήσει ανοιχτά τον φέρνει αντιμέτωπο όχι μόνο με την εξουσία, αλλά και με την κοινωνία που προτιμά τη σιωπή από το κόστος της αλήθειας. Στο κλασικό έργο του Ίψεν, η σύγκρουση κορυφώνεται σε μια δημόσια συνέλευση.
Στην εκδοχή του Όστερμάιερ, η συνέλευση αυτή δεν παίζεται, συμβαίνει. Όταν τα φώτα της πλατείας ανάβουν και το μικρόφωνο περνά στο κοινό, η θεατρική σύμβαση διαλύεται. Η αίθουσα μετατρέπεται σε μια σύγχρονη «εκκλησία του Δήμου», όπου δεν υπάρχει ασφαλής απόσταση. Το θέατρο παύει να είναι αναπαράσταση και γίνεται πολιτικό πεδίο.
Ιδού τι λένε οι πρωταγωνιστές της παράστασης για το “σπάσιμο” αυτό της θεατρικής σύμβασης.
Στέλιος Δημόπουλος: “Βλέπω ανθρώπους να βγαίνουν από το safety zone τους”
Υπάρχει μια μερίδα θεατών που αντιμετωπίζουν το θέατρο και τη διαδικασία παρακολούθησης μιας παράστασης ως μια ανάγκη τους για baby sitting. Πληρώνω εισιτήριο, δε θέλω προβληματιστώ, αχ δε θέλω να ακούω γι’ αυτα γιατί στενοχωριέμαι και γενικά αγοράζω με το εισιτήριο μου ένα κομμάτι διασκέδασης με σκοπό να κοιμηθώ το βράδυ ήσυχος. Αυτό θέατρο που στέλνει κόσμο απροβλημάτιστο και ήσυχο στο σπίτι του για ύπνο το σιχαίνομαι και το βαριέμαι φρικτά. Στη συνέλευση έχω τη χαρά να βλέπω ανθρώπους να βγαίνουν από το safety zone τους, να ξεβολεύονται, να προβληματίζονται και να τοποθετούνται με την παρουσία τους ή την αποχώρηση τους και για μένα αυτό είναι μεγάλο, σημαντικό και υπέροχο.
Κωνσταντίνος Μπίμπης: “Ο θεατής βρίσκεται ξαφνικά παρών σε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία”
Κατά τη γνώμη μου ο τρόπος που έχει δημιουργηθεί δραματουργικά και σκηνοθετικά απο τον Οστερμάϊερ η σκηνή της συνέλευσης είναι ιδιοφυής.
Και το πως προετοιμάζεται και το πως διεξάγεται.
Δεν αποτελεί μια κοινή διαδραστική στιγμή. Δεν προσκαλεί το θεατή να συμμετέχει στην εξέλιξη της πλοκής. Δεν είναι εξυπνακίστικο τρικ. Αντιθέτως έχει στοιχεία κοινωνικού πειράματος, θα έλεγα. Ο θεατής βρίσκεται ξαφνικά παρών σε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία. Αναμένεται από αυτόν να αρθρώσει πολιτικό λόγο. Να υπερασπιστεί ή να απορρίψει με επιχειρήματα το μανιφέστο του γιατρού που μόλις έχει προηγηθεί.
Ένα μανιφέστο αριστουργηματικά γραμμένο με στόχο να αγγίξει πολιτικά triggers και taboo και φυσικά να διχάσει. Αναμφίβολα αποτελεί ένα σημείο της παράστασης που χρήζει εμβάθυνσης και μελέτης σε σχέση με τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα που ενδεχομένως μπορεί να εξάγει κανείς.
Προσωπικά θα ήθελα να σταθώ στο εξής: Παρατηρώ ομολογουμένως με έντονο προβληματισμό το πόσο έχουν εξασθενήσει τα αμεσοδημοκρατικά μας αντανακλαστικά. Στην εποχή της απόλυτης επικράτησης των αστικών αντιπροσωπευτικών θεσμών φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο στον σύγχρονο πολίτη να αρθρώσει συγκροτημένο πολιτικό λόγο σ´ ένα μικρόφωνο εντός μιας αίθουσας γεμάτη από συμπολίτες του, που τον κοιτάζουν και τον ακουν σε ζωντανό χρόνο. Ο πολίτης έχοντας απεκδυθεί κάθε είδους προστατευτικού σοσιαλμιντιακού παραπετάσματος και διαδικτυακού ψευδωνύμου στέκεται αμήχανος, αντιδρά απέναντι στην ίδια τη διαδικασία και όχι συγκροτημένα απέναντι στο πολιτικό διακύβευμα.
Δεν θα ήθελα καθόλου να σταθώ στις περιπτώσεις των θεατών που αποχωρούν από την αίθουσα τάχα μου επειδή τους χαλάμε την μπουρζουαζίστικη συνταγή του αστικού θεάματος που θέλει τον θεατη άνετο στη βελούδινη καρέκλα του να παρακολουθεί μια ιστοριούλα εν είδει παραμυθιού. Άλλωστε δεν θεωρώ ότι αυτός είναι και ο πραγματικός λόγος που αποχωρούν όσο και αν αρέσκονται να φωνασκούν πως αυτό δεν είναι Ίψεν. Θεωρώ πως αισθάνονται πολιτική απειλή σε μια γεμάτη συνέλευση φορτισμένη από την οργισμένη κοινωνικοπολιτικά πλειοψηφία. Και ίσως καλά κάνουν.
Ως υγιέστερες, ελπιδοφόρες και πολύ ενδιαφέρουσες αντιδράσεις εντός αυτού του πλαισίου, και ευτυχώς δεν είναι λίγες, αναγνωρίζω τις τις τοποθετήσεις στο μικρόφωνο εκείνων των ανθρώπων οι οποίοι έχουν συν-κινηθεί από το έργο και τη διαδρομή της πλοκής ως εκείνο το σημείο και μιλούν ανοιχτά και από καρδιάς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα για μένα ήταν μία κυρία με τρεμάμενη φωνή, που πήρε το λόγο και κοιτώντας τους συμπολίτες της γύρω είπε πως τόση ώρα που βλέπει την παράσταση, την έχει πιάσει ταχυπαλμία γιατί φοβάται πολύ καθώς η κόρη της είναι στο Βουκουρέστι και επρόκειτο να γυρίσει σήμερα με αεροπλάνο, αλλά η πτήση της αναβλήθηκε λόγω του γνωστού προβλήματος που είχε προκύψει πανελλαδικά με τα ραντάρ των αεροδρομίων.
Και αυτό με κάνει να θέλω να πω δύο πράγματα.
Πρώτον πως καπιταλισμός σημαίνει να φοβάσαι ότι το παιδί σου δε θα γυρίσει σπίτι, απλώς επειδή χρησιμοποιεί ένα μέσο μαζικής μεταφοράς.
Και δεύτερον πως αυτή η τρεμάμενη φωνή της κυρίας είναι ο λόγος που κάνω θέατρο.
Μιχάλης Οικονόμου: “Στόχος του Οστερμάγιερ —και του ίδιου του Ίψεν— να ταρακουνήσει, να ενοχλήσει, να ξεβολέψει”
Η στιγμή που μιλάει το κοινό είναι και το σημείο που, συνολικά, διχάζει περισσότερο τις γνώμες για την παράσταση. Έχει ήδη προηγηθεί ο ριζοσπαστικός μονόλογος του Κωνσταντίνου, κατά τον οποίο η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται. Οι περισσότεροι θεατές συνήθως συμφωνούν μαζί του, κάποιοι νιώθουν άβολα και λίγοι εκνευρίζονται. Και τότε το μικρόφωνο περνάει στο κοινό, ανάβουν τα φώτα της πλατείας και η αίθουσα μετατρέπεται σε μια κανονική συνέλευση, όπου ο καθένας έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί. Ωπ, σας τη φέραμε: ήρθατε να δείτε Ίψεν και βρεθήκατε άθελά σας σε μια συνέλευση.
Για κάποιους —κυρίως ένα αστικό κοινό— αυτό είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Μετά τον μακρύ μονόλογο, καλούνται τώρα να ακούσουν τον καθένα να μιλά. Δεν είναι καθόλου έτοιμοι γι’ αυτό. Για τους ίδιους, αυτή η συνθήκη «φθηναίνει» την παράσταση· διαμαρτύρονται ότι «αυτό δεν είναι Ίψεν» και συχνά αντιμετωπίζουν ως κακόγουστη οποιαδήποτε άποψη διαφέρει από τη δική τους. Δεν είναι σπάνιο κάποιοι ενοχλημένοι να σηκωθούν και να φύγουν επιδεικτικά.
Όλα τα παραπάνω, όμως, αποτελούν παράσημο για εμάς. Αυτός ήταν εξαρχής ο στόχος του σκηνοθέτη μας, του Οστερμάγιερ —και του ίδιου του Ίψεν— να ταρακουνήσει, να ενοχλήσει, να ξεβολέψει.
Ευτυχώς, η πλειοψηφία του κοινού, σαν έτοιμη από καιρό, παίρνει το μικρόφωνο και μιλά ανοιχτά: για τους φόβους του σήμερα, για την απομόνωση πίσω από μια οθόνη, για τους τρόπους που το σύστημα μας αποπροσανατολίζει από τα ουσιαστικά προβλήματα. Ακούγονται ιστορίες από την περιφέρεια με περιστατικά παρόμοια με αυτά του έργου, προσωπικές εξομολογήσεις, ανησυχίες αλλά και ελπίδες.
Άλλοι μπαίνουν στη συνθήκη και απαντούν ως δημότες της πόλης των λουτρών. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως κάθε βράδυ γίνομαι σοφότερος και πολιτικοποιούμαι βαθύτερα, ακριβώς μέσα από αυτή τη συνέλευση. Παρότι παραμένω εντός ρόλου ως δήμαρχος, συχνά θέλω να βγω από αυτόν να ουρλιάξω «μπράβο», και να χειροκροτήσω ιδέες που αρθρώνονται με ελεύθερο, καθαρό και προοδευτικό λόγο.
Λένα Παπαληγούρα: “Είναι η στιγμή που περιμένω κάθε βράδυ”
Η στιγμή που οι ηθοποιοί διακόπτουμε τη ροή της παράστασης και ζητάμε από το κοινό να πάρει θέση είναι από τις πιο έντονες στιγμές του έργου. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως είναι η στιγμή που περιμένω κάθε βράδυ.
Ο γιατρός Στόκμαν ανεβαίνει στη σκηνή και ζητά να ανάψουν τα φώτα της πλατείας. Καθώς τον ακούμε να μιλά, ο τέταρτος τοίχος σπάει και η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται. Όταν ολοκληρώνει, εγώ, ως «εκπρόσωπος Τύπου», καλούμαι να απευθυνθώ άμεσα στο κοινό και να το εμπλέξω. Νιώθω την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Κάθε βράδυ είναι διαφορετικό. Κάθε φορά μια νέα εμπειρία. Δεν υπάρχει τίποτα στημένο, τίποτα οργανωμένο. Κάθε απάντηση γεννιέται εκείνη τη στιγμή. Ζωντανή επικοινωνία.
Κάθε ερώτηση γίνεται προσωπική: Εσύ με ποιον είσαι; Με την αλήθεια, ή μήπως αυτή απειλεί τα συμφέροντά σου; Τι είναι αλήθεια; Πώς διατηρούμε την αθωότητά μας; Πώς υπερασπιζόμαστε τις ανθρώπινες σχέσεις όταν η τεχνολογία μάς καταπίνει; Και αν το σύστημα είναι συνολικά λάθος, υπάρχει σωστός τρόπος να ζεις μέσα σε αυτό;
Κάποιοι θεατές νιώθουν άβολα, κάποιοι αναρωτιούνται τι σχέση έχει όλο αυτό με τον Ίψεν. Οι περισσότεροι συμφωνούν με την αλήθεια του γιατρού, άλλοι προβληματίζονται από την ακρότητα του λόγου του: ναι, έχει δίκιο — αλλά με ποιον τρόπο μιλάς για την αλήθεια; Άλλοι ακούν τον λόγο του ως σύνολο, άλλοι στέκονται σε μια λεπτομέρεια. Κάποιοι μπαίνουν στη συνθήκη και μιλούν για τα λουτρά, άλλοι θυμώνουν, άλλοι συγκινούνται, άλλοι μιλούν για τη ζωή τους. Εδώ χωράνε όλα· και φυσικά δεν λείπει το χιούμορ.
Η συνέλευση μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα. Δεν είναι μια «τακτοποιημένη» αστική συζήτηση, θυμίζει σύγχρονη γενική συνέλευση, τηλεοπτικό πάνελ ή λαϊκή συγκέντρωση, με μικρόφωνα, φωνές, χειροκροτήματα και αποδοκιμασίες. Κάποιες φορές μοιάζει τρομακτικά οικεία, σαν μια σημερινή πολιτική αντιπαράθεση όπου η ένταση μετρά περισσότερο από το περιεχόμενο. Άλλες φορές ακούγονται πράγματα που το βράδυ δεν με αφήνουν να κοιμηθώ.
Το κοινό νιώθει συνένοχο, ακόμη κι αν δεν καλείται ρητά να ψηφίσει, αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στη συνέλευση και όχι απέναντί της. Ο θεατής δεν παρακολουθεί από απόσταση και ίσως νιώθει έντονη πίεση, γιατί αναγνωρίζει τον εαυτό του — όλοι έχουμε σωπάσει κάποτε ενώ έπρεπε να μιλήσουμε.
Στην παράσταση του Όστερμαϊερ, η συνέλευση δεν είναι απλώς η καταδίκη του Στόκμαν, είναι η καταδίκη μιας κοινωνίας που δεν αντέχει την αλήθεια όταν αυτή κοστίζει, αποκαλύπτοντας τελικά το βαθύ της αδιέξοδο.
Προσωπικά, η σκηνή αυτή είναι για μένα δώρο. Με υποχρεώνει να είμαι 1000% παρούσα στη στιγμή, να ακούω και να απαντώ μέσα στο πλαίσιο του έργου και του ρόλου μου χωρίς δικλίδες ασφαλείας, υπενθυμίζοντάς μου βασικές αξίες του θεάτρου. Ταυτόχρονα, σε ανθρώπινο επίπεδο, με κάνει να σκέφτομαι καθημερινά σε τι κόσμο θέλω να ζω, πόσο αντέχω την αλήθεια και πόσο οφείλω να μάχομαι για την ελευθερία, την αλληλεγγύη και την ισότητα.
Αλκηστις Ζιρώ: “Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος μοιάζει με τον δικό μας μικρόκοσμο και κάθε φορά αυτή η σφαλιάρα είναι γερή”
Η διαδικασία της συνέλευσης είναι και η πιο ουσιαστική για μένα. Ετερόκλητοι άνθρωποι να κάθονται δίπλα δίπλα και να ανταλλάζουν απόψεις και προσωπικά πιστεύω. Όπως ανέφερε και ο Στέλιος τις προάλλες σε μια συνέλευση, «τίποτα δεν είναι προφανές και τίποτα δεν είναι σαφέστατο καθώς έχουν αποχωρήσει ήδη 5 άτομα». Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος μοιάζει με τον δικό μας μικρόκοσμο, και κάθε φορά αυτή η σφαλιάρα είναι γερή. Στη διάδραση με το κοινό μπορείς να ακούσεις τα πάντα, από ακραίες τοποθετήσεις μέχρι την πιο ειλικρινή και σπουδαία προσωπική κατάθεση ενός ανθρώπου.
Γι’αυτό και ο Στέλιος απάντησε με αυτή τη φράση που ανέφερα παραπάνω. Κάτι που για μένα είναι προφανές και αδιαπραγμάτευτο για κάποιον άλλον μπορεί είναι πταίσμα, να μην το αφορά, να μην τον αγγίζει. Μέσα από τη συνέλευση δοκιμάζουμε κι εμείς τα όρια μας. Σίγουρα έχω πολλές τοποθετήσεις που θυμάμαι και εξοργίζομαι, έχω όμως και κάποιες που τις κουβαλάω μαζί μου σαν φυλαχτό και με αυτές πορεύομαι και μου δίνουν ελπίδα και δύναμη στη ζωή και στον συνεχή αγώνα που καλούμαστε να δίνουμε. Είναι μια διαδικασία που σε θέλει αλερτ, σε ξεβολεύει και σε κάνει να ανοίγεις τα αυτιά σου και τα μάτια σου, να κοιτάς τον άλλον.
Και φυσικά να ελπίζεις πως μέσα από αυτή την συνέλευση / διάδραση κόντρα στην αποξένωση και τη μοναξιά του καθενός κάτι μετακινείται, κάτι αλλάζει, κάποια ζύμωση ξεκινάει στο μέσα του καθενός από εμάς. Άλλοι αφήνονται σε αυτό που συμβαίνει και το απολαμβάνουν, όπως μας είχε πει μια κυρία 80 χρόνων, «νιώθω τυχερή που μετά από χρόνια βρίσκομαι σε μια λαϊκή συνέλευση», και άλλοι κρατάνε ψηλά τις άμυνες τους και αντιστέκονται σε αυτό και ή το υπομένουν με δυσφορία ή αποχωρούν. Αποδεκτά είναι και τα δύο. Αποδεκτή είναι και η απογοήτευση που νιώθω όταν συμβαίνει αυτό.
Θα κλείσω με μια ανάμνηση από μια συνέλευση που ανάμεσα στους θεατές ήταν και μαθητές, πήραν τον λόγο τέσσερα παιδιά, οι υπόλοιποι σωπάσαμε και ακούσαμε προσεκτικά τι είχαν να μας πουν, μας μοιράστηκαν τους φόβους, τους προβληματισμούς και το άγχος για την επόμενη μέρα αυτού του κόσμου όμως με μια πυγμή και με ένα θάρρος ζωηρό και ελπιδοφόρο, ήταν ανακούφιση και φως. Τα ευχαριστήσαμε με δάκρυα στα μάτια και ένα χειροκρότημα διαρκείας γιατί μας έδωσαν το σπρώξιμο που χρειαζόμασταν για να συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε έναν κόσμο πιο δίκαιο.
Ιάσονας Αλυ: “Η ελευθερία του λόγου ανάμεσα σε 500+ άτομα μέσα σε έναν θεατρικό χώρο είναι κάτι ριψοκίνδυνο”
«Κατά τη διάρκεια της συνέλευσης —δηλαδή της ελεύθερης τοποθέτησης των απόψεων του κοινού— έχοντας ανοίξει τα φώτα σε πλατεία και εξώστη, όχι μόνο σπάει η θεατρική σύμβαση, αλλά απογυμνώνεται ολόκληρη η κατασκευή που έχουμε, συνειδητά και υποσυνείδητα, για το τι είναι μια παράσταση.
Γι’ αυτό και ο κόσμος πολλές φορές μπερδεύεται· όταν παίρνει το μικρόφωνο για να τοποθετηθεί, μας δίνει συγχαρητήρια. Κάποιοι απευθύνονται στους πιο διάσημους συναδέλφους μου με τα αληθινά τους ονόματα και σχολιάζουν θετικά την υποκριτική τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τους επαναφέρουμε στη συνθήκη παριστάνοντας τους ανήξερους.
Για εμένα, όλη η σκηνοθετημένη παράσταση που προηγείται αποτελεί το καύσιμο για μια καλή συνέλευση, η οποία αρκετές φορές θυμίζει ντοκιμαντέρ.
Η ελευθερία του λόγου ανάμεσα σε 500+ άτομα μέσα σε έναν θεατρικό χώρο είναι κάτι ριψοκίνδυνο, και αυτό είναι που με συγκινεί και με εξιτάρει.
Δεν υπάρχει timing, ούτε γραμμένες ατάκες, κανένα cue ή blocking. Συμμετέχουμε όλοι ίσοι στο μοντάζ της πραγματικής ζωής.
Απόψεις από τα άκρα της αριστεράς, της δεξιάς, βουλευτές, πρώην πρωθυπουργοί, ηθοποιοί, γιατροί, πωλητές του περιοδικού Σχεδία, ράπερζ, τικ τοκερζ, μικροί μαθητές που εκφράζουν τις ιδέες τους με τα χέρια και τη φωνή τους να τρέμει, μέχρι και ηλικιωμένοι που μας αφηγούνται τις ιστορίες τους με λέξεις αργές και σίγουρες.
Κανείς δε φεύγει ίδιος μετά από αυτή την εμπειρία.
Εκτός αν έχει φύγει είδη πριν την συνέλευση λόγω του μονολόγου/μανιφέστου του Τόμας Στόκμαν, ο οποίος σαν ένας εξαντλημένος αγγελιοφόρος αρθρώνει εκείνα που όλοι γνωρίζουμε μα επιλέγουμε να θάψουμε.
Είναι μια διαδικασία που εμπεριέχει ρίσκο, αβεβαιότητα και σύγκρουση. Μια διαδικασία που ανα πάσα στιγμή μπορεί να γίνει το οτιδήποτε. Είναι θέατρο όπως θα έπρεπε να είναι.»
Θέατρο Κνωσός (Κνωσού 11, Πλατεία Αμερικής)
Από 22 Οκτωβρίου, κάθε Τετάρτη στις 20:00, Πέμπτη και Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο στις 21:15 και Κυριακή στις 18:00
Εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/exthros-tou-laou/