Είναι μεγάλη ευθύνη να προέρχεσαι από άνθρωπο που νίκησε τον θάνατο  

Διαβάζεται σε 6'
Συλληφθέντες Έλληνες αντάρτες την περίοδο του Εμφυλίου στη βόρεια Ελλάδα (φωτογραφία αρχείου)
Συλληφθέντες Έλληνες αντάρτες την περίοδο του Εμφυλίου στη βόρεια Ελλάδα (φωτογραφία αρχείου) (AP Photo)

Οι φωτογραφίες των εκτελεσθέντων της Καισαριανής πριν το απόσπασμα ρίχνουν φως, μα και αλάτι, σε εκείνο το αιώνια ανοιχτό διαγενεακό τραύμα που διαπερνά κάθε οικογένεια μέσα στην οποία κάποτε γεννήθηκε- και πέθανε- ένας ήρωας.

Για κάποιους οι φωτογραφίες των κομμουνιστών της Καισαριανής δεν είναι μόνο ιστορική μνήμη, αλλά η αναπόφευκτη αναδρομή σε ιστορίες ανθρώπων με τους οποίους μάς ενώνει το ίδιο αίμα.

Απώλειες που αναπόφευκτα καθορίζουν τις ζωές μας, δεκαετίες ολόκληρες μετά την πραγμάτωσή τους. Το ξύπνημα ενός παρελθόντος τόσο μακρινού και τόσο ακατανόητου για τα δεδομένα μας, με το οποίο θα συνδεόμαστε για πάντα. Κι εμείς, κι οι επόμενοι από εμάς.

Οι φωτογραφίες που μας συγκλόνισαν, ήρθαν στη δημοσιότητα μέσω του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού και της σελίδας Greece at WWII Archives. Φέρνουν στο φως την εκτέλεση των 200 πολιτικών κρατουμένων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την 1η Μαΐου 1944 από τους Γερμανούς κατακτητές.

Είναι το αντιπροσωπευτικό ντοκουμέντο μιας εποχής όπου δικοί μας άνθρωποι πλήρωναν με τη ζωή τους κάθε απόπειρα ελευθερίας.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, την εποχή του Εμφυλίου που διαδέχτηκε τον Β’ Π.Π. ο εχθρός απέκτησε ένα ακόμα πιο τραγικά οικείο πρόσωπο. Οι εκτελέσεις γίνονταν από Έλληνα προς Έλληνα, από αδερφό σε αδερφό. Τον Ιούνιο του 1948, σε μία από τις προγραμματισμένες εκτελέσεις κομμουνιστών στο Γουδή, πυροβολήθηκε μέχρι θανάτου και ο παππούς μου. Στο Πάρκο Χωροφυλακής, εκεί όπου εκτελέστηκε και ο Νίκος Μπελογιάννης.

Ένας ήρωας ανάμεσά μας

Τι ξέρω για εκείνον 78 χρόνια μετά; Ο παππούς μου δεν τελείωσε μόνο το σχολαρχείο αλλά και το γυμνάσιο, μεγάλη υπόθεση για εκείνη την εποχή. Ήταν φιλομαθής, με ένα βιβλίο στο χέρι, βράδυ πρωί. Υπήρξε συνδικαλιστής του ΗΣΑΠ, στέλεχος του ΕΑΜ και της ΟΠΛΑ και μέλος του ΚΚΕ, πράγμα ασυνήθιστο για Μανιάτη (στη Λακωνία πάντα αγαπούσαν τον βασιλιά) .

Στην κατοχή, ο Πέτρος Σαλπέας είχε μία καλή δουλειά στην ΕΗΣ, στους σιδηροδρόμους, και πάντα γεμάτο πιάτο στο τραπέζι. Κρατούσε όσο φαγητό χρειαζόταν η οικογένεια και όλο το υπόλοιπο έβαζε τη γιαγιά μου να το μοιράσει στη γειτονιά. Όταν εκτελέστηκε, το μισό Κερατσίνι έκλαιγε.

Κάποια στιγμή ο παππούς μου δέχτηκε σφαίρα από παρακρατικό της Δεξιάς μέσα από φεγγίτη. Ο γιατρός που τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ήταν ο σύντροφός και συναγωνιστής του, Γρηγόρης Λαμπράκης.

Ο Πέτρος είχε ήδη δύο παιδιά όταν άρχισε να κρύβεται μακριά από το σπίτι του γιατί τον κυνηγούσαν. Ένα βράδυ κατάφερε να φτάσει μέχρι το ταρατσάκι της θείας Ευανθίας για να συναντήσει τη γιαγιά μου, τη Λέλα και να κοιμηθούν μαζί.  Εννέα μήνες μετά γεννήθηκε η μάνα μου. Ο παππούς μου επέστρεψε μια φορά για να την δει, άλλωστε ήταν αυτός που επέμεινε να κρατήσει το παιδί και να μην το ρίξει (με τρόπο που δεν μπορώ να διανοηθώ).

«Κοίτα τη, ίδια το Λελάκι» είπε, κι ύστερα έφυγε. Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που θα έβλεπε την κόρη του, τη μέρα της γέννησής της. Μα πριν φύγει, είπε στη γυναίκα του μια φράση που περνάει από γενιά σε γενιά μέσα στο σπίτι μας: «Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα είμαι πάντα από κάτω. Μην το ξεχάσεις ποτέ».

Η γιαγιά μου, που επίσης δεν γνώρισα ποτέ, καμιά φορά παραπονιόταν: «Πολλές πέτρες έχω σηκώσει, αλλά δεν τον είδα ποτέ από κάτω»..

Όταν ο παππούς μου εκτελέστηκε, η μητέρα μου ήταν επτά μηνών βρέφος. Της έδωσαν το όνομά του. Το ίδιο όνομα που έχει σήμερα και ο δισέγγονός του. Η γιαγιά μου δεν πήρε ποτέ τα κόκαλά του, δεν έμαθε πού τον έθαψαν. Αυτό ήταν το  ανίερο «πρωτόκολλο» για τους κομμουνιστές.

Παρατηρώ τα πρόσωπα των ανδρών της Καισαριανής στις φωτογραφίες και βλέπω μόνο ψυχραιμία, αποφασιστικότητα, περηφάνια. Τίποτα στην όψη τους δεν μαρτυρά την ανυπαρξία στην οποία οδεύουν. Οι άνθρωποι αυτοί πήγαν προς τον θάνατο με το κεφάλι ψηλά. Κάπως έτσι θα πήγε κι εκείνος, σκέφτομαι. Ένας μελλοθάνατος με ψηλά τη γροθιά. Και με το μικρό μου μυαλό, το βολεμένο, απορώ πώς είναι δυνατόν να επιλέγεις να πεθάνεις για μια ιδέα, όποια και αν είναι αυτή.

Μέχρι σήμερα ένα κομμάτι μου δυσκολεύεται τον συγχωρέσει. Πώς είναι δυνατόν να θυσιάζεις τα πάντα, στο όνομα του οτιδήποτε και να αφήνεις εν πλήρη συνειδήσει πίσω σου μια νέα γυναίκα μονάχη με τρία μικρά παιδιά να παλεύει;

Το αναπόφευκτο τραύμα

Η απώλεια ενός συγγενή, πόσω μάλλον δε με έναν τόσο σκληρό αλλά και αυτοθυσιαστικό τρόπο, είναι ένα τραύμα που κληρονομείται και αναπόφευκτα σε καθοδηγεί ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνεις.

Συνεχίζει να υπάρχει όσο υπάρχεις και το αφηγείσαι ή επιλέγεις να σιωπάς γι’ αυτό. Το λέει και η νευροεπιστήμη, επιβεβαιώνει και η επιγενετική: Τα βιώματα αφήνουν ίχνη στη βιολογία μας, επηρεάζουν το DNA μας. Μέσα από τα οικογενειακά μοτίβα το τραύμα μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.

Η Ελλάδα, ιστορικά είναι μια χώρα γεμάτη από τέτοιες δύσκολες μνήμες, πένθη, εντάσεις και (αυτο)θυσίες. Οι προσωπικές και συλλογικές μας εμπειρίες, οι αθέατες πληγές που φέρουμε είναι κομμάτι του χαρακτήρα μας. Αυτό, όμως δεν σημαίνει ότι στεκόμαστε αδύναμοι απέναντί του. Ο τρόπος που αντιδρούμε ψυχικά και συνειδησιακά απέναντι στο τραύμα, καθορίζει το πώς επιδρά σε εμάς και σε όσους το μεταφέρουμε.

Οι σχετικές έρευνες αναφέρουν πως τα παιδιά που γνωρίζουν τα δύσκολα βιώματα των προγόνων τους, διαθέτουν περισσότερη ψυχική ανθεκτικότητα σε σύγκριση με παιδιά που υποβλήθηκαν σε ένα αντίστοιχο περιβάλλον σιωπής.

Για πολλούς από εμάς διαμόρφωσε τις ιδεολογίες, τις πράξεις, το τι ορίζεται σαν δίκαιο και άδικο. Όπως πολλές/οί ακόμα, μεγάλωσα φέροντας από μικρή την ευθύνη ότι κάποιος πολύ κοντινός σε μένα άνθρωπος, ο παππούς μου, θυσίασε το «εγώ» του και το «εμείς» μας για το «όλον» στο οποίο πίστευε. Το τι θα έκανα με αυτή την πληροφορία, ήταν δική μου υπόθεση.

Αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή της οικογένειάς μας αν ο παππούς μου είχε πάρει άλλο δρόμο. Αν στο σενάριο δεν είχε επικρατήσει η τραγωδία και ο πρωτοφανής ηρωισμός, αλλά  μια- δύσκολη έστω- κανονικότητα. Πόσο διαφορετικοί θα ήμασταν όλοι μας, πόσο λιγότερο πληγωμένοι αλλά και λιγότερο περήφανοι.

Ίσως αυτή να είναι η ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που γεννιούνται ήρωες. Ίσως αυτή η στάση τους απέναντι στη ζωή και τον θάνατο να τους διαφοροποιεί από όλους εκείνους που καλούνται να σώσουν. Ίσως- ή μάλλον σίγουρα- έτσι να προχωράει ο κόσμος.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα