Στην Ελλάδα, όποιος θέλει μπορεί να δηλώσει ψυχοθεραπευτής. iStock

ΡΩΤΗΣΑΜΕ ΕΝΑΝ ΚΛΙΝΙΚΟ ΨΥΧΟΛΟΓΟ ΜΗΠΩΣ ΕΧΟΥΜΕ… ΥΠΕΡΨΥΧΑΝΑΛΥΘΕΙ

Ένας ειδικός ψυχικής υγείας διευκρινίζει πώς λειτουργεί η ψυχανάλυση/ψυχοθεραπεία και τα “εμπόδια” που υπάρχουν στην Ελλάδα, όπου όποιος θέλει μπορεί να δηλώσει ψυχοθεραπευτής.

Μια απορία για την τάση που παρατηρείται, παγκοσμίως, ως προς την προστασία της ψυχικής μας υγείας, οδήγησε στην επισήμανση μιας παράλειψης που υπάρχει στην Ελλάδα και μπορεί να στοιχίσει ακριβά.

Ο λόγος που αποταθήκαμε στον επίκουρο καθηγητή κλινικής ψυχολογίας, Πήλιο Δημήτρη Σταύρου, ήταν για να μας εξηγήσει μήπως από τη μηδενική επαφή των προηγούμενων γενιών, με το συναίσθημα (και την επικοινωνία του), το τραύμα και τις πληγές που μας αφήνουν βιώματα -και τις οποίες κουβαλάμε για πάντα, αφού δεν τις διαχειριζόμαστε-, oι τελευταίες γενιές έχουν περάσει στο άλλο άκρο: την υπερανάλυση και την υπερψυχοθεραπεία, που οδηγεί τελικά, στο ίδιο αποτέλεσμα: να μη μαθαίνουμε να υπάρχουμε σε ένα πλαίσιο ή να διαχειριζόμαστε τα αιφνίδια και τα αλλόκοτα αυτής της ζωής.

Στο άρθρο που έγραψε ο ειδικός, εξηγεί πώς λειτουργεί η δουλειά που κάνουμε με τον εαυτό μας και είναι άκρως απαραίτητη, ώστε να μπορούμε να αφήνουμε πίσω τα “βάρη”, όπως προχωράμε προς τα μπροστά.

Επισήμανε τους κινδύνους και μεταξύ αυτών, όπως γράφει είναι ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει θεσμική ρύθμιση της εξειδίκευσης στη ψυχοθεραπεία. Αυτή η εκκρεμότητα επιτρέπει την «παραψυχοθεραπεία».

Εξηγεί τι είναι αυτό και γίνεται σαφές πως ενώ -ως κοινωνία- έχουμε θέσει σε πρώτο πλάνο τη ψυχική υγεία, εξακολουθούμε να έχουμε ένα πρόβλημα με το πώς θα την προστατεύσουμε.

Σχετικό Άρθρο

«Έννοιες όπως το συναίσθημα ή το τραύμα ήταν πάντοτε ευρέως χρησιμοποιούμενες για να περιγράψουν το βίωμα των ανθρώπων και, ως εκ τούτου, αποτέλεσαν κεντρικό σημείο εστίασης επιστημών, κυριότερα της επιστήμης της ψυχολογίας.

Σήμερα, οι έννοιες αυτές βρίσκονται πράγματι στο προσκήνιο στις κοινωνικές μας συνδιαλλαγές, στον δημόσιο λόγο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και ευρύτερα.

Ο αναστοχασμός, η συζήτηση, και η θαρραλέα πολλές φορές δημόσια αυτοαποκάλυψη τραυμάτων μας (π.χ. το κίνημα #metoo) είναι αποτέλεσμα συλλογικών κινήσεων, καθώς και της εξοικείωσης των ανθρώπων με ψυχολογικές έννοιες και κάποιου μερικού αποστιγματισμού των προκλήσεων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζουμε όλες και όλοι μας.

Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έννοιες, όπως το τραύμα, η ψυχοθεραπεία, η ανάλυση και άλλες συναφείς, αν και χρησιμοποιούνται ευρέως με διάφορους τρόπους, στην πραγματικότητα αφορούν σε πολύ συγκεκριμένα πεδία και καταστάσεις.

Σε αυτό έχει παίξει ρόλο, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι πρόκειται για θέματα υγείας που προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού. Παράλληλα, όμως, αποτελούν θέματα για τα οποία γίνεται συχνά καταχρηστική, ανεύθυνη έως και επικίνδυνη χρήση από άτομα και φορείς που δεν έχουν την απαραίτητη επιστημονική και επαγγελματική κατοχύρωση, εκπαίδευση και εμπειρία (π.χ. οι πάσης φύσεως σύμβουλοι, coach, κ.λ.π.).

Στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε., η ψυχοθεραπεία ασκείται από επαγγελματίες ψυχικής υγείας (κυρίως ψυχολόγους, ψυχιάτρους και παιδοψυχίατρους) που έχουν εξειδικευτεί σε μία καταξιωμένη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση (π.χ. ψυχοδυναμική, γνωσιακή, συμπεριφορική, συστημική, κ.ά.).

Η εκπαίδευση είναι μακροχρόνια και συμπεριλαμβάνει την εποπτεία περιστατικών από έμπειρο ψυχοθεραπευτή, ενώ η διαδικασία της εποπτείας συνεχίζεται και μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, ως διά βίου μάθηση».

Το ερώτημα της Θρασκιά στον Γεωργιάδη -που έχει μείνει στο “διαβάστηκε”

Στη χώρα που ζούμε, δεν υπάρχει επίσημος, νομοθετικά κατοχυρωμένος μηχανισμός, δηλαδή ένας νόμος, μια υπουργική απόφαση ή ένα κρατικό μητρώο -πόσο μάλλον υποχρεωτική πιστοποίηση- ως προς το

  • ποιος μπορεί να ονομάζεται ψυχοθεραπευτής,
  • ποιες είναι οι ελάχιστες προϋποθέσεις εκπαίδευσης,
  • ποιος φορέας ελέγχει, πιστοποιεί και αναγνωρίζει τα προγράμματα εκπαίδευσης σε ψυχοθεραπεία και
  • υποχρεωτικοί κανόνες για επαγγελματική άδεια ειδικότητας. 

Τι υπάρχει;

Ο ψυχολόγος ρυθμίζεται από νόμο του 1979 (ν. 991/1979) και χρειάζεται πτυχίο ψυχολογίας και άδεια άσκησης επαγγέλματος από το ΣΕΨ (Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων).

Η ψυχοθεραπεία όμως, δεν είναι ξεχωριστή ρυθμιζόμενη ειδικότητα, από το κράτος. Αυτό σημαίνει πως, από το 2008 και μετά, ο οποιοσδήποτε, ακόμα και κάποιος δίχως το σχετικό πτυχίο, μπορεί να δηλώσει έναρξη επαγγέλματος στη ΔΟΥ, χωρίς ειδική κρατική έγκριση ή έλεγχο ποιότητας εκπαίδευσης.

Η τελευταία φορά που τέθηκε το θέμα στον υπουργό Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη ήταν το Δεκέμβριο του 2025 -μέσω ερώτησης της βουλευτού Ουρανίας Θρασκιά, στη Βουλή.

adonis

Η μόνη εξέλιξη που υπάρχει έκτοτε (η Βουλή συνήθως απαντά σε διάστημα από 30 έως 60 ημερών) είναι οι εξαγγελίες του περασμένου Ιανουαρίου, για Εθνικό Παρατήριο Ψυχοθεραπείας, στο πλαίσιο του ν. 5129/2024 (ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης). Όπως αναφέρεται ο στόχος είναι «η ενιαία εποπτείτα, η διαφάνεια και ο αυστηρός έλεγχος της επαγγελματικής κατάρτισης». 

Μένει να περάσουμε και από τα λόγια, στην πράξη.

Πώς μπορούμε να προφυλαχθούμε όσοι αναζητούμε έναν ψυχοθεραπευτή;

Ο κύριος Σταύρου συνεχίζει, εξηγεί πως «στην Ελλάδα, αφού δεν υπάρχει ακόμη θεσμική ρύθμιση της εξειδίκευσης στην ψυχοθεραπεία, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας που έχουν εκπαιδευτεί και την ασκούν, γίνονται μέλη Επιστημονικών Εταιρειών της αντίστοιχης ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης, οι οποίες είναι αναγνωρισμένες και συνδεδεμένες με Ευρωπαϊκές Εταιρείες.

Με αυτόν τον τρόπο, οι ψυχοθεραπευτές έχουν ως σημείο αναφοράς, παράλληλα με τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγέλματος τους, και τον αντίστοιχο κώδικα δεοντολογίας των Ευρωπαϊκών και Εθνικών Εταιρειών για την άσκηση της ψυχοθεραπείας.

Με βάση τους κώδικες δεοντολογίας, είναι υποχρέωση όσων παρέχουν υπηρεσίες ψυχοθεραπείας, να αξιολογήσουν κάθε φορά το αίτημα και τις ανάγκες κάθε θεραπευόμενου, προτείνοντας, όταν υπάρχει ένδειξη, μία θεραπευτική πορεία με διάρκεια ανάλογη με τη θεραπευτική προσέγγιση και κυρίως τους στόχους κάθε θεραπείας.

Η αξιολόγηση της θεραπευτικής διαδικασίας, της πορείας της και της θεραπευτικής σχέσης που αποτελεί βασικό στοιχείο σε κάθε ψυχοθεραπεία, οφείλει να γίνεται τακτικά και από κοινού με τον/την θεραπευόμενο/η».

Σχετικό Άρθρο

Ένα πρόβλημα που προκύπτει, κατά τον ειδικό είναι πως «στη διάρκεια μιας ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας ενέχεται ενίοτε ο κίνδυνος “τεχνικοποίησης” της θεραπευτικής εμπειρίας, όταν η εκμάθηση τεχνικών για καλύτερη “προσαρμογή” και “διαχείριση” μίας κατάστασης γίνονται αυτοσκοπός.

Με αυτόν τον τρόπο, το άτομο αποστασιοποιείται από το πρωτογενές βίωμα και απομακρύνεται από τη δική του εσωτερική ψυχική πραγματικότητα.

Η τάση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο της δυτικής ατομικιστικής κουλτούρας, η οποία συχνά προωθεί μία υπερελεγκτική ψευδή αίσθηση του εαυτού και δύναται να οδηγήσει σε υπερ-προσαρμοστικές τεχνικές διαχείρισης, όπου η ίδια η τεχνική γίνεται μέτρο επιτυχίας, εις βάρος της βαθύτερης ανακάλυψης μίας αυθεντικής σχέσης με τον Εαυτό.

Οπότε, σε αυτό το σημείο χρειάζεται προσοχή».

Ποιο είναι το ζητούμενο της ψυχοθεραπείας

«Βεβαίως, οι περισσότερες θεωρητικές σχολές ψυχοθεραπείας δεν στοχεύουν να καταστείλουν τη συναισθηματική έκφραση και τη συναισθηματική επεξεργασία.

«Αντιθέτως, στόχος κάθε ψυχοθεραπείας είναι να αντέξουμε το συναίσθημα χωρίς να μας κατακλύζει, προκειμένου σε δεύτερο χρόνο να μπορούμε να το επεξεργαστούμε και να το μοιραστούμε με τους οικείους μας με γόνιμο τρόπο».

Υπό αυτή την έννοια, ανάμεσα στη μηδενική σημασία, ή από την άλλη, τον καθ΄υπερβολήν έλεγχο και διαχείριση των συναισθημάτων, δεν μπορούμε να μιλάμε για “υπερψυχοθεραπεία και υπερανάλυση”, καθώς η ψυχοθεραπεία είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο και, όταν εφαρμόζεται ορθά και υπεύθυνα, είναι στην υπηρεσία του ατόμου, αντιθέτως από την “παραψυχοθεραπεία”, που ασκείται από συστηματικούς αντιποιητές των υπηρεσιών ψυχικής υγείας».

Πήλιος Δημήτρης Σταύρου είναι επίκουρος καθηγητής κλινικής ψυχολογίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Ψυχολογικής Συμβουλευτικής Φοιτητών του ΕΚΠΑ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην κατανόηση, πρόβλεψη και ανακούφιση ψυχολογικών διαταραχών ατόμων, οικογενειών και ομάδων με κοινό άξονα να αποτελεί ο εφηβικός και ο ενήλικος πληθυσμός.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα