ΟΛΟΙ ΘΥΜΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΤΙΜΟΝΙ: ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟΣΟ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΙ;
Η κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους της Αθήνας εντείνεται και μαζί της αυξάνονται το στρες, η ένταση και τα ξεσπάσματα θυμού στην καθημερινή οδήγηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια Ζωή Κρυώνη, μιλά στο NEWS 24/7 για την ψυχολογία της οδήγησης και την επιθετικότητα στον δρόμο.
Η καθημερινή μετακίνηση στους δρόμους της Αθήνας αποτελεί για χιλιάδες πολίτες μια αναπόφευκτη πραγματικότητα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η εμπειρία της οδήγησης στην πρωτεύουσα φαίνεται να γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική και ψυχολογικά φορτισμένη. Η αυξημένη κυκλοφοριακή συμφόρηση, οι μεγάλες καθυστερήσεις και η πίεση του χρόνου δημιουργούν ένα περιβάλλον έντασης, μέσα στο οποίο οι οδηγοί καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν στρες, εκνευρισμό και απρόβλεπτες συνθήκες.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα έχει πλέον λάβει σημαντικές διαστάσεις. Σύμφωνα με διεθνείς μετρήσεις κυκλοφορίας, ένας οδηγός στην Αθήνα χάνει κατά μέσο όρο περίπου 143 ώρες τον χρόνο στην κίνηση, δηλαδή σχεδόν έξι ολόκληρες ημέρες ακινητοποιημένος στο μποτιλιάρισμα. Παράλληλα, μια διαδρομή μόλις 10 χιλιομέτρων μπορεί να διαρκέσει πάνω από 30 λεπτά κατά μέσο όρο, ενώ στις ώρες αιχμής ο χρόνος αυτός ξεπερνά ακόμη και τα 39 λεπτά. Οι μέσες ταχύτητες στους δρόμους της πόλης συχνά πέφτουν κάτω από τα 16 χλμ./ώρα, γεγονός που αποτυπώνει το μέγεθος της συμφόρησης και της καθημερινής ταλαιπωρίας για τους οδηγούς.
Την ίδια στιγμή, η αύξηση των μετακινήσεων, η εξάρτηση από το ιδιωτικό αυτοκίνητο αλλά και η περιορισμένη χωρητικότητα του οδικού δικτύου δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο συμφόρησης. Αναλύσεις συγκοινωνιολόγων δείχνουν μάλιστα ότι οι μετακινήσεις στην Αττική αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια, γεγονός που προμηνύει ακόμη μεγαλύτερη πίεση στο ήδη επιβαρυμένο κυκλοφοριακό σύστημα της πόλης.
Μέσα σε αυτή την καθημερινότητα, ο δρόμος δεν είναι απλώς ένας χώρος μετακίνησης αλλά συχνά μετατρέπεται σε πεδίο έντασης, όπου η κούραση, η βιασύνη και η ματαίωση μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε εκνευρισμό ή επιθετικές αντιδράσεις. Η σχέση ανάμεσα στην κυκλοφοριακή πίεση και την ψυχολογική κατάσταση των οδηγών αποτελεί πλέον αντικείμενο συζήτησης και επιστημονικού ενδιαφέροντος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, Ζωή Κρυώνη μιλά στο NEWS 24/7 για την ψυχολογία της οδήγησης, τους λόγους που ο θυμός εκδηλώνεται τόσο εύκολα πίσω από το τιμόνι και το πώς οι κοινωνικές και καθημερινές πιέσεις επηρεάζουν τη συμπεριφορά των οδηγών στους δρόμους της Αθήνας.
ΖΩΗ ΚΡΥΩΝΗ: ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟΣΟ ΘΥΜΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ;
“Η οδήγηση αποτελεί μία ακόμα κοινωνική έκφανση του συνυπάρχειν και ως τέτοια διέπεται από βασικούς ρητούς ή/και άρρητους κανόνες όπως ακριβώς οποιαδήποτε άλλη κοινωνική συνθήκη απαιτεί τη συνύπαρξη- αν όχι συνεργασία- των μελών της. Η συνύπαρξη μας λοιπόν ως οδηγοί και ως πεζοί σε μία πόλη που τα ποσοστά δείχνουν ότι το κυκλοφοριακό της σύστημα πνέει τα λοίσθια, με τον μέσο οδηγό να ξοδεύει περίπου 6 μέρες ετησίως στην κίνηση και τον μέσο χρήστη ΜΜΜ να ξοδεύει άλλες τόσες μόνο στην αναμονή των μέσων, προβλέπεται δύσκολη. Ωστόσο, η συμπεριφορά μας σε μία εξ ορισμού στρεσογόνα συνθήκη καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, που ελάχιστα σχετίζονται με τη στάση μας απέναντι στο θέμα. Άλλωστε όλοι γνωρίζουμε- ή έστω είναι αναγκαίο- τις βασικές διατάξεις του ΚΟΚ και ταυτόχρονα τους βασικούς κανόνες κοινωνικής επίδειξης. Αυτό ωστόσο παρέχει μικρή προβλεπτική ισχύ για την πιθανότητα εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς. Εν ολίγοις, το ότι γνωρίζω τον κανόνα, δε σημαίνει ότι θα τον εφαρμόσω. Αντίθετα, οι έρευνες ορίζουν τον θυμό κατά την οδήγηση ως ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς (Zhang,T.&Chan, A.H.S., 2016).
Όμως αρχικά ας ορίσουμε τι σημαίνει και τι συνεπάγεται η επιθετική συμπεριφορά κατά την οδήγηση.
Ουσιαστικά πρόκειται για συμπεριφορές που σκοπό έχουν να εκφοβίσουν, να πιέσουν και να προκαλέσουν τους άλλους, όπως για παράδειγμα το κορνάρισμα, η χρήση του οχήματος για πίεση του άλλου οδηγού συνήθως με τη μείωση της απόστασης που διατηρεί πίσω του, οι βρισιές και οι χειρονομίες, οι παράνομες προσπεράσεις αλλά και ο διαπληκτισμός. Οι επιθετικές αυτές συμπεριφορές σχετίζονται με πρόκληση ατυχημάτων, υψηλότερη ταχύτητα και περισσότερα λάθη στην οδήγηση (Su,Z.et.al., 2023).
Ο βασικός προβλεπτικός παράγοντας για την εκδήλωση επιθετικών συμπεριφορών λοιπόν είδαμε ότι είναι ο θυμός. Ωστόσο, είναι χρήσιμο να σταθούμε σε αυτό και να δούμε τη θέση του θυμού στο ατομικό και κοινωνικό βίωμα. Ο θυμός είναι ένα από τα βασικά συναισθήματα και για πολλούς το ευκολότερα προσβάσιμο συναίσθημα. Η οδηγική μας συμπεριφορά ταυτόχρονα είναι μία ακόμα έκφανση του εαυτού μας, δηλαδή το πώς συμπεριφέρομαι ως οδηγός, το πώς είμαι μέσα στο αυτοκίνητο, δεν είναι άσχετο με το πώς είμαι έξω από αυτό. Άρα τα ατομικά μας χαρακτηριστικά παίζουν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη διαχείριση και εντέλει εκδήλωση του θυμού. Μερικά από τα βασικότερα είναι η αυτορρύθμιση, δηλαδή η ικανότητά μας να ρυθμίζουμε και να διαχειριζόμαστε το συναίσθημα, η προσαρμοστικότητα και η ενσυναίσθηση αλλά και τα αντικοινωνικά στοιχεία προσωπικότητας (ναρκισσισμός, περιφρόνηση κανόνων, παρορμητικότητα, ευερεθιστότητα κ.α.), τα οποία όταν ενυπάρχουν και ενεργοποιούνται συνδέονται με την εμφάνιση επιθετικών συμπεριφορών (Love, S.&Nicolis, M., 2025).
Ωστόσο είναι σημαντικό να σταθούμε στην έκφραση θυμού ως απόκριση στη ματαίωση. Η ανοχή στη ματαίωση, δηλαδή το κατά πόσο μπορώ να ανεχτώ και να διαχειριστώ καταστάσεις που μου προξενούν δυσάρεστα συναισθήματα, είναι ένα ακόμα ατομικό χαρακτηριστικό, το οποίο ταυτόχρονα όμως έχει και πολιτισμικές διαστάσεις. Ο θυμός για πολλούς αποτελεί την αυτόματη αντίδραση στη ματαίωση και νομίζω ότι ως κοινωνία προοδευτικά μαζί με το εύρος συγκέντρωσής μας χάνουμε και την ικανότητά μας να ανεχόμαστε τη ματαίωση. Επομένως πέρα από τα ατομικά χαρακτηριστικά, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και την κοινωνική θέση του θυμού. Ζούμε στην εποχή της άμεσης ικανοποίησης αναγκών, της υπερπληθώρας ερεθισμάτων και επιλογών. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής δεν προωθεί την υπομονή, τη διαχείριση, την ανθεκτικότητα, τη λογική «μένω και βιώνω το συναίσθημα» όσο μάλλον τη λογική της βιασύνης, της επιβολής και εντέλει της μη ανοχής του συναισθήματος.
Μια τέτοια κοινωνία δε γίνεται να μη βιώνει θυμό.
Παράλληλα, εκτός από τα ατομικά χαρακτηριστικά μας και τη θέση του θυμού στο ατομικό αλλά και κοινωνικό βίωμα, δε γίνεται να παραλείψουμε και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, η συμβολή των οποίων είναι σημαντική στη συναισθηματική μας κατάσταση. Όταν οι συνθήκες είναι δυσμενείς και τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι ένας στους τέσσερις βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, ενώ περίπου το 67% των Ελλήνων δυσκολεύεται οικονομικά (Eurostat, 2025), είναι αναμενόμενο το άτομο να βιώνει σταθερό οικονομικό στρες και διαρκή ματαίωση. Ταυτόχρονα κυριαρχεί αίσθημα χαμηλής εμπιστοσύνης στους θεσμούς, το οποίο δημιουργείται αναπόφευκτα σε κοινωνίες όπου η διαφθορά είναι υψηλή. Τα στοιχεία αυτά συνδέονται άμεσα και με την εκδήλωση επιθετική συμπεριφοράς στην οδήγηση, κατά την οποία είναι απαραίτητη η εμπιστοσύνη, ο σεβασμός κανόνων και η αυτοσυγκράτηση. Σε μία κοινωνία που διέπεται από χαμηλή κοινωνική εμπιστοσύνη, αίσθημα αδικίας και ατιμωρησίας είναι αναμενόμενο το άτομο να εκδηλώνει θυμό και επιθετικότητα (Shinar, D., 1998).
Ο θυμός αυτός, ο οποίος δεν τυγχάνει επεξεργασίας και διαχείρισης και μοιάζει να μην έχει καθορισμένες αιτίες αλλά είναι σαν να πηγάζει εσωτερικά, δημιουργεί ένταση.
Σε συνδυασμό με το στρες, τα επίπεδα του οποίου επίσης είναι υψηλά, παράγει ένα αρνητικό «μάγμα» το οποίο θα αναζητά αφορμές να εκχυθεί. Η πολύωρη αναμονή στην κίνηση, η ένταση στους δρόμους και τα ΜΜΜ, οι αναπάντεχες καθυστερήσεις και ο συνωστισμός δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για να «εκραγεί το ηφαίστειο» του θυμού μας.
Εξετάζοντας επομένως την οδηγική μας συμπεριφορά έχει ενδιαφέρον να αναφερθούμε και σε ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα στον τομέα της κοινωνικής ψυχολογίας- του κλάδου που μελετά πώς σκέφτεται, αισθάνεται και πράττει το άτομο βάσει της νοητής ή φυσικής παρουσίας των άλλων- σχετικά με την πιθανότητα εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς. Σύμφωνα με ένα κλασικό πείραμα πεδίου (Ellison&al., 1995) τα άτομα είναι πιο πιθανό να εκδηλώσουν επιθετική συμπεριφορά όταν νιώθουν ότι η ταυτότητά τους είναι λιγότερο ορατή ή ότι δε θα λογοδοτήσουν προσωπικά. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται αποεξατομίκευση/ αποατομικοποίηση (deindividuation) και μεταξύ άλλων φαίνεται να εμφανίζεται ιδιαίτερα και στην ψυχολογία της οδήγησης, αφού έχει φανεί ότι τα ίδια άτομα έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν επιθετική συμπεριφορά κατά την οδήγηση παρά όταν περπατούν, ποδηλατούν ή αλληλεπιδρούν προσωπικά. Άρα το πλαίσιο της οδήγησης εν γένει μέσω της ανωνυμίας και της απουσίας προσωπικής λογοδοσίας, βοηθά στην ευκολότερη έκφραση της επιθετικότητας.
Παρόλα αυτά, ενώ η ψυχολογική διάσταση σαφώς είναι το κλειδί για την κατανόηση και την ερμηνεία του φαινομένου, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αφήσουμε εκτός τα αντικειμενικά κυκλοφοριακά δεδομένα, τα οποία μιλούν για μία σταθερή αύξηση της κίνησης στους δρόμους της Αθήνας μετά την πανδημία. Ταυτόχρονα, η ανεπαρκής κάλυψη των μετακινήσεων από τις συγκοινωνίες και η επακόλουθη εξάρτηση από το ιδιωτικό μέσο μεταφοράς τροφοδοτούν τον φαύλο κύκλο. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κίνηση όχι μόνο έχει αυξηθεί αλλά εκτιμάται ότι θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη διάρκεια διαδρομών, μεγαλύτερες αναμονές και καθυστερήσεις αρά και μεγαλύτερη ματαίωση. Το άτομο όντως βιώνει μία αντικειμενικά πιεστική και στρεσογόνα συνθήκη, η οποία καθιστά τη λήψη άμεσων και δραστικών μέτρων από τις αρμόδιες αρχές κάτι παραπάνω από αναγκαία.
Καταλήγοντας, διαπιστώνουμε ότι η επιθετικότητα στους δρόμους της Αθήνας δεν είναι καινούργιο φαινόμενο αλλά, βάσει του δεδομένου αύξησης της κυκλοφοριακής συμφόρησης, αυξανόμενο. Η κατανόηση των ψυχολογικών και ατομικών παραγόντων δεν υποβαθμίζει την ευθύνη των αρμόδιων αρχών για την επίλυση του προβλήματος, το αντίθετο μάλιστα. Το άτομο ζει, αισθάνεται και δρα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο στην προκειμένη μοιάζει να είναι τουλάχιστον συναισθηματικά εξαντλητικό και γι’ αυτό δε χρειάζεται απαραίτητα επιστημονική τεκμηρίωση, αρκεί να διασχίσει κάποιος πρωί καθημερινής τον Κηφισό.”
* Η Ζωή Κρυώνη είναι Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, απόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ειδικευόμενη στην Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία στην Εταιρεία Γνωσιακών Συμπεριφοριστικών Σπουδών.