Οι Gorillaz νεκρούς ανασταίνουν, στον πλανήτη Morrissey υπάρχει ζωή;
Διαβάζεται σε 11'
Ο Παναγιώτης Μένεγος κάθε εβδομάδα τεντώνει τα αυτιά του. Προτείνει καινούριους ή ξεχασμένους δίσκους, βλέπει μουσικά ντοκιμαντέρ, ακούει podcasts και διαβάζει μουσικά βιβλία.
- 12 Μαρτίου 2026 07:54
Με διαφορά μιας δεκαετίας διαφορά αποτέλεσαν κραταιά βρετανικά εξαγώγιμα προϊόντα κι εμβλήματα. Steven Patrick Morrissey και Damon Albarn, frontmen των Smiths και των Blur, θα έχουν πάντα στις αποσκευές τους ένα σημαντικό κομμάτι των 80s και 90s αντίστοιχα.
Αλλά δεν έμειναν εκεί. Οι μουσικοί βίοι τους αποδείχθηκαν περιπετειώδεις κι εκτός των συγκροτημάτων με τα οποία αναδείχθηκαν. Το ατέλειωτο saga της σόλο καριέρας του Morrissey και τα αμέτρητα πρότζεκτ που στήνει και ξεστήνει ο Albarn του κρατάνε στην επικαιρόητα.
Τις τελευταίες δύο εβδομάδες είχαμε τις επιστροφές. Ο Moz με το 14ο σόλο άλμπουμ του κι ο Albarn διευθύνοντας άλλη μια επιχείρηση των Gorillaz. Για να δούμε…
Gorillaz, The Mountain
(Kong, 2026)
Βλέπεις τα credits του άλμπουμ. Πολλές συνεργασίες. Τυπικοί Gorillaz, η καρτούν μπάντα που γέννησαν λίγο πριν εκπνεύσει ο 20ος αιώνας τα δημιουργικά μυαλά του Damon Albarn (ακριβώς πριν ανέβει στην κορυφή του 13 με τους Blur) και του κομίστα Jamie Hewlett (συνδημιουργό του Tank Girl) άλλωστε το συνηθίζει. Να βασίζεται στους καλεσμένους για να εκπληρώνει τις βόλτες που κάνει ο Albarn στην επικράτεια του hip hop και του trip hop, να ανακουφίζει τις soul-funk ανησυχίες του, να εκτελεί τα πειράματά του με την electronica.
Διαβάζεις τα ονόματα των συνεργατών. O σπουδαίος ηθοποιός και σκηνοθέτης Dennis Hopper, ο Bobby Womack με την αξεπέραστη φωνή, ο David Jolicoeur των απίθανων De La Soul, ο θρυλικός ντράμερ Tony Allen, o Proof των D12, ράπερ από το Ντιτροιτ και φίλος του Eminem, και ο πιο αγαπημένος μας γκρινιάρης όλων των εποχών, ο Mark. E. Smith των Fall από το Μάντσεστερ.
Κάτι δεν πάει καλά. Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα; O Hopper πέθανε το 2010, ο Womack to 2014, o Jolicoeur το 2023, ο Allen το 2020, ο Smith το 2018 και ο Proof δολοφονήθηκε πριν ακριβώς είκοσι χρόνια, τον Απρίλιο του 2006. Τι κάνει ο Damon Albarn στο ένατο άλμπουμ του virtual γκρουπ με το οποίο θα μας επισκεφτεί για πρώτη φορά φέτος το καλοκαίρι, στο SNF Nostos x Release, στο live που έγινε πιο γρήγορα από κάθε άλλο sold out για φέτος το καλοκαίρι (αν εξαιρέσουμε τους Metallica); Νεκρούς ανασταίνει;
Μπορεί και ναι. Πάντως, όντως, ο θάνατος είναι η κεντρική ιδέα του δίσκου. Albarn και Hewlett έχασαν αμφότεροι τους μπαμπάδες τους πρόσφατα, “the hardest thing is to say goodbye to someone you love” ψιθυρίζει σαν μάντρα πίσω από έναν τοίχο από εφέ στο “Orange County”.
Όμως το The Mountain δεν είναι ένας πένθιμος δίσκος αποχαιρετισμού. Το άλλο κέντρο βάρους των 15 κομματιών είναι η Ινδία: ηχητικά, με το σιτάρ που κάνει διαρκώς την εμφάνισή του (παιγμένο από την Anoushka Shanker, κόρη του legend Ravi που έμαθε το όργανο στον George Harrison, άρα στους Beatles, άρα στη Δύση), με φλάουτα και με άλλους μουσικούς από την ινδική σκηνή, αλλά και με την παρουσία των Asha Puthli και Asha Bhosle να υπογραμμίζει την επιρροή (στα 81 και 93 τους αντίστοιχα, η πρώτη χιλιοσαμπλαρισμένη και δημιουργός πριν ακριβώς 50 χρόνια του ιστορικού “Space Talk”, η δεύτερη στυλοβάτης του Bollywood έχοντας ηχογραφήσει πάνω από 12.000 τραγούδια στην καριέρα της).
Φυσικά, δεν είναι οι μόνοι guests. Εκτός από τα outtakes των ιερών τεράτων που έχουν φύγει από τη ζωή κι ο Albarn έβγαλε από το σεντούκι του, εκτός από τους ινδούς all-stars, από το άλμπουμ περνάνε οι Sparks, ο Johnny Marr (κάποτε κιθαρίστας των Smiths και πάντοτε party pooper των ονείρων για επανένωση), ο Paul Simonon (μπασίστας των Clash και αιώνια επιτομή του cool), οι IDLES, o Gruff Rhys των ουαλών Super Furry Animals, ο Black Thought των Roots και τόσοι άλλοι, ανεβάζοντας σε πάνω από 100 τον συνολικό αριθμό των Gorillaz φιλοξενούμενων σε αυτά τα εννιά άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει από το 2001 και μετά.
Όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι περίπου αυτοεκπληρούμενη προφητεία το αποτέλεσμα να καταλήξει άνισο,. Μετά τους δύο πρώτους δίσκους (και κυρίως το υπέροχο Demon Days του 2005), οι Gorillaz έχουν πάντα την ευχή των φοβερών στιγμών (π.χ. το “Oil” με τη Stevie Nicks πριν τρία χρόνια) και την κατάρα τα άλμπουμ τους ως σύνολο να ακούγονται κάπως «μικρότερα» του αθροίσματος των κομματιών τους.
Μάλλον το ίδιο συμβαίνει και με τη συνοχή στο The Mountain, αλλά μην απομακρύνεστε. Η ράθυμη μελαγχολία, πότε γυμνή και πότε πίσω από vocoder, με την οποία ο Albarn μιλάει στην ψυχή μας εδώ και 35 χρόνια είναι εκεί. Οταν μάλιστα μπλέκεται με το σιτάρ, τις κιθάρες του Marr και το ραπ του Black Thought, προκύπτουν μικρά αριστουργήματα σαν το “The Empty Dream Machine” ή «γεμάτα», «στρογγυλά» ραδιοφωνικά singles σαν το “Happy Dictator” με τους Sparks. Το ινδικό φίλτρο λειτουργεί πιο συχνά απ’ ότι όχι, το “Damascus” με Omar Souleyman και Yasiin Bey (aka Mos Def) είναι η arab στιγμή που παίχθηκε πρώτη φορά στη συναυλία υπέρ της Παλαιστίνης πριν λίγους μήνες στο Γουέμπλεϊ, το “The God of Lying” με τους IDLES ένας low key φόρος σεβασμού στους Specials.
Τους περιμένουμε στην Αθήνα. Για ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα. Έξτρα πόντοι αν ο Damon σκάσει με τον κομαντάντε μπερέ, με τον οποίο εμφανίστηκε το περασμένο Σάββατο για πρώτη φορά στην καριέρα του στο SNL…
Morrissey, Make-Up Is A Lie
(Sire, 2026)
Κανείς δεν πρόκειται να το ακούσει με «καθαρά» αυτιά. Έτσι κι αλλιώς, όσους αφορά την ξέρουν την περίληψη των προηγουμένων.
O Moz βάζει ένα ολόκληρο έτοιμο άλμπουμ στο ράφι όταν τον παρατάει η Capitol, o Moz μένει χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο, ο Moz σαν άλλος Καζαντζιδης στα στερνά γκρινιάζει στο σύννεφο για τις σκοτεινές δυνάμεις που τον βγάζουν από το παιχνίδι, ο Moz παίζει με τον Marr το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι όσον αφορά πιθανή επανένωση των Smiths (ενόσω αποκαλύπτεται γύρω τους το χρυσωρυχείο του Oasis reunion), o Moz ακυρώνει για κάθε πιθανό κι απίθανο λόγο τις συναυλίες του, ο Moz φοβάται μην τον σκοτώσουν-παθαίνει κρίσεις πανικού-κουράζεται κι εγκαταλείπει, ο Moz μας στήνει δύο φορές μέσα σε μια χρονιά στην Αθήνα, ο Moz ανοίγει το κουτάκι με τις εκπλήξεις και λέει τη μία την μπούρδα μετά την άλλη. (Δεν είναι το θέμα μας εδώ, δεν διεκδικώ και κανένα μονοπώλιο στην αλήθεια της Moz διερμηνείας, αλλά δεν πιστεύω ότι ο Morrissey έγινε ξαφνικά φασίστας κι ακροδεξιός στα γεράματα. Έγινε όμως irrelevant, κι αυτό δεν μπορεί ούτε να το αντέξει, αλλά ούτε και να το κερδίσει με τις κουταμάρες.)
Όχι ότι είχε και κανένας αμφιβολία, αλλά η πρώτη στροφή στο πρώτο άλμπουμ μετά από έξι χρόνια (ευχαριστούμε Sire που ξαναδέχθηκες τον άσωτο υιό) είναι “I wanna move away from those who stare at screens all day/ I wanna speak up and do not be trapped by censorship” («θέλω να απομακρυνθώ από αυτούς που κοιτάνε οθόνες όλη μέρα/ θέλω να τα πω και να μην παγιδευθώ από τη λογοκρισία»).
ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΑ ΠΩ, officially in his Άκης Πάνου era. Αλλά αυτό, ότι θες να τα πεις, το ξέραμε, τι έχεις να μας πεις όμως;
Σε αυτήν την αντεπίθεση που, όπως κάθε αυθεντική ντίβα έτσι κι ο Moz, ψάχνει εδώ και πολύ καιρό, έχει ένα ντεζαβαντάζ. Ούτε το πλαίσιο είναι relevant. Οι πιτσιρικάδες έχουν τους νέους τους ηρωες, έχουν τους κάθε λογής Fontaines να αποχυμώνουν το δράμα της νεότητας. Ο Moz, ως old wave, βασικά τους είναι αδιάφορος – δεν έχουν κοκκαλώσει κάποια στιγμή ακούγοντας το “How Soon Is Now?” ή βάλτε όποιο άλλο θέλετε, ακόμα κι από τη σόλο καριέρα του (αυστηρά όμως μέχρι το Ringleader of the Tormentors που -feeling old yet?- κυκλοφόρησε είκοσι ολόκληρα χρόνια πριν). Κι εμείς που έχουμε κοκκαλώσει, μουδιάσει, ανατριχιάσει και πάλι από την αρχή, το θέλουμε, το προσπαθούμε, το έχουμε ξαναπάθει μια φορά όταν επανήλθε με το You Are The Quarry το 2004 αλλά…αλλά μόλις έγραψα 2004.
Στο εναρκτήριο “You’re Right, It’s Time”, είπαμε, o Μοz θέτει το πλαίσιο. Στο ομώνυμο “Make-Up Is a Lie”, εντάξει δεν κοβόμαστε κιόλας με την φλαμένκο εισαγωγή (ή μήπως είναι μπουζούκι;), αλλά ο ίδιος σαν πάρα-πολύ-καμπάνα δεν ακούγεται; Τι να (του) έχει κάνει άραγε ο βετεράνος Joe Chiccarelli στην παραγωγή; Τι μας κρύβουν; Παιδιά του είμαστε όλοι, άλλωστε, ψοφάμε για θεωρίες συνωμοσίας, γιατί όχι και τεχνητής νοημοσύνης; Ώσπου έρχεται το “Notre Dame” και πάνω από ένα ήπιο electro, ο Moz τραβάει το ρρρρ στο Notrrreee και διατυμπανίζει ότι «δε θα μείνουμε σιωπηλοί» σχετικά με ό,τι έγινε στην Παναγία των Παρισίων – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Eδώ έχουμε κάτι όμορφο, ειδικά κιόλας έτσι όπως διολισθαίνει προς την disco, νάτες και οι κιθάρες στο δεύτερο μισό. Τώρα όμως διαβάζω ότι το κομμάτι είναι μάλλον ένα νεύμα προς τις θεωρίες συνωμοσίας ότι το κάψιμο της Νοτρ Νταμ ήταν δουλειά ισλαμιστών τρομοκρατών και, ειλικρινά, δε θέλω να διαβάσω περισσότερα…
…Γιατί “the more you ignore him, the closer he gets”, όπως λέει και το έξυπνο Smiths λογοπαίγνιο της (θετικής) κριτικής του SPIN. Όσο τον αγνοούμε όντως μας πλησιάζει, για τους λάθος λόγους όμως. Κάποτε, για τη γενιά που άκουσε Smiths σε ζωντανή μετάδοση, ήταν ένα σημείο αναφοράς που δεν εντασσόταν απλά στην ποπ δίαιτα αλλά την όριζε κιόλας με διαβάσματα, ταινίες και πολιτικές δηλώσεις που πραγματικά ταρακουνούσαν ή έστω ενέπνεαν. Τώρα πολύ θα ήθελα να ξέρω τι διαβάζει, τι βλέπει, αλλά κυρίως που τα βρίσκει όλα αυτά που διαμορφώνουν πια την εικόνα του για τον κόσμο.
Είναι όλο και πιο φανερό, δίσκο με τον δίσκο, ότι αυτήν την επαφή ο Moz την έχει χάσει. Κάπου μεταξύ του ego trip, ενός ανεξήγητου παράπονου ότι δεν δικαιώθηκε/αναγνωρίστηκε (ποιος αυτός, αν είναι δυνατόν;) και της έλλειψης ενός στιβαρού συνθέτη δίπλα του να κρατάει τα μπόσικα. Πέρα από κάποια singles-φωτοβολίδες, οι δουλειές του εδώ και πολύ καιρό δεν έχουν αυτά τα «δεύτερα κομμάτια» που τους έδιναν βάθος. Πόσο λείπει κι από το φετινό άλμπουμ ένα “Life Is A Pigsty” ή ένα “The Youngest Was The Most Loved”; Αντίθετα, παίρνουμε κάτι ανεκδιήγητες ρίμες Amazona-Arizona, τους συνήθεις αυτοβιογραφικούς παλιμπαιδισμούς (“Zoom Zoom Little Boy”), μια επίσης αυτοβιογραφική, τρυφερή μα και κάπως αμήχανη ωδή στον θρυλικό μουσικοκριτικό Lester Bangs, κι όταν -επιτέλους- τελειώνει το δράμα ένα πολύ όμορφο και γλυκό τραγούδι (“The Monsters of Pig Alley”) που κλείνει τον δίσκο.
Η αντεπίθεση αναβάλλεται, η λύτρωση ούτε καν. Αλλά, ρε άνθρωπε, μη μας στήσεις κι άλλη φορά, είναι αληθινό vasanistirio…