ΚΩΣΤΑΣ ΓΟΥΡΝΑΣ: ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ “ΜΑΥΡΟ” ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΑΛΛΑ ΚΑΘΑΡΣΗ
Στο τρίτο του βιβλίο ο Κώστας Γουρνάς- πρώην μέλος του Επαναστατικού Αγώνα- εξετάζει το ζήτημα της βίας και την αναγκαιότητα της αντίστασης σε ένα εφιαλτικό μέλλον.
Μετά την αποφυλάκιση του ένα μέλος μίας ένοπλης οργάνωσης καταφεύγει σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης. Εκεί, ενώ προσπαθεί να βρεί την γαλήνη, συναντάει τον γιο ενός παρολίγον θύματος του και τον κατακλύζουν οι αναμνήσεις από μία πολυτάραχη ζωή. Αυτή είναι πάνω κάτω η ιστορία που εκτυλίσσεται στη νέα νουβέλλα του Κώστα Γουρνά «Το Μαύρο» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια).
Ο αναρχικός Κώστας Γουρνάς ήταν τριάντα χρονών όταν συνελήφθη το 2010 για συμμετοχή στην οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας. Στη δίκη που ακολούθησε ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή του στην οργάνωση και βρέθηκε στη φυλακή για επτάμιση χρόνια. Μετά την αποφυλάκιση του εκδόθηκε το βιβλίο του «Η Βαρύτητα στο ή» (Εκδόσεις των Συναδέλφων- 2016) ένα αλληγορικό μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τις εμπειρίες του στην οργάνωση και το «Ω Γλυκύ μου Έαρ» (Εκδόσεις των Συναδέλφων -2017) ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα όπου δύο στρατιώτες που επιστρέφουν από έναν Ελληνοτουρκικό Πόλεμο διαλογίζονται για την έννοια του πατριωτισμού, τον πόλεμο και τον θάνατο.
Η νέα του νουβέλα -αφιερωμένη στους τρείς γιούς του- είναι διαφορετική. Ο ήρωας κινείται σε μία πηχτή μαύρη πραγματικότητα, αυτοεξόριστος σε ένα μικρό χωριό στον Μυλοπόταμο και δεν επιθυμεί παρα μόνο την ηρεμία. Μόνο που η εικόνα ενός ξένου, ξυπνάει τις παλιές μνήμες του αγώνα.
Γιατί όμως μαύρο; «Το εξώφυλλο τα εξηγεί όλα. Το έχει φτιάξει μία φίλη μου εικαστικός -όπως και τα δυο προηγούμενα- και μπορείς να δεις ότι ο ήρωας αντικρύζει μόνο το σκοτάδι, συμπαγής σαν μία μαύρη τρύπα που δεν περνάει τίποτα. Αλλά η συγγραφή του βιβλίου αφήνει μία φωτεινή ρωγμή, κάτι φλογερό που κρύβεται μέσα σου. Το μαύρο συσσωρευόταν και κάποια στιγμή έκανε μία έκρηξη».
Γιατί θέλησες να γράψεις μία τέτοια νουβέλλα σαν το «Μαύρο» αρκετά μπερδεμένη και σκοτεινή;
Είναι λογικό, νομίζω, να μπερδεύει αρκετά το βιβλίο αν και δεν σκόπευα κάτι τέτοιο. Καταρχήν είναι μικρό –το πιο μικρό από τα τρία- και «μαύρο», στα όρια του κατάμαυρου θα έλεγα.
Επίσης, εκδόθηκε σε μία εποχή εξίσου κατάμαυρη, ίσως την πιο μαύρη εδώ και ογδόντα χρόνια. Ίσως ακόμη γιατί υπήρξε εδώ και χρόνια μία εκδοτική –και όχι μόνο- αφωνία μου που δε βοήθησε.
Νομίζω ότι μπερδεύει ακόμα γιατί υπάρχει και ένα στερεότυπο για το πώς εμφανίζονται και εκφράζονται όσοι έχουν διατελέσει μέλη σε ένοπλες οργανώσεις και γενικότερα οι αγωνιστές. Αυτό το αφήγημα θέτει ένα πλαίσιο αυστηρά πολιτικό, δίχως ίχνος προσωπικού τσαλακώματος ή ενδείξεις αδυναμιών και αντιφάσεων. Ένα τέτοιο αφήγημα, όπου όλα είναι υπό έλεγχο και το παρόν και το μέλλον ατενίζονται με την προσήκουσα «επαναστατική» αισιοδοξία, δεν νομίζω ότι έχει να προσφέρει μακροπρόθεσμα πολλά στην υπόθεση του αγώνα, παρά ίσως μια πρόσκαιρη έμπνευση.
Για μένα όσο πιο ειλικρινής είσαι απέναντι σε εκείνους που απευθύνεσαι είτε με μία προκήρυξη είτε με ένα λογοτεχνικό βιβλίο -χωρίς αυτά σε καμία περίπτωση να μπαίνουν σε αντιδιαστολή- τόσο περισσότερο κερδίζει η ίδια η υπόθεση του αγώνα σε εκτίμηση και κύρος. Και το κύρος ιστορικά ήταν πάντοτε μία τεράστια άυλη προστιθέμενη αξία για όλα τα πολιτικά κινήματα.
Είναι κάποιου τύπου απολογία, μία επιστολή που νιώθεις ότι οφείλεις στα παιδιά σου;
Το «Μαύρο» δεν είναι απολογία σε κανέναν. Ούτε επί της ουσίας και ούτε προσπαθώντας να υποκρύψει κάτι τέτοιο εφευρίσκοντας ένα παιχνιδι με τις λέξεις. Άλλωστε σε κάποιο σημείο του βιβλίου ο ήρωας δηλώνει ρητά ότι όποιος ξέρει πως έχει το δίκιο με το μέρος του δε χρειάζεται να απολογηθεί για τίποτα. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι μία τέτοια ιστορία ή και όσα νιώθουμε οι δρώντες αυτής δεν πρέπει να εξηγούν όλα αυτά τα κατεξοχήν δύσκολα και πολύπλοκα ζητήματα. Πόσο μάλλον όταν οι αποδέκτες των εξηγήσεων αυτών είναι μικρά παιδιά ή έφηβοι. Και πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τα ίδια τα παιδιά που «τραυματίστηκαν» από μια απουσία χρόνων.
Τελικά το κομβικό ζήτημα για το οποίο θεώρησα ότι απαιτείται μία εξήγηση είναι εκείνο της βίας που μπορεί να καταλήξει ακόμα και στην αφαίρεση μιας ζωής. Σε αυτό το κομμάτι ήμουν πάντα της άποψης και ως πολιτικό ον και ως πατέρας ότι ο λόγος μας δεν πρέπει να έχει ως στόχο να φτιαξουμε οπαδούς, αλλά ανθρώπους με κριτική σκέψη.
Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο το όφειλα ειδικά στα παιδιά μου και πράγματι ήταν η αφορμή για να υπαρξει και στην πραγματικότητα μία τέτοια συζήτηση. Ωστόσο, επειδή θα ήταν σχεδόν έπαρση να θέλω να γράψω κάτι που να απευθύνεται οριακά σε τρία άτομα -τους γιους μου- αυτό που υπάρχει μέσα στο βιβλίο είναι κατεξοχήν πολιτικό με πολλές προεκτάσεις στην σκοτεινή εποχή που ζούμε.
Με μια πρόταση ο τίτλος και η σκοτεινιά της νουβέλας αυτής προέκυψε αβίαστα από το δύσκολο βίωμα που προέκυψε από την αποφυλάκιση κι έπειτα.
Γιατί προτίμησες να συμπυκνωσεις μία ιστορία από μόνη της σημαντική (μία απόπειρα εκτέλεσης ενός πολιτικού, την αυτοεξορία ενός αποφυλακισμένου και την προσπαθεια συμφιλίωσης με ένα βαρύ παρελθόν) σε τόσες λίγες σελίδες και με μία λιτή γραφή, ιδιαίτερα αν το συγκρίνει κανείς με το πρώτο σου βιβλίο που ήταν και ογκώδες και επεξηγηματικό;
Στα προηγούμενα δύο βιβλία μου και ειδικά στο πρώτο που είχα μηδενική εμπειρία στη λογοτεχνική συγγραφή, βοήθησε πολύ η πρόζα, ο διάλογος μεταξύ των ηρώων. Πρόσθεσε αρκετά στη ζωντάνια των έργων και στο ξεδίπλωμα των συναισθημάτων των ηρώων. Έκτοτε είχα αποφασίσει ότι το επόμενο βιβλίο -που η αλήθεια είναι ότι δε σκόπευα να αργήσει τόσο πολύ- θα βασιστεί αμιγώς στην διήγηση. Μια φόρμα που ήταν για μένα πρόκληση συγγραφικά.
Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι μια βασανισμένη ψυχή. Ταλαιπωρημένος όχι από τις πολιτικές του επιλογές και το αντίτιμο της φυλάκισης, αλλά από τις περιρέουσες παρενέργειες που αυτή προκάλεσε στο δικό του στρατόπεδο και ιδιαίτερα από τη στιγμή που το αντάμωσε ξανά ως ελεύθερος. Ο ήρωας αυτός -ανώνυμος και άλαλος στο βιβλίο- φέρεται να έχει στεγνώσει από συναισθήματα σύνδεσης με τους ανθρώπους. Αυτός είναι και ο πρώτος λόγος που η νουβέλα δεν έχει μεγάλη έκταση, αλλιώς δε θα μπορούσε να συνάδει με τη λιτότητα που αποπνέει ο κεντρικός ήρωας.
Ο άλλος λόγος είναι περισσότερο βιωματικός. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η απουσία από τα εκδοτικά και τη συγγραφή με έκανε να κινηθώ με μια σχετική βιασύνη. Επίσης, επειδή αυτό το έργο είναι αρκετά προσωπικό και κάθε φορά που έγραφα ήταν σα να εισέρχομαι σε αλεπάλληλες συνεδρίες, συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια της συγγραφής μία πολύ έντονη συναισθηματική φόρτιση που ήθελα να σταματήσει. Τελικά, όμως, νομίζω ότι η μικρή έκταση του βιβλίου ευνόησε τον ρυθμό που υπήρξε καταιγιστικός.
Υπάρχει κάτι στο βιβλίο σχεδόν μοιρολατρικό απο την αρχή μέχρι το τέλος ο ήρωας βασανίζεται, προσπαθεί να βρει διέξοδο στην απομόνωση μακριά από τις μνήμες του παρελθόντος και τελικά επιστρέφει μόνο και μόνο για να βρει τον θάνατο. Τι θέλεις να εκφράσεις θυμό, ενοχή, απογοήτευση για έναν δρόμο που κατέληξε αδιέξοδο;
Τα όποια αδιέξοδα του κεντρικού ήρωα προέκυψαν από τη «μφ» (μετά φυλάκισης) εποχή. Από το γεγονός ότι δεν κατάφερε να προσδιορίσει έναν δρόμο για να συνεχίσει τη ζωή του. Σε αντίθεση με την «πφ» εποχή που ο δρόμος ήταν σαφής και απαρέγκλιτος.
Έχει συμβεί σε πολλές περιπτώσεις στρατιωτών που γυρνούν από το μέτωπο να μη μπορούν ή να μη θέλουν να κανονικοποιήσουν τη ζωή τους. Κάτι ανάλογο συνέβη και στον ήρωα που αποφάσισε τελικά να βρει καταφύγιο στον ορεινό Μυλοπόταμο και να κάνει άλλη μία απόπειρα να ορίσει τη ζωή του.
Υπάρχει όμως εδώ μία στερεοτυπική προσέγγιση του ένοπλου αγώνα που θα ήθελα να υπομνήσω. Θεωρείται γενικά ένας δρόμος αδιέξοδος και αναποτελεσματικός κυρίως από τους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ». Είναι μια μόνιμη ερώτηση που δέχομαι τα τελευταία χρόνια και τίθεται σε αντιπαραβολή με τις κινηματικές δράσεις.
Αν δούμε λίγο γύρω μας το διεθνές περιβάλλον που ζούμε και την εξέλιξη του καπιταλισμού, τότε η ερώτηση φαντάζει εκ των ουκ άνευ. Καμία δράση δεν αποδείχτηκε αρκετή από μόνη της ή σε συνδυασμό για να νικήσει το τέρας δια παντός. Προσοχή, τονίζω το δια παντός. Το τέρας εμφανίζεται ξανά και ξανά. Εκεί έγκειται ίσως και η μοιρολατρία. Στην πραγματικότητα του καπιταλισμού που διαμορφώνει ξανά τους συσχετισμούς δύναμης έτσι ώστε να καθυποτάσει ολόκληρους λαούς και να παράγει όλεθρο. Βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός ακόμη μεγάλου πολέμου. Αυτό που έχει σημασία είναι να εμφανίζεται κάθε φορά η αντίσταση.
Γιατί επέλεξες κάποιο ορεινό χωριό της Κρήτης ως σκηνικό για να διηγηθείς την ιστορία;
Ο ορεινός Μυλοπόταμος είναι ένα κομβικό μέρος για την ιστορία και τη διαμόρφωσή μου ως άνθρωπο. Εκεί βρίσκεται το χωριό της μητέρας μου τα Ανώγεια. Ένας τόπος όπου μέχρι την εφηβεία μου πέρασα τα πιο όμορφα καλοκαίρια, γνώρισα την ευρύτερη οικογένεια και βίωσα μια ζεστασιά από τους ανθρώπους ανείπωτη ως τότε. Υπήρξε κι εξακολουθεί να είναι το δεύτερο χωριό μου, αλλά στην πραγματικότητα με συνδέουν πολύ περισσότερα πράγματα. Σίγουρα η ιστορία του χωριού που αποτέλεσε τόπο μαρτυρίου, καταστροφής, διώξεων αλλά και αντίστασης με έχει σημαδέψει.
Συνάντησα επίσης αυτό που θα αποκαλούσα με μία εσάνς ρομαντισμού ως λυρικότητα της καθημερινής ζωής. Την ποίηση σε ρυθμούς κανονικότητας, στον λόγο, στην κινησιολογία, ακόμη και στη μαγειρική. Ίσως και η αίσθηση ότι βρίσκεται στο βουνό να προσέδιδε ασυνείδητα έναν ορισμό καταφυγίου.
Ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, στη «μφ» εποχή, κι ενώ τα παιδιά μου δεν είχαν αποκτήσει καμία σύνδεση με το μέρος, αποφασίσαμε να πάμε με τους δύο μεγάλους μου γιους ένα καλοκαίρι. Οι άνθρωποι εκεί μας αγκάλιασαν με τόσο θερμό τρόπο που η αλήθεια είναι ότι μπήκε στο μυαλό μου η ιδέα μιας πιθανής μετακόμισης.
Είναι τελικά η ιστορία ένα μίγμα από διάφορες εμπειρίες σου μετά την περιπέτειά σου; Έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία τουλάχιστον σε ότι αφορά την τόσο λεπτομερειακή περιγραφή των συναισθημάτων;
Σε καθένα από τα βιβλία μου υπάρχουν πτυχές των ηρώων που είναι κομμάτια μου. Δε θα μπορούσα και ούτε θέλω να αρνηθώ κάτι τέτοιο. Στο «Μαύρο» ίσως να είναι λίγο εκτενέστερο αυτό.
Δεν ξέρω πως η πλειονότητα των συγγραφέων καταφέρνει να αποστασιοποιείται από αυτή τη σύνδεση. Ίσως έχει να κάνει με τις θεωρητικές ελλείψεις μου πάνω στη συγγραφή λογοτεχνίας. Αυτή η αυτοαναφορικότητα είναι ένα ζήτημα που γενικά θέλω να αποδιώχνω. Δεν πιστεύω ότι προσφέρει πολλά ούτε στο κομμάτι της πολιτικής.
Επίσης, και το γεγονός ότι όσο πιο κοντά περιδιαβαίνει κανείς στην ταύτιση μεταξύ ήρωα και συγγραφέα, τόσο πιο ριψοκίνδυνο είναι για το πως εκλαμβάνει ο αναγνώστης το έργο. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με την έκφραση και την έκθεση, παρόλο που μου έχει στοιχίσει σε κακόβουλες αιτιάσεις. Βρίσκω ότι η έκθεση στην τέχνη είναι ζητούμενο. Είναι ένα βήμα πιο κοντά σε εκείνο που έλεγα νωρίτερα, την ειλικρίνεια. Ο αναγνώστης, όπως και με την ιδιότητα του πολίτη στο καθεστώς της μεταδημοκρατίας που ζούμε, έχει εν πολλοίς εκπαιδευτεί να ξεχωρίζει το πλασματικό. Ακόμα και στα όρια της μυθοπλασίας αγωνιώ να προσλαμβάνει τουλάχιστον πραγματικά βιωμένα συναισθήματα.
Πότε αποφάσισες να καταγράψεις στο χαρτί όλα όσα σε προβλημάτιζουν; Ήταν η γραφή μία διέξοδος ή μία συνειδητή απόφαση να εκφράσεις τα ερωτήματα σου;
Νομίζω ότι όλα ξεκίνησαν από την περίοδο της φυλάκισης όπου με την παρότρυνση ενός κοντινού μου προσώπου αποφάσισα να διαβάσω ξανά λογοτεχνία. Πράγμα που είχα αφήσει πίσω στην εφηβεία καθώς υπερίσχυσαν – μονοθεματικά θα έλεγα- τα πολιτικά αναγνώσματα. Διαβάζοντας κλασικούς Ντοστογιέφσκι, Δάντη, Θερβάντες ξεδιπλώθηκε μπροστά μου ένας νεός κόσμος, ένας νέος έρωτας. Καθώς βρισκόμουν σε ένα πλαίσιο απομόνωσης και έχοντας όλο το χρόνο που ήθελα, αναζήτησα έναν δρόμο που αργότερα θα γινόταν εκτός από πολιτική και καλλιτεχνική έκφραση, μια ψυχική αναγκαιότητα. Να γράφω γιατί έχω να προσφέρω κάτι στους άλλους αλλά και σε μένα.
Πέρα από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η καλλιτεχνική έκφραση αποτελεί και μια μορφή ψυχοθεραπείας -και αυτό όποιος το αρνείται ή είναι κουτός ή ψεύτης- έχω πάντα ως αρχή ότι η δημόσια άρθρωση ενός έργου πρέπει να κατατείνει πάντα στο να φανεί κάπου χρήσιμη. Τόσο στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, αλλά και σε όλους τους ανθρωπιστικούς τομείς όπου ζυμώνεται μια κοινωνία.
Με το «Μαύρο» νομίζω ότι απόδιωξα ένα πολύ έντονο φορτίο που είχα στοιβάξει μέσα μου. Μία συντρόφισσα που έκανε μια σπουδαία δουλειά με την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, τοποθέτησε αυτήν τη διαδικασία στο πλαίσιο της «κάθαρσης» όπως χρησιμοποιείται ο όρος στην αρχαία τραγωδία. Και νομίζω ότι ήταν ο πιο εύστοχος χαρακτηρισμός για να προσδιορίσει τι είναι αυτό το βιβλίο. Πέρα από αυτό, το βιβλίο είναι ένα πεδίο που αναδεικνύονται αμέτρητες προεκτάσεις προς εξερεύνηση και συζήτηση. Γιατί η κατάσταση και πολιτικά και κοινωνικά και κινηματικά τα πράγματα είναι κατάμαυρη. Δεν φτάνει να το διαπιστώσουμε αλλά να δούμε τι θα κάνουμε, τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα.
Μία παρουσίαση της νουβέλας «Το Μαύρο» θα γίνει την Τρίτη 17 Μαρτίου στις 19.00 μ.μ. στη Λέσχη του Βιβλίου- Εκδόσεις Θεμέλιο, Σόλωνος 84. Θα μιλήσουν ο συγγραφέας, η Γεωργία Σουβατζή υπεύθυνη επικοινωνίας σε εκδοτικούς οίκους, ο Μι Δέλτα συγγραφέας και εργαζόμενος στο χώρο του βιβλίου και ο μεταφραστής Λεωνίδας Βλάσσης.